Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΚΙΜΙΑ - ΜΕΛΕΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΚΙΜΙΑ - ΜΕΛΕΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

" Όψεις της Χάλκης και των ανθρώπων της",ΝEJAT GÜLEN



Από το "εις την πόλιν: bir yunan blogger ιstanbul hakkında yaziyor!"


…Περιγράφοντας τα θρησκευτικά έθιμα των Ρωμιών της Χάλκης, ο Nejat Gülen χρησιμοποιεί απλό και κατανοητό ύφος. Ας μην ξεχνάμε ότι το βιβλίο απευθύνεται κατά βάση σε μη-Χριστιανούς αναγνώστες. Παρ’ όλα αυτά η παράθεση των πληροφοριών κάθε άλλο παρά στείρα είναι. Ο συγγραφέας αναφέρει χαρακτηριστικές αναμνήσεις του από τη συμμετοχή των Ρωμιών και των Τούρκων στους εορτασμούς. Ονοματοδοτεί ορισμένες από τις γιορτές και τα έθιμα βάσει των ευχών που αντάλλασσαν οι Ρωμιοί μεταξύ τους. Τα Κάλαντα των Χριστουγέννων τα αποκαλεί «Αya Vasili Erkete» ενώ η Αναστάσιμη Ακολουθία στη Θεολογική Σχολή αποκαλείται «Hristos Anesti». Αναπολεί το βάψιμο των αυγών, την Αφή του Αγίου Φωτός, τα κεριά στους ναούς και εκφράζει ορισμένες απορίες του για την ορθόδοξη πίστη. Και ενώ όλα αυτά παρατίθενται σε οκτώ σελίδες, ο συγγραφέας αφιερώνει μόλις μία σελίδα στην περιγραφή των εορτασμών των τουρκικών εθνικών επετείων και των μουσουλμανικών εορτών. Ερχόμενος στην οικονομική ζωή του νησιού, ο Nejat Gülen δεν θα μπορούσε να παραλείψει να αναφέρει την πρωτοπορία που επέδειξαν οι Ρωμιοί σε αυτόν τον τομέα. Από παλιά οι Ρωμιοί αποτελούσαν το σύνολο των καταστηματαρχών και των πλανοδίων πωλητών του νησιού. Αυτοί ήταν που διαλαλούσαν στα Ρωμέικα, την πραμάτειά τους στους δρόμους του νησιού [...] Το μπακάλικο του Λεωνίδα Σακκόπουλου στην οδό Ayyıldız διέφερε κατά πολύ από τα άλλα. Ο ίδιος έμοιαζε περισσότερο με υπάλληλο γραφείου. Ήταν εξαιρετικά ευγενικός. Η διακόσμηση του καταστήματος και η τοποθέτηση των προϊόντων διέφεραν κατά πολύ από τα άλλα. Δεν έβρισκες στο πάτωμα τσουβάλια με πατάτες, ρύζι ή ζάχαρη [...] στο κατάστημα υπήρχε ένας αέρας που παρέπεμπε σε ένα μισοσκότεινο φαρμακείο. Αν και πίσω από τον πάγκο του, ο Σακκόπουλος έδειχνε πόσο μπροστά βρισκόταν επαγγελματικά. Φορούσε πάντοτε στολή και άκουγε με επαγγελματική σοβαρότητα τον κάθε πελάτη. Οι Ρωμιοί πρωτοπορούσαν και διέπρεπαν σε όλα τα  επαγγέλματα. Ο Gülen τονίζει πως εκτός από τον İsmail, όλοι οι υπόλοιποι κουρείς του νησιού ήταν Ρωμιοί. Ρωμιοί ήταν επίσης πολλοί επιδιορθωτές υποδημάτων, νερουλάδες, κρεοπώλες, ψαράδες, αρτοποιοί, αμαξάδες.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

"ΕΙΚΟΝΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ και ΤΟΥΡΚΩΝ" , Ηρακλής Μήλλας

"Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων" , Ηρακλή Μήλλα, εκδ. Αλεξάνδρεια 2001

ΣΧΟΛΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ* ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ* ΕΘΝΙΚΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ




Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων


Λίγα λόγια για το συγγραφέα

Ο Ηρακλής Μήλλας γεννήθηκε το 1940 στην Τουρκία, έζησε στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1971 και έκτοτε διαμένει στην Ελλάδα. Είναι απόφοιτος της Ροβερτείου, με διδακτορικό στην πολιτική επιστήμη από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας. Εργάστηκε ως μηχανικός στην Τουρκία, στην Ελλάδα και σε διάφορες αραβικές χώρες. Μετέφρασε και εξέδωσε στα τουρκικά τα "Άπαντα" του Γ. Σεφέρη και του Κ. Καβάφη, καθώς και έργα άλλων Ελλήνων ποιητών και μυθιστοριογράφων. Το 1991-1994 συνέβαλε στην ίδρυση του Τμήματος Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας και δίδαξε σ' αυτό. Σήμερα διδάσκει τουρκική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Έχει εκδώσει μελέτες σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την τουρκική ιστοριογραφία, τα σχολικά βιβλία, την τουρκική λογοτεχνία και τα εθνικά στερεότυπα. Η εικόνα του Έλληνα στην τουρκική λογοτεχνία ήταν το θέμα της διδακτορικής του διατριβής.
 Βραβεύτηκε με το Βραβείο Ειρήνης και Φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί το 1992  και ομαδικά με το Greek-Turkish Forum to 2001, με το Βραβείο Διδώ Σωτηρίου της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων το 2004 για το βιβλίο του Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων και από την Τουρκική Εταιρεία Εκδοτών το 2005 με το Βραβείο Ελεύθερης Σκέψης και Έκφρασης. 

Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ του ΒΙΒΛΙΟΥ


Μεγάλωσα στην Κωνσταντινούπολη. Στα «σοκάκια» της έπαιξα σαν παιδί και σε 
πολύ µικρή ηλικία έµαθα τα τουρκικά σαν δεύτερη γλώσσα. Μετά από το «ρωµαίικο» 
δηµοτικό - το λέγαµε «η αστική σχολή» - πήγα στη Ροβέρτειο Σχολή, ένα 
αµερικανικό τότε γυµνάσιο και λύκειο, µε παράδοση εκατό και πλέον χρόνων, όπου 
δίδασκαν Αµερικάνοι δάσκαλοι και όπου οι µαθητές στην πλειοψηφία τους ήταν 
Τούρκοι. 
 Μπορεί αυτό το κοσµοπολίτικο περιβάλλον, εµπλουτισµένο µε Αρµένιους 
παιδικούς φίλους (ο Οννίκ π.χ.), µε Εβραίους και Λεβαντίνους γείτονες, µε 
Βούλγαρους γαλατάδες, µε Κούρδους χαµάληδες - «Κούρους» τους λέγαµε - µε τις 
«οικείες» Ορθόδοξες, Καθολικές και Προτεσταντικές εκκλησίες της συνοικίας µας 
δίπλα στα «απόµακρα» τζαµιά και τις συναγωγές, µε τραγικές εθνικές 
αντιπαραθέσεις, µε προσωπικές ιστορίες γενναίων γονέων θύµατα αυτών των 
αντιπαραθέσεων, ή µπορεί η εποχή, η δεκαετία του εξήντα, όπου από τις αρχές της 
κιόλας βρέθηκα µέσα στο φοιτητικό και αριστερό κίνηµα της, ως ο µόνος Ρωµιός - 
στην Ελλάδα θα πρέπει να πω, «ο µόνος Έλληνας» - ή µπορεί από άλλες αιτίες που 
ποτέ δεν θα µπορέσω να µάθω, ανέπτυξα, θέλω να πιστεύω, µια διάσταση να βλέπω 
τον «Άλλο» - και τον εαυτό µου σαν τον κατ’ εξοχήν «Άλλο» - µε ενσυναίσθηση. Για 
όσους δεν είναι γνώστες του όρου θα πρέπει να προσθέσω ότι «ενσυναίσθηση» 
σηµαίνει να µπορείς (και να θέλεις) να βλέπεις τον «Άλλο» όπως τον «Εαυτό σου», 
να τον βιώνεις. Η λέξη είναι νέα στα ελληνικά και κάποτε χρησιµοποιείται ο όρος 
«εµβίωση». Στα αγγλικά, empathy - που σηµαίνει κάθε άλλο παρά εµπάθεια. Ένας 
στην πράξη Χριστιανός θα καταλάβαινε «να αγαπάς τον πλησίον σου». 
 Χαίροµαι που έχω αυτήν την πολυπολιτισµική ταυτότητα και δεν βλέπω γιατί θα 
πρέπει τώρα, στα εξήντα µου, να την διαπραγµατευτώ, και µάλιστα µε «απλούς» 
ανθρώπους που δεν βίωσαν αυτόν τον πλούτο της ετερότητας. 
 Τώρα που αναπολώ τα περασµένα, βλέπω ότι υπήρξα ένα µέλος κάποιας 
µειονότητας το οποίο προσπαθούσε κάπου να ενταχθεί. Υποπτεύοµαι ότι ενδόµυχα 
είµαι ικανοποιηµένος ότι τελικά δεν τα κατάφερα. Όπως ο ροµαντικός J.J. Rousseau - 
και αυτό αποτελεί αυτογνωσία, όχι αυταρέσκεια - «αν δεν είµαι καλύτερος από τους 
άλλους είµαι τουλάχιστον διαφορετικός». Μπορεί να είναι µαζοχισµός ή κάποια 
αδυναµία προσαρµοστικότητας ή η επιµονή των «Άλλων» να µη µε δέχονται όπως 
πραγµατικά είµαι, µπορεί κάποιος συνδυασµός αυτών. Αλλά πιστεύω ότι ο 
αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει τον συγγραφέα, είναι θέµα εντιµότητας και 
αµεσότητας. ∆εν γράφω σαν ένας «τρίτος» παρατηρητής, σαν «αντικειµενικός 
επιστήµονας» - ήδη ποιος θα µπορούσε; - αλλά σαν άνθρωπος µε βιώµατα και 
αισθήµατα και βέβαια µε προκαταλήψεις και µε παραστάσεις, συχνά «λανθάνουσες». 
∆εν θέλω να κρύβοµαι πίσω από την αναφορά της «ουδετερότητας». Ο αναγνώστης 
θα κρίνει αν θέλει να µε ακολουθήσει στο δικό µου σκεπτικό και στον κόσµο µου και 
σε ποιο βαθµό τελικά είµαι δίκαιος στις κρίσεις µου. Συνεχίζω λοιπόν. 
 Προσπάθησα να ενταχθώ στην κοινωνία που µε περιέβαλε. Πήρα µέρος στην 
πολιτική ζωή της Τουρκίας από πολύ νέος (µέλος µε δράση στο Εργατικό Κόµµα, 
TĐP), στον στίβο υπήρξα πρωταθλητής Τουρκίας (το 1962 στα εκατό µέτρα), 
εργάσθηκα ως πολιτικός µηχανικός στην Κων/πολη και στην Σµύρνη (απόφοιτος 
Πανεπιστηµίου Ροβερτείου, σήµερα Βοσπόρου), µετάφρασα και εξέδωσα ελληνική 
ποίηση στα τουρκικά (τα Άπαντα του Σεφέρη, του Καβάφη, του Γκάτσου, και 
διάφορα βιβλία του Ελύτη, του Ρίτσου κ.α.), πολύ αργότερα ως «δηµόσιος λειτουργός 
του τουρκικού κράτους» ίδρυσα το Τµήµα Νεοελληνικών Σπουδών στην Άγκυρα και 
δίδαξα ελληνικά και ελληνική λογοτεχνία (1990-1994), εξέδωσα διάφορα βιβλία µε 
θέµα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την ιστορία της Ελλάδας, σχολικά βιβλία των δύο 
χωρών, κ.α.Σε µια προχωρηµένη ηλικία φοίτησα ξανά, στο Πανεπιστήµιο της 
Άγκυρας (µεταπτυχιακά και διδακτορικό στην πολιτική επιστήµη), είµαι από τους 
ιδρυτές του Τουρκικού Ιδρύµατος Ιστορίας και µέλος διάφορων µη-κυβερνητικών 
οργανώσεων. 
 Αυτή η δράση και πολλές προσωπικές φιλίες, αποτελούν την κεντροµόλο δύναµη 
η οποία επιτύχαινε την ένταξη. Αλλά υπήρξαν και φυγόκεντρες δυνάµεις. Το 
αυταρχικό και ξενοφοβικό τουρκικό κράτος και οι πρωτοβουλίες του. Ο Φόρος 
Περιουσίας το 1942, τα Σεπτεµβριανά το 1955, οι απελάσεις το 1964, γεγονότα που 
έπληξαν τον πατέρα µου και την οικογένεια. ∆εν άφησαν απλώς σηµάδια, σηµάδεψαν 
όλη την ζωή «µας». Οι εθνικιστές Τούρκοι που δεν θέλουν τους «ξένους» και τον 
«Άλλο» στην χώρα τους ήταν ένας καθηµερινός και δηµόσιος «µπελάς». Έκτοτε δεν 
σέβοµαι τους «ανησυχούντες για τα εθνικά θέµατα». Τέτοιοι «ήρθαν όταν κανένας 
δεν µιλούσε και µου µίλησαν». Και ο λόγος τους ήταν τραχύς και η σιωπή των «δικών 
µας» καταθλιπτικά τραγική. Εγώ όµως τότε εκεί «µίλησα» και έτσι µου δόθηκε η 
ευκαιρία για δέκα οκτώ µήνες να γνωρίσω τον τουρκικό λαό ακόµα καλύτερα σε ένα 
«στρατόπεδο εξόριστων», όπως ονοµάζονται οι χώροι όπου στέλνονται να 
υπηρετήσουν, σε άθλιες συνθήκες, οι νέοι που θεωρούνται εχθροί του κράτους. Ήταν 
µια εµπειρία - µοναδική για «Ρωµιό»- που κάποτε θα ήθελα να την αφηγηθώ. 
 Το 1971 εγκαταστάθηκα στην (χουντική τότε) Ελλάδα µε την γυναίκα µου και το 
πρώτο µας γιο. ∆ούλεψα στην Ελλάδα αλλά και σε διάφορες χώρες στο εξωτερικό 
ως µηχανικός και εργολάβος (Αραβία, Κατάρ, Ινδονησία κ.α.). Αυτό µου εξασφάλισε 
την οικονοµική µου ανεξαρτησία και την άνεση του αδέσµευτου λόγου. Είµαι 
τυχερός που δεν επιβίωσα ως κρατικοδίαιτος. 
 Λίγο το Πολίτικο ιδίωµα και η προφορά «µας», λίγο ορισµένες τοπικές κοινωνικές 
«µας» συνήθειες και παραδόσεις, λίγο η έλλειψη του κοσµοπολίτικου κόσµου που 
άφησα πίσω δεν µου εξασφάλισαν, νοµίζω, την πλήρη ένταξη µου ούτε στο 
γενικότερο χώρο της Αθήνας. Το σύνδροµο του «µειονοτικού» µάλλον µε 
ακολούθησε. Με ξαφνιάζουν, π.χ., καταστάσεις που για τους πολλούς είναι κοινός 
τόπος, το «σύνηθες», το φυσικό, το φυσιολογικό. Και αυτό το µάτι του «ξένου», το 
οποίο πουθενά δεν µε εγκατάλειψε, παρατηρεί συµπεριφορές που δεν αρέσει στους 
πολλούς να υποδεικνύονται. 
 Ενδιαφέρθηκα για πρώτη φορά µε την εικόνα του «Άλλου» το 1987 όταν ο γιος 
µας ο οποίος πήγαινε στο δηµοτικό άρχισε να χαρακτηρίζει τους Τούρκους 
«περίεργα». Έτσι έµαθα για τα σχολικά βιβλία. Μετά µε ξάφνιασε η εικόνα του 
Έλληνα σε ένα διήγηµα κάποιου γνωστού Τούρκου συγγραφέα. Το 1991 εξέδωσα τα 
πρώτα µου δοκίµια για την εικόνα του Έλληνα - την εικόνα «µου» - στην τουρκική 
λογοτεχνία. Το θέµα άρχισε να µε συνεπαίρνει: αυτές οι εικόνες, οι κατασκευές, τα 
στερεότυπα αποτελούσαν έννοιες µε τις οποίες µπορούσα να ερµηνεύσω τις 
φυγόκεντρες δυνάµεις που ανέφερα παραπάνω και που τόσο µε είχαν ενοχλήσει. 
 Το θέµα που πραγµατεύοµαι εδώ αποτελεί µια προσωπική αναζήτηση που αφορά 
όµως πολλούς, όλους µας ουσιαστικά. Η εικόνα του «Άλλου» δεν είναι µια 
φωτογραφία, είναι µια κατασκευή, όπως ένας πίνακας ζωγραφικής, η οποία προδίδει 
τον δηµιουργό της. Η εικόνα είναι αυτό που φέρουµε µέσα µας, δηλώνει τα γνωστικά 
µας όρια. Η εικόνα του «Άλλου» σχετίζεται µε την ταυτότητα µας, µε τον τρόπο που 
θέλουµε να είµαστε, και αυτό συχνά δηλώνεται µε το τι δεν θα θέλουµε να είµαστε: ο 
«Άλλος». 
Μετά από αυτά τα αυτοβιογραφικά, τώρα λίγα λόγια για το κείµενο που 
ακολουθεί. Η διάταξη του βιβλίου είναι απλή. Στο πρώτο µέρος παρουσιάζω το «πώς 
µας βλέπουν οι Τούρκοι» και στο δεύτερο πώς οι Έλληνες βλέπουν τον «Άλλο». 
Κάθε µέρος αποτελείται από τέσσερις υποδιαιρέσεις: α) οι αναζητήσεις για µια 
εθνική ταυτότητα, β) η εικόνα του «Άλλου» στα σχολικά βιβλία, γ) στην 
ιστοριογραφία και δ) στην λογοτεχνία, βασικά στα µυθιστορήµατα. Μια σχετική 
βιβλιογραφία ακολουθεί κάθε κεφάλαιο όπου παρουσιάζονται τα κείµενα που 
αναφέρονται στο συγκεκριµένο κεφάλαιο. 
 ∆εν υπάρχει όµως µια συµµετρική οµοιότητα µεταξύ του πρώτου και του 
δεύτερου µέρους. Για δύο λόγους. Πρώτον, το δεύτερο µέρος είναι συντοµότερο, 
πράγµα που σηµαίνει ότι η εργασία επικεντρώνεται στην τουρκική περίπτωση και ή 
ελληνική αποτελεί µάλλον µια πιλοτική µελέτη. Η δεύτερη διαφορά έγκειται στο 
ύφος της γραφής. Το πρώτο µέρος ακολουθεί πιο πιστά την «ακαδηµαϊκή» παράδοση 
(την οποία ορισµένοι αποκαλούν «επιστηµονική»), έναν σχετικά αποστασιοποιηµένο 
λόγο όπου παρουσιάζονται τα φαινόµενα Ενώ στο δεύτερο µέρος µια πιο «ελεύθερη» 
γραφή, επειδή εδώ ο λόγος είναι πλέον «µεταξύ µας», αναζητούνται δίαυλοι 
επικοινωνίας µε τον αναγνώστη και επιχειρείται µια σύγκριση και αξιολόγηση των 
φαινοµένων, συχνά µέσα από προσωπικές τοποθετήσεις. Χωρίς αυτό βέβαια να 
σηµαίνει ότι το δεύτερο µέρος είναι λιγότερο έγκυρο. 
 Ο κορµός της εργασίας βασίζεται σε ανάλυση κειµένου µε γνώµονα το «Εγώ» και 
τον «Άλλο». Η µελέτη σχετίζεται µε πολλές σφαίρες έρευνας: ιστορία, πολιτική 
επιστήµη, κοινωνική ψυχολογία, λογοτεχνική κριτική και ιστορία λογοτεχνίας, 
διεθνείς σχέσεις, φιλοσοφία, σηµειολογία, ανθρωπολογία, κ.α. Λόγω χώρου, 
αναγκαστικά, υποθέτω ότι ο αναγνώστης είναι γνώστης ως ένα σηµείο τουλάχιστον, 
των βασικών αρχών αυτών των θεµάτων. Προσπάθησα να επικεντρωθώ στα 
γεγονότα και να «παρουσιάσω» τα φαινόµενα παρά να τα «ορίσω» µέσα σε ένα 
θεωρητικό σχολιασµό. Υπάρχουν πολλές µελέτες που αναφέρονται στον «Άλλο», δεν 
υπήρχε όµως µια µελέτη για τον Έλληνα και τον Τούρκο και για την σχέση τους στο 
επίπεδο των παραστάσεων, των εικόνων, των στερεοτύπων, των κατασκευών. Αυτός 
είναι ο σκοπός αυτής της εργασίας. 
 Μπορεί να επιχειρηθούν διάφορες αναγνώσεις. Ο ειδικός θα βρει πηγές και 
αναφορές χρήσιµες για περαιτέρω έρευνα. Το ∆εύτερο Κεφάλαιο αποτελεί µια 
εµπεριστατωµένη µελέτη σχετικά µε το εκπαιδευτικό σύστηµα της σύγχρονης 
Τουρκίας. Το Τρίτο Κεφάλαιο ενδεχοµένως να ενδιαφέρει ειδικότερα τους 
ιστορικούς. Το Τέταρτο Κεφάλαιο αποτελεί µια παρουσίαση του τουρκικού 
µυθιστορήµατος από το 1870 µέχρι σήµερα και των αναζητήσεων στον λογοτεχνικό 
κόσµο της Τουρκίας. Όποιος προτιµά µπορεί να αγνοήσει τα κύρια ονόµατα και τις 
παραποµπές και να παρακολουθήσει τις αναζητήσεις των Τούρκων και των Ελλήνων 
στο χώρο της «εθνικής ταυτότητας», του «Άλλου» και των εικόνων. 
 ∆εν αναφέροµαι στις διµερείς πολιτικές µας σχέσεις ούτε στην ιστορία αυτών των 
σχέσεων. Αλλά πιστεύω ότι πολιτικές και «ιστορίες», όλες είναι απόρροια αυτών των 
εικόνων. Αυτό γίνεται αντιληπτό από «εµάς» ευκολότερα όταν παρατηρούµε την 
«Άλλη» πλευρά, βλέπουµε να «έχουν προκαταλήψεις» (και το αντίστροφο για τους 
«Άλλους»). Η παιδεία, η ιστοριογραφία και η λογοτεχνία, εκατέρωθεν, έπαιξαν και 
συνεχίζουν να παίζουν ένα σηµαντικό ρόλο σε όλες τις λειτουργίες που αφορούν τις 
κρίσεις µας, τις «γνώσεις» µας και τις αποφάσεις µας και που σχετίζονται µε τον 
«Άλλο». Με αυτήν την έννοια αυτή η εργασία είναι άκρως πολιτική. Είναι µια 
παρέµβαση στα κοινά. Και βασικά ένα βοήθηµα για αυτούς που πιστεύουν µε 
αυτοπεποίθηση ότι η δική τους σκέψη είναι στην ουσία ανεπηρέαστη από τα πάτρια
 στερεότυπα.

Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ του ΒΙΒΛΙΟΥ


Οι εθνικές εντάσεις του παρελθόντος συνέβαλαν στην δηµιουργία µιας αρνητικής 
εικόνας του «Άλλου», αλλά αυτή η εικόνα µε την σειρά της είναι µια από τις αιτίες 
των εντάσεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Οι προθέσεις και το ποιόν του «Άλλου» 
εκτιµούνται σύµφωνα µε τα στερεότυπα που κατασκευάζει η εκάστοτε κοινωνία. 
Αναγνωρίζουµε το περιβάλλον µας µε τα γνωστικά συστήµατα που διαθέτουµε. 
Αυτές οι κοινωνικές κατασκευές, οι προκαταλήψεις, λειτουργούν (εκλαµβάνονται) 
ως «γνώση», ως «πληροφορία» ως µια «αλήθεια». Αναπαράγονται µέσα στα σχολικά 
βιβλία, στην ιστοριογραφία, στην λογοτεχνία, κ.α. 
 ∆εν είµαστε µόνο υποχρεωµένοι να ζούµε µε τον «Άλλο» για λόγους γεωγραφίας, 
αλλά να ζούµε και µε τις εθνικές εικόνες µας, µε τα στερεότυπα µας, µε έναν «Άλλο» 
που φτιάξαµε σύµφωνα µε τις ανάγκες µας. 
 Στο Πρώτο Μέρος παρουσίασα τους «Τούρκους» και τις αναζητήσεις τους µέσα 
από τους κρατικούς µηχανισµούς (τα σχολικά βιβλία), την διανόηση (την 
ιστοριογραφία) και την (πιο λαϊκή) λογοτεχνική έκφραση. ∆εν θα επαναλάβω τα 
γενικά συµπεράσµατα σχετικά µε την εικόνα που έχουν για τον Έλληνα και την 
ταυτότητα τους. Ο αναγνώστης µπορεί να ανατρέξει στο τέλος του Τέταρτου 
Κεφαλαίου. Θα υπενθυµίσω µόνο δύο βασικά πορίσµατα που δεν θα πρέπει να µας 
διαφύγουν. 
 Πρώτον, ο «Έλληνας» αποτελεί µια πηγή ανασφάλειας και ανησυχίας. Ο 
ανθελληνικός λόγος (η αρνητική εικόνα του Έλληνα) στον τουρκικό λόγο λειτουργεί 
αµυντικά κατά µιας «απειλής». Οι εθνικιστές Τούρκοι εκλαµβάνουν τον Έλληνα όχι 
µόνο σαν έναν ιστορικό κληρονόµο των εδαφών τους αλλά και σαν µια δύναµη που 
τα τελευταία διακόσια χρόνια επιτυχαίνει, µε την βοήθεια της ∆ύσης, να υλοποιεί την 
Μεγάλη Ιδέα. Ο «Άλλος», σ’ αυτήν την περίπτωση, είναι µια πολιτική (και βασική 
κρατική) κατασκευή: µια µακροχρόνια απειλή κατά των κυριαρχικών «µας» 
δικαιωµάτων. Τα σχολικά βιβλία, ο λόγος των εθνικιστών και των Ανατολιστών 
συγγραφέων δεν αφήνουν περιθώρια αµφισβήτησης αυτής της εικόνας. 
 ∆εύτερον, αυτή η εικόνα του Έλληνα δεν είναι η µόνη. Υπάρχουν διάφορες. Η 
τουρκική κοινωνία καθώς ακόµη αναζητεί να ορίσει την ταυτότητα της (βλ. 
Κεφάλαιο Πρώτο και Τέταρτο), έχει κατασκευάσει και µια θετική εικόνα του 
«Άλλου». Αυτό το είδαµε στον λόγο των σύγχρονων ιστορικών όπως και σε 
µεγαλύτερο βαθµό στους Ανθρωπιστές συγγραφείς. Εάν ο αναγνώστης τελικά έβγαλε 
το γενικό συµπέρασµα (εάν συγκράτησε) ότι η εικόνα του Έλληνα στον τουρκικό 
λόγο είναι µόνο εξαιρετικά αρνητική και διεστραµµένη, αυτό ενδεχοµένως να είναι 
ένα αποτέλεσµα των «δικών µας» στερεοτύπων: παρατηρούµε ότι διδαχτήκαµε να 
βλέπουµε. Η πρόθεση µου ήταν άλλη. Να δείξω ότι το κακό και το καλό δεν 
διαµοιράζεται στις δύο πλευρές των συνόρων αλλά βρίσκεται µέσα σε κάθε χώρο. 
 Ούτε εξοµοίωσα τις δύο κοινωνίες. Μεταξύ των Ελλήνων π.χ., δεν υπάρχει κανένα 
αίσθηµα ανασφάλειας σχετικά µε τα εδαφικά «δικαιώµατα». Οι Έλληνες αισθάνονται 
να ζουν στα πάτρια εδάφη τους, σαν ένας αρχαίος λαός της περιοχής. Ο εχθρός το 
πολύ να είναι κάποιος ξένος εισβολέας. Με άλλα λόγια έδειξα απλώς ότι α) υπάρχουν 
κοινά σηµεία όπως και β) διαφορετικά. Το πρώτο όµως ενοχλεί όσους βλέπουν το 
«Εµείς» σαν τους µοναδικούς της υφηλίου. Βλέπω δύο συγκοινωνούντα δοχεία που 
είναι όµως διαφορετικά. Οι εθνοκεντρικοί διανοούµενοι, δηλαδή αυτοί που έχουν 
ανεπτυγµένη την «εθνική τους συνείδηση», αναπαράγουν τον λόγο όλων των 
εθνικιστών: ήµασταν και είµαστε οι καλύτεροι (ή οι εν δυνάµει καλύτεροι), οι 
δικαιότεροι, ο «Άλλος» είναι κακός, κ.α. Αυτός ο λόγος δεν ξαφνιάζει και είναι το 
κοινό χαρακτηριστικό όλων των εθνών, µπορεί ο αναγκαίος λόγος για την ύπαρξη 
των εθνών. 
 Παρουσίασα διεξοδικά τις ιδιαιτερότητες της Τουρκίας. Από την άλλη πλευρά, 
όπως είδαµε, στον ελληνικό λόγο η Τουρκοκρατία έχει µια ιδιάζουσα θέση. Είναι η 
περίοδος δυστυχίας του έθνους, όπου τα πάντα ήταν φονικά, ένα διάλειµµα στον Άδη. 
Αυτό είναι ένα από τα «σταθερά» στοιχεία του ελληνικού λόγου σχετικά µε το 
παρελθόν. Παρ’ όλο που συχνά βλέπουµε περιγραφές µιας ευχάριστης 
καθηµερινότητας των Ελλήνων σε τουρκοκρατούµενες περιοχές, όταν ο χρόνος 
αναφέρεται σε περιόδους µετά το 1821, και διαβάζουµε για Έλληνες που επέλεγαν να 
φύγουν από τον ελλαδικό χώρο και να πάνε να ζήσουν (ευτυχισµένα) στην 
οθωµανική επικράτεια, η «Τουρκοκρατία», αυτή του πριν το 1821, είναι πάντα 
χωρίς εξαίρεση αρνητική και µόνο. Έτσι και ο «ιστορικός Τούρκος», αυτός της 
«κλασικής Τουρκοκρατίας», είναι ο «αρνητικός», (ενώ, όπως είδαµε, ο 
«συγκεκριµένος», ο γνωστός, απεικονίζεται πιο ρεαλιστικά, πιο σύνθετα). 
 Η Τουρκοκρατία, σύµφωνα µε τον Βικέλα, ενδυνάµωσε την ελληνική εθνική 
συνείδηση, µας ένωσε: το έθνος και η ιστορία του βασίζονται στην µνήµη των 
«διωγµών και σφαγών» των προγόνων. Ο Βενέζης είναι το ίδιο σαφής: είµαστε ένα 
έθνος µνήµης. Πρέπει να θυµόµαστε όσα υποφέραµε από «τον Τούρκο». Χωρίς αυτά 
(τα αρνητικά) κλονίζεται η «εθνική συνείδηση». Αυτό εκφράζεται πολύ συχνά και 
από τους «ανησυχούντες» όταν τίθεται θέµα ελληνοτουρκικής προσέγγισης: «δηλαδή 
να ξεχάσουµε την ιστορία µας; Θα πρέπει να αλλάξουµε τα σχολικά µας βιβλία, για να 
ικανοποιήσουµε τους Τούρκους;» Έχουν δίκιο, αν δεχτούµε ότι αυτή η ερµηνεία της 
ιστορίας είναι η µοναδική ή η απαραίτητη για την ύπαρξη του «έθνους». 
 Η Τουρκοκρατία είναι όντως µια εθνική µεταφορά ριζωµένη στην συνείδηση του 
ελληνικού λαού. Έχει µια λειτουργικότητα. Ταυτίζεται αρµονικά µε παµπάλαιες 
λαϊκές παραδόσεις και µε υπαρξιακούς συνειρµούς και επιτυγχάνει µια κοινωνική 
συναίνεση. Τα γεγονότα αποκτούν νόηµα µέσα από γνωστά περιστατικά και 
σύµβολα. Η Ανάσταση του έθνους και του Κυρίου παραλληλίζονται. Μια 
παραδοσιακή φρασεολογία χρησιµοποιείται για τα πάθη και την δικαίωση του 
«έθνους»: ήταν όλα σύµφωνα µε «τας γραφάς», «ήταν θέληµα Θεού η Πόλη να 
τουρκέψει» λέει ένα λαϊκό ποίηµα. Και ο Γολγοθάς, τα πάθη, είναι τα χρόνια της 
σκλαβιάς. Αλλά το µαρτύριο και οι θυσίες είναι η προϋπόθεση για την δικαίωση, για 
την ελευθερία. ∆εν νοείται λύτρωση χωρίς µαρτύριο. ∆ικαίωση χωρίς ήρωες ή 
αγίους. Τι επανάσταση θα ήταν το 21 αν δεν ήταν κατά κάποιου εχθρού, κάποιου 
αρνητικού «Άλλου»; Η Τουρκοκρατία «πρέπει» να είναι αρνητική για να αποκτήσει 
νόηµα το νέο έθνος-κράτος. 
 Έτσι γίνεται κατανοητή και η επιµονή στη γενική αρνητική εικόνα του «Άλλου» 
της Τουρκοκρατίας και οι ανησυχίες ορισµένων για πιθανές αλλαγές της «ιστορίας 
µας». Αυτή η εικόνα έχει σχέση µε µια εθνική ταυτότητα. (Ο δε Seaton-Watson 
υποστηρίζει ότι οι σύγχρονες κοινωνίες βιώνουν πλέον την αθανασία µέσα από την 
διαχρονικότητα του έθνους.) Είναι λάθος να τίθεται το πρόβληµα σαν µια 
αντικειµενική αναζήτηση κάποιας ιστορικής αλήθειας ή αλλαγής κάποιων σχολικών 
εγχειριδίων. Ο «ιστορικός Άλλος» είναι µια εικόνα επίµονη και έχει ισχυρά 
ερείσµατα. 
 Οι πρακτικές επιπτώσεις αυτών των εικόνων στον χώρο της εξωτερικής πολιτικής 
δεν αποτέλεσαν µέρος αυτής της µελέτης. Στην Τουρκία η σχέση «εικόνες του Άλλου 
- πολιτικές συµπεριφορές µας» δεν απασχόλησε την βιβλιογραφία παρά µόνο 
περιστασιακά. Στην Ελλάδα είµαστε πιο τυχεροί. Ο Αλέξης Ηρακλείδης µε Την 
Ελλάδα Και Ο «Εξ Ανατολών Κίνδυνος» (Πόλις, 2001) προσεγγίζει το θέµα σε βάθος 
και µε ένα πρωτοποριακό τρόπο: «η ελληνοτουρκική διένεξη δεν οφείλεται τόσο στις 
διαφορές καθεαυτές όσο σε ψυχολογικούς και εσωτερικούς παράγοντες: στην έντονη 
αµοιβαία καχυποψία, στους εκατέρωθεν φόβους για την εθνική ασφάλεια (που συχνά 
αγγίζουν τα όρια της ψύχωσης), στην ανασφαλή εθνική ταυτότητα, στις εσωτερικές 
πολιτικές σκοπιµότητες, στον εκβιασµό που ασκούν οι «ανησυχούντες» ιέρακες που 
ζουν από την αντιπαράθεση, και µερικές φορές, και στο εθνικό λαϊκό παραλήρηµα» (σ. 
329). Αυτή η εργασία, πιστεύω, καλύπτει το θέµα των ελληνοτουρκικών πολιτικών 
διενέξεων και αποτελεί µια συνέχεια του προβληµατισµού µου. 
 Πιστεύω επίσης ότι η προσπάθεια των Υπουργών Γ. Παπανδρέου - Ι. Τζεµ να 
βελτιώσουν τις σχέσεις των δύο λαών, να βελτιώσουν τις εικόνας που έχουν οι λαοί 
για τον «Άλλο», είναι µακροπρόθεσµα εποικοδοµητική. Θα πρέπει µέσα από την 
επικοινωνία των ατόµων και των φορέων η εικόνα να αλλάξει: αντί ενός ιστορικού ή 
ενός ιδεατού «Άλλου» να παρουσιαστεί ο συγκεκριµένος, ο υπαρκτός γείτονας. Με 
όλα του τα ελαττώµατα θα είναι καλύτερος. 
 Ο χορός της φωτιάς των εικόνων συνεχίζεται όµως, καίοντας και ελάχιστα 
φωτίζοντας. Το θέµα είναι σύνθετο. Είναι ιδεολογικό και έχει σχέση µε τις 
προσωπικές µας επιλογές στο χώρο των ταυτοτήτων. Η απεξάρτηση από τα εθνικά 
στερεότυπα είναι τελικά ένα προσωπικό στοίχηµα. Όχι χωρίς τίµηµα. Κερδίζεις την 
ελευθερία κρίσης και χάνεις την βολή της κοινωνικής συγκατάβασης.

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013


«ΑΓΑΘΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ και ΤΟΥΡΚΩΝ»

Στις πόλεις της Ανατολής εκτός από τα εμπορικά υπήρχανε και τα ιδιωτικά και κοινωνικά συμφέροντα, οι οικογενειακές και φιλικές σχέσεις που αναπτύσσονταν ανάμεσα στους δύο λαούς,  Τούρκους και Έλληνες.
Γνωστό ότι η εμπιστοσύνη μέσα σε λαούς και σε άτομα είναι ο στύλος που στηρίζει το οικοδόμημα μιας συμβίωσης. Η εμπιστοσύνη παραμερίζει και τους ιδιαίτερους ηθικούς και θρησκευτικούς ακόμα νόμους, όσο κι αν επιβάλλονται.
Στις φιλανθρωπικές ( θεατρικές, μουσικές και χορευτικές ) παραστάσεις των Ελλήνων της Σμύρνης δεν παραλείπονταν να σταλούν προσκλήσεις στις τουρκικές αρχές και ιδρύματα καθώς και προσωπικά σε διακεκριμένους Τούρκους. Οι Τούρκοι προσήρχονταν στις παραπάνω εορτές με κάθε επισημότητα και έκαναν πολλές φορές και φιλόφρονες προσφωνήσεις. Άξιο εδώ να σημειωθεί ότι εκείνες οι παραστάσεις δεν αποκλείονταν να ήσαν κάποτε και φύσεως πατριωτικής με θέμα την Άλωση και την Επανάσταση του Εικοσιένα. Αυτό μου φέρνει στη μνήμη μου χαρακτηριστικό ένα επεισόδιο της εποχής πριν από τον πόλεμο.
Γιορτάζανε οι Τούρκοι κάποιο μπαϊράμι τους και το βράδυ επρόκειτο να είχανε ντοναλμά (πανηγύρι ). Για να στολίσουνε το καρακόλι τους ( αστυνομικός σταθμός ) στη συνοικία του Αϊνικόλα είχανε καταφύγει στις γειτονικές οικογένειες που ήσαν όλες χριστιανικές και ζήτησαν να τους δανείσουν εικόνες από τα σπίτια τους, ό,τι είχε η κάθε μία. Όλες ευρέθησαν πρόθυμες με αποτέλεσμα να σκεπαστούν οι τοίχοι της αίθουσας με Ανδρούτσους και  Διάκους, με Φερραίους και Μπουμπουλίνες, στεφανωμένους με μύρτα. Η περίπτωση μαρτυρά βέβαια κάποιαν άγνοια από μέρους των Τούρκων αλλά και κάποια ελευθερία από μέρους των Χριστιανών που επισφραγίζει τούτο το θέμα. Εν καιρώ ειρήνης οι Τούρκοι ήσαν ανεκτικότατοι.
Όταν προσήρχονταν οι θρησκευτικοί αρχηγοί των Τούρκων και άλλοι επίσημοι σε εορτές χριστιανικές έδειχναν άκραν ευλάβεια στα διάφορα έθιμά μας. Το ίδιο έκαναν σε ίδια περίπτωση και οι αρχηγοί των Ελλήνων , θρησκευτικοί και κοινοτικοί. Οι χριστιανοί ιεράρχες απολαμβάνανε τιμές μεγάλες απ` τις αρχές στις εορτές τις τούρκικες. Η στρατιωτική μπάντα επαιάνιζε το σχετικό εμβατήριο και ο στρατός παρουσίαζε όπλα.
Έτσι, εκείνο το γενικό των δύο λαών τυπικό πλησίασμα, φυσικό ήταν να επιδράσει και στη ζωή τους. Και από τη ζωή να μεταγγιστεί και στη λαϊκή ψυχή κατευθείαν
Υπήρχε συνήθεια, μυστηριακή πια αυτή , που θα άξιζε να την αποδώσουμε σε πολιτισμό και ανωτερότητα, έστω κι αν ήταν βάρβαρη, έστω κι αν δεν την επέτρεπε η εκκλησία μας. Η μυστηριακή αυτή συνήθεια, που είχε την καταγωγή της πιο πέρα κι από την αρχαιότητα, απ` τους λαούς τους πρωτόγονους ήτανε η αδελφοποίηση. Πολύ τιμητική η συνήθεια για τους Τούρκους. 
Κατά το μυστήριο της αδελφοποίησης ο ένας διοχέτευε στον άλλον το αίμα του είτε εφάπτοντας άμεσα τα θεληματικά τραύματά τους είτε απομυζώντας ο ένας το αίμα του άλλου ακόμα νωπό. Πολλές φορές ανακάτωναν τα δύο αίματα σε νερό ή και νερό με κρασί ανάμικτο και έπιναν με τη σειρά τους τρεις φορές ο καθένας από το ίδιο δοχείο. Τα τραύματα εχαράζονταν στα χέρια τα καρδιακά δηλαδή στα αριστερά χέρια. Δίνανε όρκο βαρύτατο μπρος στο Θεό και τη φύση. Ο όρκος δεν ήταν τυπικός, αλλά παράλλαζε σύμφωνα με τις  συνθήκες των δύο φίλων και της ζωής τους. Υπόσχονταν να μην πατήσουν για κανέναν λόγο τον όρκο τους είτε με προδοσία είτε με χωρισμό στη ζωή ως το θάνατο. Να συμπορεύονται στην ευτυχία τους να συμπορεύονται και στον κίνδυνο. Η παράβαση του όρκου ήταν και απώλεια της τιμής τους. 
Το μυστήριο της αδελφοποίησης οι Τούρκοι το σέβονταν. Σύμφωνα με την εσωτερική επιταγή της συνείδησης δεν μπορούσε να διαλυθεί για έναν λόγον οποιονδήποτε. Ποτέ δε σήκωναν όπλο επάνω στον «αδελφοποιητό» ούτε ακόμα και στον πόλεμο. Τον θεωρούσανε αδελφό ομόαιμο και ομογάλακτο. Σαν γεννημένο από την ίδια μάνα. Τον προστάτευαν και στους ομόθρησκούς του απέναντι. Βάζανε το κορμί τους ασπίδα και φρούριο. Κι ακόμη φύλαγαν εκδίκηση για όποιον τυχόν τολμούσε να τον κακοποιήσει καμιά φορά. Ολάκερες οι οικογένειες και  των δύο αδελφοποιητών λες και αποκτούσανε στενή συγγένεια. 
Θρησκευτικές και εθνικές πεποιθήσεις παραμερίζονταν ανάμεσα σε αδελφοποιητούς Τούρκο και Έλληνα. Ήτανε κάτι ανεξάρτητο απ` το Ευαγγέλιο και απ` το Κοράνι. Και απ` την Ιστορία ανεξάρτητο. 
Σε ειρηνικές εποχές , όταν οι Έλληνες της Μικράς Ασίας ζούσαν αρμονικά με τους Τούρκους και απολάμβαναν ανενόχλητοι του τόπου τα αγαθά, οι περιπτώσεις αδελφοποίησης ήτανε συχνότερες και πιο γόνιμες ανάμεσα στους δύο εκείνους συγκατοίκους λαούς. Αδελφοποιήσεις γίνονταν ανάμεσα και σε οικογένειες και ήσαν τότε οι θυσίες πολύ μεγαλύτερες. 

Όλγα Βατίδου, «Αγαθαί σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων», περ. Μικρασιατικά, τομ.1, 
Αθήνα 1970-1971 {Αποσπάσματα }

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

ΣΜΥΡΝΗ
Από τον κοσμοπολιτισμό έως τους εθνικισμούς
Hervé Georgelin, εκδ. ΚΕΔΡΟΣ

Η Σμύρνη στα μέσα του 19ου αιώνα γοητεύει με τον αστραφτερό κοσμοπολιτισμό της. Προάγγελος της τόσο επίκαιρης σήμερα πολυπολιτισμικότητας, συγκεντρώνει στους κόλπους της όλες τις ανθρώπινες ομάδες των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής. Σταυροδρόμι λαών, πολιτισμών, θρησκειών, ιδεών. Πρότυπο πνευματικής άνθησης, οικονομικής ευμάρειας και κοινωνικής προόδου.
Ο ερευνητής και συγγραφέας Hervé Georgelin δίνει ανάγλυφα την περίπλοκη ιστορία αυτής της ιδιαίτερης πληθυσμιακής μείξης. Εξετάζει την κοινωνική και πολιτική ζωή στην οθωμανική Σμύρνη από το τέλος της δεκαετίας του 1870 έως τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και την καταστροφή της πόλης. Περιγράφει τις δραστηριότητες , τις πρακτικές και την αλληλεπίδραση των διαφορετικών πληθυσμών εξετάζοντας τις επιρροές που δέχονται από τις μητροπόλεις της Ευρώπης. Φωτίζει την εύθραυστη συνύπαρξή τους υπό το πρίσμα της διαφορετικής παιδείας που προωθεί η κάθε εθνότητα, παράγοντας αποσταθεροποίησης, όπως υποστηρίζει, για μια ομοιογενή κουλτούρα.
Στην πολιτική σκηνή τα ιστορικά γεγονότα ερμηνεύονται σε δύο αντικρουόμενα επίπεδα: την επίσημη γραμμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και το τοπικό κοινοτικό πνεύμα που στηρίζουν οι κάτοικοι ανεξαρτήτως εθνικών καταβολών. Το τέλος της Σμύρνης είναι τελικά η αρχή ενός βίαιου τέλους όλων των κοσμοπολίτικων πόλεων της Ανατολικής Μεσογείου.

















Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Δυο φορές ξένος
İki kere yabancı

http://www.youtube.com/watch?v=lHB2MvEt8XY


ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ του  Bruce Clark 
«Δυο φορές ξένος»
[ Οι μαζικές απελάσεις που διαμόρφωσαν την σύγχρονη Ελλάδα και Τουρκία ] 
Eκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ 2007

Ι
ΗΤΑΝ όμως απαραίτητο να χωριστούν οι χριστιανοί από τους μουσουλμάνους, οι Έλληνες από τους Τούρκους και να εγκατασταθούν σε διαφορετικά μέρη; Υπάρχουν δύο τρόποι να δει κανείς αυτό το ζήτημα: από τη σκοπιά εκείνων που πήραν τις αποφάσεις και από τη σκοπιά όσων έζησαν τις επιπτώσεις. Η ανταλλαγή των χριστιανομουσουλμανικών πληθυσμών που αποφασίστηκε το 1923 μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο αν εξετάσουμε και τις δύο όψεις του νομίσματος.
Ίσως έτσι φωτιστεί με τη σειρά της  η πραγματική σημασία των ερειπωμένων εκκλησιών και των τζαμιών της Τουρκίας και της Ελλάδας.

ΙΙ 
ΕΙΝΑΙ λυπηρό ότι οι πολυπολιτισμικές αυτοκρατορίες αντικαταστάθηκαν όχι από πολυπολιτισμικές δημοκρατίες αλλά από εθνοκεντρικά κρατίδια και ο δρόμος προς τον επαναπροσδιορισμό ήταν συχνά στρωμένος με αίμα. Ακόμα και όταν δεν οδηγεί σε ανοιχτή σύρραξη , αυτό τραυματίζει τους ανθρώπους που βρίσκονται στη μέση του, γιατί αναδεικνύει αιτίες διχασμού που ίσως κάποτε δεν ήταν τόσο φανερές. Χαράζει διαχωριστικές γραμμές και αναγκάζει τους ανθρώπους να σταθούν από τη μια ή την άλλη πλευρά. Οι γέροντες της Ελλάδας και της Τουρκίας που έζησαν την αναγκαστική μετανάστευση τα καταλαβαίνουν πολύ καλά όλα αυτά, όπως άλλωστε και οι κάτοικοι της Βοσνίας ή του Καύκασου. Τα παιδιά των προσφύγων γαλουχήθηκαν από ανθρώπους των οποίων το παρελθόν ήταν πλούσιο, σύνθετο και πολυπολιτισμικό. Αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν υιοθετώντας μία και μοναδική ταυτότητα η οποία ήταν απλουστευμένη, αυστηρά επιβεβλημένη και το τίμημα για όποιον την αμφισβητούσε πολύ υψηλό. 
Από μία άποψη ο απόλυτος διαχωρισμός Ελλήνων και Τούρκων μπορεί να γίνει κατανοητός σαν πρακτικός τρόπος αντιμετώπισης μιας άμεσης πολιτικής και ανθρωπιστικής κρίσης. Σαν αποτέλεσμα του πολέμου που είχε μόλις κερδίσει η Τουρκία, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν άστεγοι , φτωχοί, άρρωστοι και απελπισμένοι. Η απόφαση να μεταναστεύσει μαζικά μία μεγάλη μερίδα λαού πρόσφερε έναν ρεαλιστικό τρόπο να τεθεί υπό έλεγχο η κρίση με υψηλό αλλά ελεγχόμενο κόστος και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστεψαν ότι ήταν ο μοναδικός. Παράλληλα η ανταλλαγή ήταν το αποκορύφωμα μιας μακράς ιστορικής διαδικασίας η οποία συνεχιζόταν για περισσότερο από έναν αιώνα. Για διάφορους λόγους το παλιό οθωμανικό μοντέλο της συνύπαρξης κοινοτήτων και θρησκειών ήταν καταδικασμένο από την επέλαση ενός πιο σύγχρονου κόσμου.

ΙΙΙ
ΟΜΩΣ , παρά την απερίγραπτη οδύνη που προξένησαν ο ένας στον άλλο , το νήμα που ένωνε Έλληνες και Τούρκους, χριστιανούς και μουσουλμάνους στον παλαιό οθωμανικό κόσμο δεν κόπηκε απόλυτα ακόμη και το 1922. Όποια και αν ήταν τα βάσανα που υπέστησαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της συνύπαρξής τους, οι άνθρωποι και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου δεν αντέδρασαν μόνο με αμοιβαίο μίσος ούτε αισθάνθηκαν μόνο ανακούφιση ή ευγνωμοσύνη για το χωρισμό τους. Τέτοια συναισθήματα υπήρξαν φυσικά. Οι αναμνήσεις των διωγμών και της προδοσίας ανακατεύτηκαν με εξίσου δυνατά θετικά αισθήματα και μνήμες που κατά κάποιο τρόπο γεφύρωσαν το μεταξύ τους χάσμα. Προσωπικές φιλίες, εμπορικές συνεργασίες, η συνείδηση ενός κοινού κόσμου που περιλάμβανε τη γη , τη γλώσσα, τη μουσική , το φαγητό και γενικά την καθημερινότητα δεν έπαψαν ποτέ να ισχύουν.
Αυτό εξηγεί ως ένα σημείο το τραύμα του αποχωρισμού που έφερε συγχρόνως πόνο και ανακούφιση. Ρίχνει επίσης φως στα αντιφατικά συναισθήματα που κάθε τόσο έρχονται και σήμερα στην επιφάνεια στις σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων είτε αυτά είναι κοινωνικά είτε προσωπικά. Επειδή το διπλωματικό και στρατιωτικό κλίμα είναι τόσο συχνά ψυχρό , είναι κυρίως στο πεδίο του πολιτισμού - λογοτεχνία, σινεμά και τραγούδια- που οι δύο λαοί εκφράζουν ελεύθερα το βάθος των αισθημάτων που τους ενώνουν και αμφισβητούν τα ιδεολογήματα που τους υποχρέωσαν να ζουν σε χωριστούς, ασύνδετους κόσμους. Ακόμη και σήμερα υπάρχει τεράστια ανταπόκριση σε κάθε βιβλίο , ταινία ή μουσική εκδήλωση που εκφράζει το πάθος την κοινή μοίρα που ενώνει Τούρκους και Έλληνες μέχρι σήμερα - παρά το βαρύτατο τίμημα που απαιτήθηκε και κατατέθηκε για την έκδοση αυτού του διαζυγίου εδώ και ογδόντα τόσα χρόνια.

ΙV
ΧΤΥΠΩΝΤΑΣ ρυθμικά τα πόδια τους στους χώρους των παρελάσεων , Έλληνες και Τούρκοι νεοσύλλεκτοι διδάσκονται να εκτοξεύουν τραγουδιστά συνθήματα μίσους ο ένας για τον άλλο. Από μια άποψη ίσως αυτό να είναι ενθαρρυντικό. Αν η εμφύσηση του μίσους χρειάζεται να γίνεται οργανωμένα και συνειδητά, αυτό ίσως συμβαίνει γιατί η πνευματική διχοτόμηση βυζαντινού και οθωμανικόυ κόσμου δεν περατώθηκε απολύτως ακόμα και τις στιγμές που ο εθνικισμός βρισκόταν στο απόγειο. Αυτό μαρτυρούν τα ερειπωμένα μνημεία που στέκουν ακόμα όρθια και στις δύο χώρες. Ίσως υπάρχει ακόμα καιρός να αποκατασταθούν οι κατεστραμμένες σχέσεις, μαζί με τα κατεστραμμένα κτίσματα. 

V
ΟΣΟΙ πιστεύουν στην παραδοσιακή έχθρα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων θα παρακολουθούσαν απορημένοι τους Έλληνες της Μυτιλήνης να στρώνουν αποχαιρετιστήρια τραπέζια στους γείτονές τους και αργότερα να τους συνοδεύουν στην προβλήτα όπου χριστιανοί και μωαμεθανοί που μια ζωή όργωναν τα χωράφια τους δίπλα - δίπλα και πολλές φορές έπαιζαν μια παρτίδα τάβλι στα καφενεία του χωριού , αγκαλιάζονταν και αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλο με δάκρυα στα μάτια. Έπειτα, καθισμένοι σε βουνά από αποσκευές, με τα υπάρχοντά τους τριγύρω - οι γυναίκες κλαίγοντας, τα παιδιά αγκαλιά με τα αγαπημένα τους κατοικίδια, οι γέροντες με τα γκρίζα γένια, αξιοπρεπείς όπως συνήθως- οι μουσουλμάνοι της Μυτιλήνης σάλπαραν για την άγνωστη Τουρκία.
[ από το Περιοδικό National Geograrhic, Νοέμβριος 1923 ]

VI
O ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ , ένας Κρητικός συγγραφέας που σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών είδε με τα μάτια του τη μαζική απέλαση των μουσουλμάνων , έγραψε ότι η είδηση ανταλλαγής των πληθυσμών συγκλόνισε και τις δύο κοινότητες , που έμοιαζαν με ένα ζευγάρι που το χαρτί του διαζυγίου τους φτάνει ακριβώς τη στιγμή που τα αίτια του τσακωμού έχουν ξεχαστεί. Τουλάχιστον 1000 Κρητικοί μουσουλμάνοι έκαναν αιτήσεις αλλαγής θρησκεύματος την ύστατη ώρα αλλά ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών τις απέρριψε. Σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα:

Άκουγες λοιπόν από τη μία το σύθρηνο της Τουρκιάς που ξεσηκωνόταν να φύγει , κι από την άλλη την προσφυγιά, που χτυπιόταν κι αυτή γιατί ξεσπιτώθηκε, κι αναρωτιόταν τί θεόργιστα θεριά πρέπει νάναι εκείνοι που αστοχούνε τον πόνο του ανθρώπου και τί περιμένουν να βγάλουν απ` αυτόν. 

Τις τελευταίες μέρες και ώρες που πέρασαν στο νησί τους, οι μουσουλμάνοι ξήλωναν τις πόρτες και τα παραθυρόφυλλα των σπιτιών τους. Υπήρξαν και τσακωμοί με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες που σκόπευαν να εγκατασταθούν σε αυτά. Την στιγμή που τα πλοία με τους μουσουλμάνους  σήκωναν τις άγκυρες «ακούστηκε» μία φωνή από χιλιάδες στόματα[...] αγριεμένη, παρακαλεστική, γεμάτη καημό και φοβέρα, που την έπαιρνε ο αγέρας και μας την έφερνε λουρίδα - λουρίδα. 

VII
ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑΣ της συλλογικής μνήμης των Τούρκων της Μυτιλήνης ήταν ο Φερχάτ Ερίς που γεννήθηκε στο νησί το 1911 και από το 1923 έζησε στο Αϊβαλί. Μεγάλωσε στο εύπορο Σκαλοχώρι όπου ακόμα στέκει ένας μιναρές για να θυμίζει την εύπορη μουσουλμανική κοινότητα. Έχει περάσει τα ενενήντα και οι καλές αναμνήσεις εναλλάσσονται στο μυαλό του με τις κακές. Θυμάται τα παιδικά του χρόνια να σημαδεύονται από το φόβο των ατάκτων κυρίως επειδή η συμπεριφορά τους ήταν τόσο απρόβλεπτη. « Οι Έλληνες τσέτες δολοφόνησαν ένα ανδρόγυνο στο χωριό μας αλλά συνήθως τους έδιωχναν οι ντόπιοι χριστιανοί που προστάτευαν τους συγχωριανούς τους»...
Η οικογένεια του Φερχάτ Ερίς ήταν σχετικά εύποροι κτηνοτρόφοι . Όπως πολλοί από τους χριστιανούς του γείτονες , ο πατέρας του Φερχάτ μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες για ένα διάστημα, όπου εξοικονόμησε χρήματα και διεύρυνε τους ορίζοντές του. Όταν επέστρεψε στη Μυτιλήνη παρακίνησε τα παιδιά του να μάθουν και τις δύο γλώσσες φοιτώντας τα πρωινά στο τουρκικό σχολείο και τα απογεύματα στο ελληνικό. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων ήταν καλές. « Ζούσαμε σαν αδέλφια με τους Έλληνες, συνεργαζόμασταν στις δουλειές και ποτέ δε χαλάσαμε τις καρδιές μας- τουλάχιστον μέχρι το 1919 που αποβιβάστηκε στη Σμύρνη ο ελληνικός στρατός». Ακόμα και όταν η κατάσταση άρχισε να γίνεται προβληματική λόγω των γεγονότων στην αντίπερα όχθη, στη Μυτιλήνη υπήρχαν ακόμα φιλίες που άντεχαν...
Ο Φερχάτ Ερίς θυμάται το ταξίδι προς τα παράλια της Μικρασίας στις 15 Οκτωβρίου του 1923.
«Ο Έλληνας κυβερνήτης της Μυτιλήνης είπε σε μας , τους Τούρκους κατοίκους του νησιού , ότι πρέπει να μαζέψουμε τα υπάρχοντά μας και να πηγαίνουμε. Οι Έλληνες συγχωριανοί μας έκλαψαν , όταν φύγαμε. Συνεργαζόμαστε καλά μαζί τους δεν μας έβλαψαν ποτέ».