Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ - ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ - ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

ΕΙΜΑΣΤΕ 100% ΤΟΥΡΚΟΙ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ 09.12.2007

Είμαστε 100% Τούρκοι και χριστιανοί

Του ανταποκριτή μας στην Κωνσταντινουπολη Αλεξανδρου Μασσαβέτα

Συναντιόμασταν κάθε χρόνο σε μία από τις ελληνικές ενορίες στο Νιχώρι του Βοσπόρου (Γενίκιοϊ), στην ακολουθία της Αναστάσεως, σαν να είχαμε δώσει ραντεβού. Νόμιζα πως ήταν δύο ακόμη ανάμεσα στους πολυάριθμους Τούρκους που προσέρχονται στην ακολουθία από περιέργεια για τα έθιμα του Ελληνορθόδοξου Πάσχα, είτε για να συνεορτάσουν με χριστιανούς φίλους, σε ένα εκκλησίασμα πολυεθνές και πολύθρησκο. Κομψοί, μορφωμένοι, πολυταξιδεμένοι, το ζεύγος Αχμέτ και Νετζλά Οζγκιουνες ανήκουν στους χιλιάδες Τούρκους που επέλεξαν, τα τελευταία χρόνια, να αλλάξουν θρησκεία, και στους ελάχιστους που δεν κρατούν την επιλογή τους αυτή κρυφή. Θέλησαν να μιλήσουν στην «Κ» για την εσωτερική αναζήτηση που τους οδήγησε στην Ορθοδοξία και για το τι σημαίνει να είσαι Τούρκος και χριστιανός, λίγους μήνες πριν μετοικήσουν στο εξωτερικό.
- Αρθρα στον τουρκικό Τύπο που αναφέρονταν στις πρόσφατες βαπτίσεις μουσουλμάνων υποστήριζαν ότι οι περισσότεροι έχουν ελληνική ή αρμενική καταγωγή, και άρα «επιστρέφουν στις ρίζες τους». Αποτέλεσε για εσάς κάποια τέτοια καταγωγή λόγο που σας ώθησε στον χριστιανισμό;
Αχμέτ: Η καταγωγή έπαιξε ρόλο σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά αυτό σίγουρα δεν ισχύει για μας. Εγώ προσωπικά γεννήθηκα στην Καππαδοκία, κάποιοι πρόγονοί μου κατάγονται από τον Καύκασο. Οσο γνωρίζω, στην οικογένειά μας δεν υπήρχαν χριστιανοί. Η προσχώρησή μου στην Ορθοδοξία ήταν αποτέλεσμα προσωπικής αναζήτησης.
Νετζλά: Η μητέρα μου κατάγεται από την Καβάλα και ο πατέρας μου από τον Πόντο. Στην οικογένειά μου κάποιοι μιλούν ρωμαίικα (την τοπική ελληνική διάλεκτο που μιλούν οι εξισλαμισθέντες). Ωστόσο το να αφήσω το Ισλάμ και να καταλήξω στην Ορθοδοξία ήταν προσωπική επιλογή άσχετη με όποια καταγωγή.

Το «ρωμαίικο έθνος»

- Ιστορικά η ταυτότητα του Τούρκου έχει συνδεθεί τόσο στενά με το Ισλάμ, ώστε πολλοί Τούρκοι δεν μπορούν να δεχθούν πώς μπορεί κανείς να είναι Τούρκος και μη μουσουλμάνος. Εσείς πώς αισθάνεστε;
Ν.: Είναι αλήθεια ότι πολύς κόσμος δεν σε θεωρεί «Τούρκο» εάν ανήκεις σε άλλη θρησκεία, ιδίως αν είσαι χριστιανός ή εβραίος. Νομίζει πως δεν ανήκεις απλώς σε διαφορετική θρησκεία, αλλά και σε διαφορετική εθνότητα.
Α.: Αυτό οφείλεται σε λόγους ιστορικούς. Αποτελεί οθωμανική παράδοση ο διαχωρισμός σε εθνότητες (μιλλέτ) με βάση τη θρησκεία. Για παράδειγμα, όλοι οι ορθόδοξοι αποτελούσαν το «ορθόδοξο έθνος» και η διοίκηση δεν έδιδε σημασία στην εθνική τους καταγωγή, π.χ. αν ήταν Βούλγαροι, Σέρβοι ή Ελληνες. Στην Καππαδοκία, απ' όπου κατάγομαι, αυτό που διαχώριζε τους κατοίκους σε Ρωμιούς και Τούρκους ήταν η θρησκεία. Οι ορθόδοξοι της περιοχής του Ταλάς, της ιδιαίτερης πατρίδας μου, μιλούσαν την τουρκική ως μητρική γλώσσα και τελούσαν ακόμη και τη θεία λειτουργία στην τουρκική. Αυτό που τους ενέτασσε στο «ρωμαίικο έθνος» ήταν η υπαγωγή τους στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η ιστορία όμως των Τούρκων παρέχει και άλλα, διαφορετικά παραδείγματα. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας τουρκικά φύλα ασπάσθηκαν τον χριστιανισμό σε όλη την έκταση της τουρκικής διασποράς. Υπάρχουν Τούρκοι χριστιανοί στην Κεντρική Ασία, οι ορθόδοξοι Γκαγκαούζοι στη Ρουμανία, αλλά και χιλιάδες Τούρκοι της Τουρκίας που έχουν ασπασθεί τον χριστιανισμό. Το ότι είναι χριστιανοί, δεν σημαίνει ότι δεν είναι και Τούρκοι. Και εγώ, λοιπόν, είμαι χριστιανός αλλά 100% Τούρκος, και έχω ως μητρική την τουρκική γλώσσα.
Εξάλλου, ο διαχωρισμός σε εθνότητες με βάση τη θρησκεία είναι πια ξεπερασμένος. Ο κόσμος ακόμη σαστίζει με το γεγονός ότι ένας Τούρκος είναι χριστιανός, αλλά γίνεται σιγά σιγά πιο εύκολα αποδεκτό.
- Με τι ασχολείστε επαγγελματικά;
Ν.: Εχω σπουδάσει διαιτολόγος και παρέχω εθελοντική εργασία.
Α.: Διετέλεσα διευθυντής μεγάλων κρατικών μονοπωλίων και έζησα κάποια χρόνια στις ΗΠΑ. Αργότερα εργάστηκα ως επιχειρηματίας στο Βέλγιο.

Η διαδρομή προς την Ορθοδοξία

- Αχμέτ Μπέη, η απόφασή σας να προσχωρήσετε στον Χριστιανισμό χρονολογείται από την εποχή που ζήσατε σε χριστιανικές χώρες λόγω της καριέρας σας;
- Όχι, το έδαφος είχε προετοιμασθεί πολύ νωρίτερα. Δυστυχώς στην Τουρκία ο χριστιανισμός παρουσιάζεται ως κάτι που έρχεται «απ' έξω». Αυτό είναι λάθος γιατί η Ορθοδοξία αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της περιοχής. Αυτό φαίνεται και από τα προνόμια που έδωσε ο Μωάμεθ ο Πορθητής στο Πατριαρχείο. Από παιδιά έχουμε μια προϊδέαση για τον χριστιανισμό, μέσα από το πρίσμα του Ισλάμ. Πολλοί μουσουλμάνοι αισθάνονται μεγάλο σεβασμό για τους χριστιανούς, σεβασμό που επιβάλλει το ίδιο το Κοράνι, καθώς δέχεται τον Ιησού ως προφήτη. Οι μουσουλμάνοι γενικά τρέφουν σεβασμό και για την Παναγία. Εχετε συναντήσει, φαντάζομαι, τα πλήθη θρησκευόμενων μουσουλμάνων που συρρέουν στις ρωμαίικες εκκλησίες της Πόλης για να προσκυνήσουν τους αγίους και να τους ζητήσουν κάποια χάρη ή βοήθεια. Στην Τουρκία, είμαστε από νωρίς έτοιμοι να δεχθούμε τα μηνύματα του χριστιανισμού.
Αν υπάρχουν κάποια προβλήματα, αυτά οφείλονται στην εκπαίδευση που δέχονται και οι δύο πλευρές και στην άγνοια. Για παράδειγμα, πολλοί μουσουλμάνοι δεν καταλαβαίνουν την έννοια της Αγίας Τριάδας και νομίζουν ότι λατρεύουμε τρεις θεούς, ότι ο χριστιανισμός είναι θρησκεία πολυθεϊστική. Δεν το λέω αυτό επικριτικά, απλά το επισημαίνω ως ένδειξη παραπληροφόρησης. Δεν νομιμοποιούμαι να ασκήσω καμία κριτική στο Ισλάμ, μια θρησκεία την οποία έχω εγκαταλείψει.
- Και η δική σας αναζήτηση, Νετζλά Χανούμ, ξεκίνησε και αυτή στην Τουρκία;
- Ναι, όταν ήμουν στο Πανεπιστήμιο. Η οικογένειά μου ήταν σχετικά θρήσκοι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τηρούσαν κατά γράμμα όλες τις επιταγές του Ισλάμ. Αυτοπροσδιορίζονταν ως μουσουλμάνοι, το ίδιο κι εγώ, ώσπου άρχισα να απομακρύνομαι από το Ισλάμ όταν φοιτούσα στην Αγκυρα. Οι γονείς μου μας είχαν αφήσει αρκετά ελεύθερους στο ζήτημα της θρησκείας. Αφήνοντας το Ισλάμ, αισθάνθηκα ένα κενό το οποίο έπρεπε να γεμίσω. Διάβασα, έψαξα μόνη μου. Αρχισε μία διαδρομή που με οδήγησε στην Ορθοδοξία.
- Η πορεία σας προς την Ορθοδοξία είναι συνεπώς αποτέλεσμα «ντόπιων» εμπειριών, χωρίς επιρροή από το εξωτερικό...
Α.: Η οποιαδήποτε επιρροή από τον χριστιανισμό στην Αμερική και την Ευρώπη μόνο αρνητική θα μπορούσε να είναι. Δεν αισθανόμουν καθόλου άνετα με τους εκεί χριστιανούς. Με απωθούσαν από τον χριστιανισμό, γιατί τον έχουν μετατρέψει σε ψυχοθεραπεία. Πηγαίνουν την Κυριακή στην εκκλησία για να χαλαρώσουν. Αλλά η θρησκεία στοχεύει να γεμίσει κάποιο άλλο κενό. Στην Ευρώπη, ο χριστιανισμός έχει μετατραπεί σε πανηγύρι εκκαθαρισμένο από θρησκευτικές αναφορές. Ας πάρουμε τα Χριστούγεννα ως παράδειγμα: πολύς κόσμος δεν εύχεται πια «Καλά Χριστούγεννα», αλλά «Καλές γιορτές». Στην Ευρώπη, ο κόσμος έχει μια πολύ επιφανειακή σχέση με τον χριστιανισμό. Δεν έχουν γνώση του μηνύματος και της πνευματικότητάς του.
- Οι Χριστιανοί εδώ πώς διαφέρουν από τους Ευρωπαίους;
Ν.: Είμαστε πολύ πιο κοντά στην ουσία και την παράδοση του χριστιανισμού.
Α.: Είμαστε πολύ πιο πιστοί.
Ν.: Εμείς οι δύο τουλάχιστον τηρούμε όσα επιτάσσει η θρησκεία μας. Πηγαίνουμε στην εκκλησία κάθε Κυριακή και διαβάζουμε τις Γραφές για κάποια ώρα μαζί κάθε βράδυ. Και προσευχόμαστε.
- Διατηρείτε σχέσεις με την εδώ ρωμαίικη κοινότητα;
Α.: Διατηρούμε στενές σχέσεις, καθώς τους συναντούμε κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Η ρωμαίικη κοινότητα περιλαμβάνει πολύ συμπαθητικά άτομα και έχουμε δημιουργήσει φιλίες. Καθένας έχει και κάτι να μας δώσει. Οι λειτουργίες γίνονται εκ περιτροπής σε κάποια εκκλησία. Πηγαίνουμε συχνά στις εκκλησίες στο Νιχώρι. Ο Λάκης Βίγκας, πρόεδρος της κοινότητας, βάζει τη Νετζλά να διαβάζει το Πάτερ Ημών στα τουρκικά.
Ν.: Ναι, το διαβάζω για τους τουρκόφωνους πιστούς (γέλια).
- Θα πρέπει να δυσκολεύεστε με την ακολουθία να είναι όλη στα ελληνικά.
Α.: Προετοιμαζόμαστε από το σπίτι για την κάθε Ακολουθία, ώστε να μπορούμε να παρακολουθήσουμε. Έχουμε δίγλωσση έκδοση της Αγίας Γραφής, ώστε να ακολουθούμε και το τουρκικό κείμενο. Είναι σημαντικό να καταλαβαίνει κανείς, να συμμετέχει...
- Η τραυματική εμπειρία της αποστασίας του Παπα-Ευθύμ από το Πατριαρχείο και της ίδρυσης της «Τουρκοορθόδοξης εκκλησίας» τη δεκαετία του 1920 δυσκολεύει ίσως ακόμη την εισδοχή της τουρκικής στις ελληνικές ενορίες της Πόλης, κάτι που έχει ήδη γίνει στα άλλα δόγματα...
Α.: Ναι, σίγουρα… Ελπίζω ότι με το πέρασμα του χρόνου θα υπάρξει και λειτουργία στα τουρκικά στην ορθόδοξη εκκλησία. Σήμερα μόνο το Πιστεύω διαβάζεται και στα τουρκικά. Πρέπει και το ζήτημα με τον Παπα-Ευθύμ να επιλυθεί· δεν είναι δυνατό να υπάρχουν εχθρικές μεταξύ τους εκκλησίες… Ολοι οι ορθόδοξοι πρέπει να υπαγόμαστε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Σεβάστηκαν την επιθυμία μας

- Είχατε καθόλου αρνητικές αντιδράσεις από τον κοινωνικό σας περίγυρο σχετικά με την αλλαγή θρησκείας; Τρέφετε ανησυχίες;
Α.: Καμία αρνητική αντίδραση δεν είχα, ούτε και μπορώ να πω ότι ανησυχώ.
Ν.: Αρνητική αντίδραση δεν είχα. Η οικογένειά μου εκδήλωσε έκπληξη, αλλά σεβάστηκε την επιλογή μου.
- Εκτιμάτε ότι θα ακολουθήσουν πολλοί στην Τουρκία το παράδειγμά σας, στεφόμενοι στον χριστιανισμό;
Α. και Ν.: Ναι, πολλοί.
- Μέχρι σήμερα, όμως, λίγοι έχουν βαπτισθεί...
Ν.: Γεγονός είναι ότι αυτοί που έχουν βαπτισθεί είναι πολύ περισσότεροι απ' όσους το «φανερώνουν». Φοβούνται τις αντιδράσεις του κοινωνικού τους περίγυρου. Είναι χριστιανοί στα κρυφά.
Α.: Ναι, φόβος υπάρχει. Αλλά αυτό πρέπει να αλλάξει, όπως και η στάση της κοινωνίας έναντι σε όσους αλλάζουν θρήσκευμα. Πάντως η Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ δεν ασκεί κανένα προσηλυτισμό. Σε αντίθεση, μάλιστα, θέτει σε μεγάλη δοκιμασία όσους θέλουν να αλλάξουν θρησκεία. Πρέπει να περάσεις μακρά κατήχηση και ελέγχεται η ειλικρίνεια της θέλησής σου.
- Το να ενταχθείτε στην Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν λοιπόν δύσκολο;
Ν.: Πήρε χρόνο, αλλά το θέλαμε πολύ.

Λάθος η υποβάθμιση του Πατριαρχείου

- Νομίζετε ότι η αναγνώριση από το κράτος και η προβολή του οικουμενικού χαρακτήρα του Πατριαρχείου θα ήταν προς όφελος της Τουρκίας;
Α.: Σαφέστατα. Κατά τη γνώμη μου το Πατριαρχείο είναι ένας θεσμός μέσω του οποίου μπορεί να επέλθει μια προσέγγιση μεταξύ των Τούρκων και των Ορθοδόξων, ζωτικής σημασίας για την Τουρκία. Σε μια Τουρκία που επιθυμεί να ενταχθεί στην Ε.Ε., ο ρόλος που μπορεί να διαδραματίσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο φέρνοντας τη χώρα κοντύτερα στην Ευρώπη είναι πολύ σημαντικός. Εξάλλου, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η πλέον κατάλληλη για τον διάλογο μεταξύ των θρησκειών, καθώς οι πιστοί της έζησαν πλάι πλάι στους μουσουλμάνους για αιώνες. Δεν λέω ότι αυτή η συμβίωση ήταν πάντα ειρηνική και φιλική, αλλά τουλάχιστον δημιούργησε γέφυρες επικοινωνίας. Δεν καταλαβαίνω πώς είναι δυνατόν κάποιοι στη χώρα μας να θέλουν να υποβαθμίσουν τον ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Εκπλήσσομαι και θλίβομαι.
Το ζήτημα της αναγνώρισης της οικουμενικότητάς του είναι πολύ πιο σημαντικό για τη χώρα μας από ό,τι για την Ελλάδα ή τη Ρωσία, για παράδειγμα. Εάν η κυβέρνηση προωθούσε ενεργά τον ρόλο του Πατριαρχείου μας ως κέντρου της Ορθοδοξίας, θα αναβαθμιζόταν ο διεθνής ρόλος της Τουρκίας στον πνευματικό τομέα. Ορισμένοι εθνικιστικοί κύκλοι στην Αθήνα δεν επιθυμούν να έχει σημαντικό ρόλο το Πατριαρχείο, επειδή βρίσκεται στην Τουρκία. Η δε Ρωσία επιθυμεί να αναγνωριστεί η Μόσχα, αντί της Πόλης, ως κέντρο των ορθοδόξων. Δυστυχώς, είναι πολλοί αυτοί που υπονομεύουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
- Εχετε θορυβηθεί από τις επιθέσεις κατά χριστιανών, όπως η δολοφονία του ιερέα Σαντόρο στην Τραπεζούντα και η σφαγή των χριστιανών στη Μαλάτεια; Ποιοι νομίζετε ότι βρίσκονται πίσω τους;

Α.: Δεν νομίζω ότι παρόμοιο γεγονός θα μπορούσε να λάβει χώρα στην Πόλη. Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε., η Τουρκία αλλάζει θεαματικά. Οι Τούρκοι γίνονται ολοένα και πιο ανοικτοί και ανεκτικοί. Αλλά στις αλλαγές αυτές είναι επόμενο να αντιδρούν κάποια ακραία στοιχεία. Η παρανοϊκή αντίσταση στην πρόοδο συναντιέται σε ακραίους κύκλους παντού. Πρόκειται για σκοτεινές δυνάμεις οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με το κράτος. Είναι περιθωριακοί.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΜΕΡ ΑΣΑΝ



Ομέρ Ασάν
Ένα «καρντάσι» από τον Πόντο!

Ο Τούρκος που ανέδειξε την ξεχασμένη ελληνόφωνη ποντιακή ταυτότητα της Τουρκίας μιλάει στο «Βήμα» για αυτά που μας ενώνουν με τους «απέναντι»



http://www.tovima.gr/society/article/?aid=372458

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

"Είμαι, είσαι, είναι … πατριώτης"

Είμαι, είσαι, είναι πατριώτης

Φίλε μου, με λένε Αντώνη. Αγαπώ την πατρίδα μου. Έπαιξα σε πολλά θεατρικά , είπα ποιήματα, τραγούδησα, φώναξα συνθήματα και στάθηκα προσοχή στον εθνικό μας ύμνο. Αγαπώ την πατρίδα μου. Είμαι απ` αυτούς που μπορούν να πουν «ο πατέρας μου πολέμησε, ο παππούς μου βασανίστηκε, οι δικοί μου έγιναν πρόσφυγες, τα αδέλφια μου υπηρέτησαν στα σύνορα». Κι εγώ το ίδιο θα ήθελα.

Με καταλαβαίνεις;

Κατακαλόκαιρο στην Κύπρο, φίλε μου, Αύγουστος, ντάλα μεσημέρι, που λέμε. Ο ήλιος καυτός κι εγώ στην εθνική οδό βουτηγμένος στα λάδια της μηχανής μαζί με τον πατέρα μου . Μην τα ρωτάς. Η μηχανή να καπνίζει , το ψυγείο σπασμένο, ο ιδρώτας να τρέχει και παρά τη φήμη μας για τα μηχανικά μαστορέματα, η μοίρα μας εξαρτάται από την Ασφαλιστική και την εξυπηρέτησή της. Περιμένουμε λοιπόν στη λωρίδα διαφυγής. Δίπλα περνούν αυτοκίνητα με πατημένα 100-120. Ποιος δε θα τα ζήλευε; Κατά τα άλλα ερημιά, Σκέφτομαι πως τα μόνα ζωντανά  πλάσματα που φαίνεται να επιζούν μέσα σ` αυτήν την αφόρητη ζέστη είμαστε εμείς. Η ώρα περνά και κοιτάμε απεγνωσμένα το ανοικτό καπό. Ξαφνικά ένα αυτοκίνητο κόβει ταχύτητα και σταματά 50 μέτρα μπροστά. Πινακίδες παλιές. Απ` αυτές που εμείς στην Κύπρο ξέρουμε ότι ανήκουν στους κατοίκους της άλλης πλευράς. Πριν προλάβω να το σκεφτώ, βγαίνει ένας κύριος το ίδιο παλιός, κοντός, λεπτός μελαχρινός. «Τουρκοκύπριος», ψιθυρίζω και σφίγγω τις παλάμες. Έχουν αρχίσει να βολτάρουν ανάμεσά μας τώρα που άνοιξαν τα σύνορα. Αλήθεια, όλο αυτό που κρατάω χρόνια, ετοιμάζομαι να το πετάξω με μία λέξη ( ή ό,τι άλλο χρειαστεί ) στο πρόσωπο αυτού του εχθρού. Όμως τα μάτια του πατέρα μου με καθηλώνουν. Ετοιμάζομαι να ουρλιάξω την αγανάκτησή μου για όλα αυτά που έκαναν σε εμάς, αυτός και το σινάφι του, όμως τα σπαστά ελληνικά του με προλαβαίνουν. «Μπορώ να βοηθήσω;». «Ευχαριστούμε, ειδοποιήσαμε», απαντά καταδεκτικά ο πατέρας. «Έγινε ο Θεός μαζί σας», λέει καλόκαρδα και προσπαθώντας να βρει τις σωστές λέξεις και φεύγει.



Φίλε μου, πες μου, υπάρχουν και καλοί Τούρκοι;

Πρέπει να φαίνομαι αλήθεια σαν καρτούν σε απόγνωση, όπως στέκομαι στο μετρό του Λονδίνου. Ψάχνω τα δρομολόγια, αλλά σήμερα άλλαξαν. Κόσμος περνάει και έρχεται και νιώθω όσο ποτέ την ανάγκη κάποιος να βοηθήσει, να μου εξηγήσει τι γίνεται και πως θα φτάσω στην εκκλησία που θέλω για τη Λειτουργία. Άντε να ρωτήσεις τώρα. Δύσκολο να `σαι ξένος. Για να δούμε ποιος θα σταματήσει να συνεννοηθεί μαζί μου στα «άπταιστα» αγγλικά μου. Κοίταξε να δεις τύχη σκέφτομαι. Κι όμως με πλησιάζει ένας συνομήλικος και ρωτά υπομονετικά εάν μπορεί να με βοηθήσει. Λέω το πρόβλημα και μου εξηγεί χαμογελώντας πως πηγαίνει στην ίδια κατεύθυνση και θα με πάει εκεί που θέλω. Φαντάσου πως τον κοίταζα. Εντάξει, πηγαίνει στην ίδια κατεύθυνση και θα με πάει εκεί που θέλω, αν και κανονικά θα κατέβαινε νωρίτερα. Στο δρόμο μιλάμε και αλήθεια, τον νιώθω δικό μου. Δεν ξέρω αν σου `χει τύχει. Στην κουβέντα με ρωτάει από πού είμαι. Από την Κύπρο λέω εγώ, εξηγώ για τους πρόσφυγες γονείς μου και επιστρέφω την ερώτησή του. «Κι εγώ Κύπριος, από την Κερύνεια είμαι» η απάντηση. Σκάω ένα χαμόγελο; «και γιατί δε μιλάμε ελληνικά;». Δεν ξέρει ελληνικά, είναι Τουρκοκύπριος. Μου ζητά ν` ανταλλάξουμε μέιλ, να μιλάμε. Αρνούμαι όσο ευγενικά μου επιτρέπει η έκπληξή μου.


Φίλε μου είμαι προδότης που δέχτηκα τη βοήθειά του;

Ακολουθώντας το δρόμο για τη Λειτουργία, που σου ` λεγα πριν, δεν ξέρω γιατί αλλά μου ήρθε στο μυαλό η εικόνα του παππού μου. Έφυγε με τον καημό της πατρίδας που έχασε και δεν ξαναείδε. Κάτω από την κληματαριά του προσφυγικού του σπιτιού μου ` χε πει. «Άκου παιδί μου, την πατρίδα να την αγαπάς, να μην ξεχνάς, αλλά να συγχωρείς. Οι άνθρωποι δε φταίνε. Τα πάθη, τα συμφέροντα… Τους ανθρώπους να τους αγαπάς, όπως θέλει ο Θεός».

Φίλε μου, πες μου. Στην Αγία Γραφή, που λέει «ν` αγαπάς τους εχθρούς σου», αλήθεια εννοεί και τους Τούρκους, τους εχθρούς της πατρίδας;
                                                                                                 Ιουλιανή

Δόθηκε από τον Ι.Περράκη , δημοσίευμα του περιοδικού "Προς τη Νίκη", Φεβρουάριος 2015


Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Η ΣΥΚΓΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ ΠΟΥ ΤΟ 1922 ΕΓΙΝΕ… ΕΜΙΝΕ


Η ΣΥΚΓΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ ΠΟΥ ΤΟ 1922 ΕΓΙΝΕ… ΕΜΙΝΕ

Η Ελένη είναι η ιστορία μιας Ελληνοπόντιας, της Ελένης, που στην ανταλλαγή των πληθυσμών δεν έφυγε μαζί με τους δικούς της στην Ελλάδα αλλά έμεινε στην Τουρκία και μετά από πολλά χρόνια κάποιοι… Τούρκοι την φέρνουν στο φως της δημοσιότητας για να γίνει κινηματογραφική ταινία με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Maçkalı Eleni» που θα δείχνει και το μεγάλο δράμα χιλιάδων Ρωμιών κατά την διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμών το 1922-23.
Η ιστορία λοιπόν αυτής της Ελένης έχει ως εξής : Το 1920 ζούσε σε ένα χωριό έξω από την Τραπεζούντα ο μεταλλουργός Χαράλαμπος Χρυσοστομιδης με το παρατσούκλι, Lampo Usta, (δηλαδή Μάστορα Λάμπη), με την γυναίκα του Αναστασία και την μικρή τους κόρη την Ελένη. Η ζωή τους κυλούσε ήρεμα και ο μάστορας κέρδιζε αρκετά για να ζει η οικογένεια του χωρίς στερήσεις. Όλα αυτά όμως άλλαξαν με βίαιο τρόπο το 1923, ( εδώ βέβαια οι Τούρκοι δεν κάνουν καμία αναφορά για την φρικτή γενοκτονία των Ποντίων που τότε έχει αποκορυφωθεί), καθώς είχε έρθει η ώρα της αναγκαστικής προσφυγιάς. Το ζευγάρι με την 13 χρονών κόρη τους Ελένη πήραν ότι μπορούσαν μαζί τους και κατευθύνθηκαν μαζί με πολλούς άλλους Ελληνοπόντιους προς την Τραπεζούντα για να αποβιβαστούν στο πλοίο που θα τους έφερνε στην Ελλάδα. Στο δρόμο όμως τους σταμάτησε ένα ένοπλο τμήμα. Οι Τσέτες συγκέντρωσαν κάποια κορίτσια μαζί και την Ελένη που διακρίνονταν για την ομορφιά τους και τα απήγαγαν. Ο καημένος ο Χαράλαμπος χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι έστειλε την σύζυγο του προς το λιμάνι της Τραπεζούντιας ενώ εκείνος έμεινε πίσω για να ψάξει για την κόρη του. Πέρασαν τέσσερις μήνες όμως χωρίς κανένα αποτέλεσμα και η Ελένη δεν είχε βρεθεί. Εντωμεταξύ η γυναίκα του η Αναστασία έφυγε με το πλοίο της προσφυγιάς και έφτασε στην Καβάλα. Στον Πόντο ο Χαραλάμπης συνέχιζε να ψάχνει παντού για την κόρη του. Στο χωριό του όπου ξαναπήγε του είπαν πως δεν έμεινε κανένας Έλληνας καθώς όλοι είχαν φύγει και μάλιστα τον προειδοποίησαν ότι το αν παραμείνει εκεί υπήρχε μεγάλος κίνδυνος για την ζωή του. Τότε ήρθαν κάποιοι και του είπαν πως η Ελένη σκοτώθηκε από τους άτακτους και ότι είχαν δει το πτώμα της μαζί με άλλα πτώματα σε κάποιο ρέμα κοντά στην Τραπεζούντα. Ο καημένος ο Χαραλάμπης χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυα του αποφάσισε τελικά να φύγει από τον Πόντο. Μετά από περιπλανήσεις τριών μηνών έφτασε στο Καντήκιοΐ της Κωνσταντινούπολης.
Εκεί απελπισμένος χωρίς την γυναίκα του που είχε φτάσει στην Ελλάδα και την κόρη του χαμένη, ο Χαράλαμπος γνωρίζεται με ένα επιφανή Τούρκο, τον Süreyya Paşa, ο όποιος τον εκτίμησε και θαύμασε την επιδεξιότητα του στην τέχνη του. Ο Τούρκος τότε του άνοιξε ένα μαγαζί στο Καντήκιοϊ και ο Χαράλαμπος με την μεγάλη του εργατικότητα απέκτησε πολλούς πελάτες και άρχισε να βγάζει πολλά χρήματα. Ο Λάμπης τότε εγκατέλειψε την ιδέα να φύγει στην Ελλάδα και αφού γνωρίστηκε με μια κοντοχωριανή του, την Antusa, που είχε μείνει και αυτή στην Πόλη την παντρεύεται και κάνει μια κόρη την Σοφία. Η Σοφία αφού μεγάλωσε παντρεύτηκε και έκανε ένα γιο. Ο γιός της αγάπησε πολύ τον παπού του τον Λάμπη ο όποιος συνεχώς του μιλούσε για την χαμένη του θεια την Ελένη γιατί ποτέ δεν πίστεψε ότι είχε σκοτωθεί αλλά ότι ζούσε χαμένη κάπου στον Πόντο. Ο γιός της Σοφίας μεγάλωσε έγινε χρυσοχόος και άνοιξε ένα μαγαζί κοντά στο Καπαλί Τσαρσί αλλά συνεχώς σκέφτονταν για την Ελένη που είχε χαθεί. Απευθύνθηκε τότε σε ένα δικηγόρο και του ανέθεσε να ψάξει για την χαμένη του θεια. Πριν περάσει πολύς καιρός τότε ένα τηλεφώνημα έκπληξη ήρθε από την Τραπεζούντα. Αυτοί που τηλεφωνούσαν τον ρώτησαν ότι «εσείς δεν είστε που ψάχνεται για την Εμινέ;», (δηλαδή την Ελένη ). Ο γιος της Σοφίας σάστισε και τότε έμαθε ότι η Ελένη είχε βρεθεί από την οικογένεια του Abdülkadir Sümer που την είχαν υιοθετήσει και την ονόμασαν Εμινέ.
Παράλληλα όμως καθώς έψαχνε για την χαμένη κόρη του παππού του ρωτούσε και για την χαμένη του γιαγιά την Αναστασία. Τότε μαθαίνει ότι η Αναστασία που βρίσκονταν στην Ελλάδα είχε παντρευτεί και αυτή και είχε κάνει δυο παιδιά. Τα παιδιά της Αναστασίας ήθελαν πολύ να έρθουν στην Τουρκία για να ψάξουν για τον Χαραλάμπη και την χαμένη κόρη της Αναστασίας και τελικά κατάφεραν να έρθουν σε επαφή με το γιο της Σοφίας. Εντωμεταξύ από την Τραπεζούντα ο Sümer, δηλαδή ο θετός πατέρας της Ελενης, μόλις έμαθε για όλη αυτή την ιστορία της υιοθετημένης του κόρης ήρθε στην Κωνσταντινούπολη και προσκάλεσε όλους τους συγγενείς της Εμινέ στην Τραπεζούντα. Εδώ αντιλαμβάνεται κανείς τα συναισθήματα όλων αυτών καθώς μετά από πολλά χρόνια τα παιδιά της Αναστασίας και ο γιος της Σοφίας συναντήθηκαν στην Τραπεζούντα και βρήκαν την χαμένη κόρη του Χαραλάμπη, την Ελένη, που τώρα ήταν η Εμινέ. Αλλά το πιο ίσως εντυπωσιακό σε όλη αυτή την συγκλονιστική ιστορία είναι ότι όλοι μαζί πήγαν και προσκύνησαν το μοναστήρι της Βαζελώνας ένα από τα πιο ιερά μέρη του ελληνορθόδοξου Πόντου.
Η συγκλονιστική αυτή ιστορία, (την οποία όταν την διαβάσει κανείς στα τουρκικά πραγματικά συγκινείται), δείχνει για άλλη μια φορά το μεγάλο δράμα των Ελληνορθόδοξων Ποντίων. Αλλά το εντυπωσιακό είναι ότι αποφασίστηκε να την κάνουν ταινία μια ομάδα «Τούρκων» οι οποίοι όταν την έμαθαν είχαν συγκλονιστεί καθώς είχαν γίνει και μάρτυρες της συνάντησης μετά από τόσα χρόνια όλων αυτών των χαμένων συγγενών από την φρίκη ενός πολέμου και μιας γενοκτονίας. Βέβαια το ποιοι είναι αυτοί οι «Τούρκοι» που θα γυρίσουν την ταινία δεν μας γίνεται γνωστό, ίσως για ευνόητους λόγους. Όμως και μόνο που στην σημερινή Τουρκία ένα τέτοιο μεγάλο δράμα των Ελληνοποντίων θα γίνει φιλμ, είναι άλλο ένα δείγμα και σημείο των καιρών και φανερή ένδειξη ότι η πανάρχαια φλόγα της ελληνοορθοδοξίας δεν έχει σβήσει ποτέ σε αυτή την ιστορική μεριά του ελληνισμού.
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
ΠΗΓΗ:" hellasforce"

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2015

ΤΟΥΡΚΟΣΠΟΡΟΙ

Τουρκόσποροι
Sraosha | 06.01.2015 | 13:53
Είμαστε οι Τουρκόσποροι. Είμαστε πια πεθαμένοι ή υπέργηροι. Ήμασταν πολλοί. Όταν λέμε "πατρίδα", πάντα εννοούμε εκείνη την αχανή χώρα πέρα από τη θάλασσά σας, εκείνη τη χώρα που δεν ήταν ούτε δική μας ούτε των Τούρκων. Ήρθαμε από πόλεις που δε διανοείστε και που δε θα χτίσετε ποτέ, ξεριζωθήκαμε από τοπία που δεν έχουνε καμμία σχέση με τους χείμαρρους και τα ξεροβούνια σας και τους λασπερούς σας κάμπους, μόλις προλάβαμε να μεγαλώσουμε σε κόσμους που χαλβαδιάζετε σε ταινίες Τούρκων και Ιρανών και με ωραία φίλτρα και σωστό φωτισμό.
Μας τσουβαλιάσατε και μας φέρατε. Μας βάλατε σε σαπιοκάραβα. Μας βάλατε να περπατάμε. Άλλους μας σφαγίασαν, άλλους μας έπνιξαν, άλλοι συνωστιστήκαμε στην προκυμαία της Μερσίνας. Πολλοί από εμάς χάθηκαν -- μέχρι και τη δεκαετία του '80 μια ήρεμη ραδιοφωνική φωνή θα έψαχνε κάποιους από εμάς με όνομα και επώνυμο στις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού. Μας μετατρέψατε σε πλάνητες αλλογενείς, μας τάξατε αποζημιώσεις και μας δώσατε παλιόχαρτα που τίποτε δεν άξιζαν. Μας κάνατε εργάτες και γεωργούς.
Μας είπατε όλους "πρόσφυγες", μας φέρατε στη χώρα σας και μας βάλατε σε παραπήγματα και σε χωριά όπου οι ντόπιοι σταβλίζονταν δέκα μαζί σ' έναν οντά και δεν πλένονταν ποτέ, για να μη φύγει το Άγιο Μύρον της βάφτισης από πάνω τους. Όσες ήμασταν γυναίκες μάς βγάλατε πουτάνες, είτε ήμασταν σωφρόνως πολυγαμικές Σμυρνιές, είτε αγέλαστες Πολίτισσες, είτε μητριαρχικές Καππαδόκισσες: πλενόμασταν πολύ, βάζαμε κολώνια, φοράγαμε νυχτικά. Μας φυτέψατε όπου πιστεύατε ότι θα προγκήξουμε τον Σλάβο και τον Αρβανίτη και τον Βλάχο, αλλά εμείς δε φέραμε μαζί μας τον ελληνισμό που ονειρευόσασταν, παρά κάτι πολύ μεγαλύτερο και εντελώς ακατάλληλο για τους σκοπούς σας. Απόπαιδα. Γιατί εσείς θέλατε να φτιάξετε τη μονόγλωσση μονόδοξη ελλαδική χαρά σας, το ζωντανό μαυσωλείο των αρχαίων προγόνων, κι εμείς μιλάγαμε τούρκικα, ποντιακά, καππαδόκικα, γαλλικά και μια σπασμένη καθαρεύουσα που μαθαίναμε στα σχολεία. Γιατί εμείς τρώγαμε μαντί και ιμάμ και καβουρμά και πληγούρι. Γιατί μολύναμε τη βαλκανική μουσική σας και τους μπάλλους σας με αμανέδες και καρσιλαμάδες και άσματα οθωμανικά.
Σας δώσαμε παραβατικότητα και σας δώσαμε γράμματα. Σας φέραμε φαγητό και χασίσι. Σας υπενθυμίζαμε τι υπήρχε πίσω από τη Μυτιλήνη και τη Χίο, πίσω από τον κολοβό ορίζοντα των οραμάτων σας. Μετά, όταν πάψαμε κάποτε να είμαστε οι αούντηδες που "ούι, ρι συ, πίνουν νιρό!" στη βρύση του χωριού σας μετά από πεζοπορία ημερών, αναλάβατε εξ ονόματός μας να πάρετε την Πόλη και την  Αγια Σοφιά. Συμβολικώς πάντα. Γιατί συμβολικώς μόνο ζείτε και συμβολικώς σκοτώνεστε και συμβολικώς αφήνετε άλλους πρόσφυγες και αλλογενείς να πνίγονται και να ξεπαγιάζουν στα σύνορα της ελλαδικής χαράς σας.
Εμείς πεθαίνουμε πια, όσοι απομείναμε, τουλάχιστον πεθαίνουμε ειρηνικά. Τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας είναι σαν κι εσάς, είναι εσείς. Γιατί είναι μεγάλο μαύλισμα να είσαι Έλληνας. Έστω και συμβολικώς. Κι ας πνιγούνε κι ας πεθάνουν κι ας ξεπαγιάσουν όσοι χρειαστεί.

ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ στο  ΔΟΥΡΓΟΥΤΙ ( ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ )

Πηγή:
http://www.thegreekcloud.com/

Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ ΜΥΘΟΙ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Η αντίληψη των Ελλήνων και των Τούρκων για το έθνος και το παρελθόν δομείται με βάση εντελώς αντίθετες αφετηρίες, οι οποίες κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν αλληλοσυμπληρούμενες


Μπορεί να υπάρξει ελληνική ιστορία χωρίς τους Τούρκους; Μπορεί να υπάρξει τουρκική ιστορία χωρίς τους Έλληνες; Οι ερωτήσεις αυτές μοιάζουν ρητορικές αλλά δεν είναι. Πρώτον, γιατί πολύ συχνά οι εθνικές ιστορίες ομφαλοσκοπούν αυτάρεσκα όχι μόνο βάζοντας το έθνος στο κέντρο της αφήγησης αλλά και αγνοώντας περιφρονητικά τους άλλους λαούς, ιδιαίτερα τους γειτονικούς. Δεύτερον, γιατί και στις περιπτώσεις ακόμη που αυτοί οι γειτονικοί λαοί εμφανίζονται, έχουν περιθωριακό και παθητικό ρόλο ή αναλαμβάνουν τον ρόλο του εχθρού επί του οποίου διέπρεψε νικηφόρα το έθνος. Το ότι τα στοιχεία αυτά διακρίνουν τόσο την ελληνική όσο και την τουρκική εθνική ιστορία δεν είναι βεβαίως πρωτότυπο να το διαπιστώσει κανείς. Αυτό που ωστόσο παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον είναι ότι οι δύο αυτές ιστορίες είναι αντιστρόφως ανάλογες: το ίδιο ιστορικό γεγονός παρουσιάζεται και αξιολογείται διαφορετικά σε κάθε περίπτωση ­ αρνητικά στη μία, θετικά στην άλλη και το αντίστροφο.
Αντεστραμμένα είδωλα της κοινής ιστορίας μπορούμε να εντοπίσουμε κατ' εξοχήν στην περίοδο της συνύπαρξης Ελλήνων και Τούρκων στο ίδιο κράτος, την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ολα ξεκινούν με την κατάκτηση των Βαλκανίων. Για την ελληνική εθνική ιστορία η πτώση της Πόλης σήμανε τη «σκλαβιά» του έθνους αλλά και τη «στασιμότητα» και την «οπισθοδρόμηση» σε σχέση με την ευρωπαϊκή Δύση. Σύμφωνα με την τουρκική εθνική ιστορία αντίστοιχα, η κατάκτηση της Βαλκανικής ήταν επιθυμητή από τους λαούς της στο κοινωνικό επίπεδο, με την προσδοκία μιας δικαιότερης διοίκησης, και στο θρησκευτικό, εφόσον ήθελαν να αντιταχθούν στη διείσδυση του καθολικισμού. Η χρήση των όρων είναι από μόνη της αποκαλυπτική για τη διαφορά των δύο οπτικών: στην «πτώση» ή στην «άλωση» της Πόλης της ελληνικής εκδοχής αντιπαρατίθεται η κατά την τουρκική εκδοχή «κατάκτησή» της. Εννοείται ότι ολόκληρη η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας αξιολογείται διαμετρικά αντίθετα από τις δύο εθνικές ιστορίες: για μεν τους Ελληνες η περίοδος από την άλωση της Κωνσταντινούπολης ως την Ελληνική Επανάσταση δεν είναι παρά μια εποχή σκλαβιάς και καταπίεσης κατά την οποία το έθνος υπέφερε καρτερικά τα δεινά του με την ελπίδα της απελευθέρωσης. Για τους Τούρκους την περίοδο αυτή κυριαρχεί η «pax ottomanica» όπου η δίκαιη και χρηστή διοίκηση και η ανοχή προς τους χριστιανούς εξασφαλίζουν την αρμονική συνύπαρξη των λαών της αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, εξάλλου, η ανάπτυξη των βαλκανικών εθνικών κινημάτων και η δημιουργία των βαλκανικών εθνικών κρατών τον 19ο αιώνα χαρακτηρίζονται «εξεγέρσεις» και αντιμετωπίζονται ως εκδήλωση αγνωμοσύνης προς τους Οθωμανούς, οι οποίοι κυβερνούσαν με δικαιοσύνη και ανοχή.
Οι δύο αυτές αντιθετικές γενικές εικόνες περικλείουν και όλα τα επί μέρους γεγονότα που σφραγίζουν τις ιστορικές σχέσεις των δύο λαών. Για παράδειγμα, οι «χρυσοί αιώνες» της οθωμανικής ιστορίας (15ος και 16ος), εποχή ακμής και εξάπλωσης των Οθωμανών, παρουσιάζονται ως «σκοτεινοί» αιώνες της ελληνικής ιστορίας ενώ αντίθετα οι δύο επόμενοι (17ος και 18ος), όπου η Οθωμανική Αυτοκρατορία εμφανίζει συμπτώματα παρακμής, είναι αιώνες σταδιακής «αναγέννησης» του ελληνικού έθνους. Οξύτερες είναι οι διαφορές όταν πρόκειται για την ερμηνεία της σύγκρουσης μεταξύ των δύο λαών, των πολεμικών αναμετρήσεων, της αμοιβαίας βίας, της νίκης και της ήττας. Η ήττα ιδιαίτερα φαίνεται ότι παίζει καθοριστικό ρόλο για την κατασκευή του «άλλου». Στην περίπτωση της ελληνικής και της τουρκικής εθνικής ιστορίας το πιο εύγλωττο παράδειγμα είναι οι εθνικές επέτειοι. Και στις δύο περιπτώσεις ως εθνική επέτειος εορτάζεται η στιγμή της νικηφόρας σύγκρουσης με τον «άλλον». Στη μεν ελληνική περίπτωση πρόκειται για την Ελληνική Επανάσταση (1821) που οδήγησε στη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, στη δε τουρκική περίπτωση πρόκειται για την απώθηση των ελληνικών στρατευμάτων από τη Μικρά Ασία (1922) που οδήγησε στη δημιουργία της τουρκικής δημοκρατίας. Πάλι οι όροι είναι αποκαλυπτικοί: οι Ελληνες μιλούν για Μικρασιατική Καταστροφή, οι Τούρκοι για Αγώνα Απελευθέρωσης.
Πρόκειται λοιπόν για μια κοινή ιστορία και για δύο αντίθετους μύθους. Στα ίδια ιστορικά γεγονότα η κάθε εθνική ιστορία αναγνωρίζει τη δική της αλήθεια, μια αλήθεια τελείως διαφορετική από εκείνη του γείτονά της. Αλλωστε η αλήθεια του άλλου δεν την αφορά. Προτιμά να εφησυχάζει στις βεβαιότητές της. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που η υψηλή αρνητική αξιολόγηση του άλλου συνδυάζεται με ελάχιστη γνώση. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τουρκικά σχολικά εγχειρίδια ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία καταλαμβάνουν πολύ μικρό μέρος, όπως αντίστοιχα στα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια πολύ λίγες πληροφορίες θα βρούμε για τους ίδιους τους Τούρκους παρά τη στενή συνύπαρξη κατά τα τελευταία χίλια χρόνια. Οι τέσσερις αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια περιγράφονται από την ελληνική σκοπιά (ως ιστορία των Ελλήνων επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) και ελάχιστες πληροφορίες υπάρχουν για το ίδιο το οθωμανικό κράτος.
Οι δύο εθνικές αφηγήσεις δομούνται συνεπώς με βάση αντίθετους κεντρισμούς ενώ η αντίληψη για το έθνος και το παρελθόν στηρίζεται σε διαφορετικές έννοιες, τις οποίες θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε συμπληρωματικές. Σε αυτό το θέμα όμως θα επανέλθουμε σε επόμενη επιφυλλίδα.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  12/11/2000
«ΤΟ ΒΗΜΑ» ΓΝΩΜΕΣ
Χριστίνα Κουλούρη ( αναπληρώτρια καθηγήτρια της Ιστορίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης).



Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΟΖΑΝΗΣ

ΓΡΑΦΕΙ Η ΜΑΡΩ ΣΙΔΕΡΗ

Οι άνθρωποι που έγιναν απάτριδες για μια ειρήνη..

Στο σχολείο ήταν από τα πιο βαρετά κεφάλαια της ιστορίας: στις 24 Ιουλίου 1923, υπεγράφη στη Λωζάννη της Ελβετίας η συνθήκη που έκλεινε οριστικά την τελευταία πράξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου: τη Μικρασιατική περιπέτεια. Τι βαρετό κεφάλαιο! Για τις εξετάσεις έπρεπε να ξέρεις ημερομηνίες, πρόσωπα, όρους της Συνθήκης, κέρδη των νικητών, υποχρεώσεις των ηττημένων, ένα σωρό κατεβατά που δύσκολα έμεναν στο κεφάλι. Μέσα σ’ αυτά τα κατεβατά μια φράση, που τότε, στη μαθητική μας αφέλεια θεωρούσαμε το πιο εύκολο κομμάτι του κεφαλαίου:
Ανταλλαγή πληθυσμών... :
Η κυβέρνησις της Μεγάλης Εθνοσυνελεύσεως της Τουρκίας και η Ελληνική κυβέρνησις συνεφώνησαν επί των ακολούθων όρων.
Άρθρον 1.
Από της 1ης Μαΐου 1923, θέλει διενεργηθή η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθοδόξου θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών.
Τα πρόσωπα ταύτα δεν θα δύνανται να έλθωσιν ίνα εγκατασταθώσιν εκ νέου εν Τουρκία ή αντιστοίχως εν Ελλάδι, άνευ της αδείας της Τουρκικής Κυβερνήσεως ή αντιστοίχως της Ελληνικής Κυβερνήσεως.

Τότε, δεν αντιλαμβανόμαστε, ότι το πιο εύκολο κομμάτι για έναν μαθητή ήταν ο δυσκολότερος και πιο απάνθρωπος όρος της Συνθήκης που σφράγιζε μια ..Ειρήνη! Στην εκατόμβη του πολέμου, έπρεπε να θυσιαστούν άλλοι 2 εκατομμύρια άνθρωποι, ως εγγύηση της λήξης του. Δύο εκατομμύρια άνθρωποι έχαναν τις περιουσίες τους, τα σπίτια τους, τις πατρίδες τους και γίνονταν πρόσφυγες σε έναν πρωτοφανή και ιστορικά μοναδικό ξεριζωμό, οργανωμένο και επικυρωμένο από τη Διεθνή Κοινότητα! 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι που είχαν την ατυχία να γεννηθούν Έλληνες και χριστιανοί σε Τουρκικό έδαφος, και 500.000 ψυχές που είχαν την ατυχία να γεννηθούν Τούρκοι μουσουλμάνοι σε ελληνικό έδαφος έγιναν άνθρωποι χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον: στον τόπο όπου είχαν γεννηθεί ήταν πλέον ανεπιθύμητοι, στον τόπο όπου κατευθύνονταν ήταν ξένοι. Η Συνθήκη της Λωζάνης, όπως κάθε συνθήκη που σε μερικές σελίδες περικλείει τις τύχες ανθρώπων, μπορεί να υπερηφανεύεται ότι σφράγισε την Ειρήνη. Κανένας δε λέει όμως ότι η Ειρήνη αυτή δε σφραγίστηκε με τις υπογραφές των Μεγάλων που αναφέρει η ιστορία, αλλά με τα δάκρυα και το χτυποκάρδι των μικρών, τα ονόματα των οποίων δε θα μάθουμε ποτέ: Σαν ταξιδέψεις όμως στα χωριά της Τουρκίας, στη Σινασσό, στο Ανδρονίκι, στο Προκόπι, στη Μαλακοπή, σε πολλά σπίτια που τώρα κατοικούν Τούρκοι, θα δεις στους τοίχους στολισμένα μεγάλα, σκουριασμένα κλειδιά από αυλόπορτες: είναι τα κλειδιά που κλείδωσαν για πάντα τα σπίτια και τις ζωές των Ελλήνων και που σαν τα αντικρίζεις να περιμένουν ακόμα, ντρέπεσαι που κάποτε θεωρούσες εύκολο κεφάλαιο την ανταλλαγή των πληθυσμών. Είναι τα κλειδιά που, όπως διηγούνται οι γεροντότεροι, εμπιστεύονταν οι Ελληνίδες νοικοκυρές στις Τουρκάλες γειτόνισσες τους, πριν φύγουν, συνήθως με την ίδια παραγγελιά: «πότιζε μου τα λουλούδια, μέχρι να ξανάρθω...»