Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ-ΜΟΥΣΙΚΗ/ΤΑΙΝΙΕΣ/ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ-ΜΟΥΣΙΚΗ/ΤΑΙΝΙΕΣ/ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΗΝ ΑΓΚΥΡΑ

Η Ελληνική Πρεσβεία στην Άγκυρα και ο Δήμος  της Çankaya διοργανώνουν 5ήμερο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, 12-16 Aπριλίου.

Στο πλαίσιο αυτό θα προβληθούν, στον κινηματογράφο Çağdaş Sanatlar Merkezi, πέντε ταινίες σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών. Συγκεκριμένα θα προβληθούν οι ταινίες  «Πολίτικη Κουζίνα» του Τάσσου Μπουλμέτη (12/4), «Άδικος Κόσμος» του Φίλιππου Τσίτου (13/4), «Ο Εχθρός μου» του Γιώργου Τσεμπερόπουλου (14/4), «L » του Μπάμπη Μακρίδη (15/4) και «Νύφες» του Παντελή Βούλγαρη (16/4).

Προβολές καθημερινά στις 19:00. Οι ταινίες θα προβληθούν με υπότιτλους στην τουρκική γλώσσα.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.


TURKISH GREEK NEWS

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

ΟΜΑΡ ΦΑΡΟΥΚ ΤΕΚΜΠΙΛΕΚ

ΟΜΑΡ ΦΑΡΟΥΚ ΤΕΚΜΠΙΛΕΚ


Ο Ομάρ Φαρούκ Τεκμπιλέκ είναι ένας από τους πιο αγαπημένους μουσικούς στην Έλλαδα, ένας χαρισματικός μουσικός ο οποίος παίζει νέι, ζουρνά, μπαγλαμά, ούτι και κρουστά.
Γεννήθηκε στα Άδανα της Τουρκίας. Ο ίδιος άρχισε να ασχολείται από πολύ μικρός με τη μουσική , καθώς η οικογένεια του ήταν επί το πλείστον οργανοπαίκτες. Σε ηλικία οκτώ ετών ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα παίρνοντας πτυχίο στο κaval, ένα μικρό διατονικό φλάουτο. Μεγαλώνοντας, φοίτησε σε θρησκευτικό σχολείο με τη σκέψη και την προοπτική να γίνει Ιμάμης. Μέχρι τα δώδεκά του χρόνια, ήξερε να παίζει φλάουτο, μπαγλαμά, νέι, ζουρνά, ούτι και κρουστά ενώ από τα 13 του χρόνια θεωρείτο επαγγελματίας μουσικός. 
Το 1967 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ενώ ένα χρόνο νωρίτερα εγκαταλείπει το σχολείο. Στην Πόλη, έρχεται σε επαφή με τους Δερβίσηδες του παλαιού Σουφιστικού Τάγματος Mavlevi.


Μέσα από τις μουσικές του εξερευνήσεις και την πίστη στις παραδοσιακές αξίες της Aνατολής, ο Omar Faruk Tekbilek μετά το ταξίδι του και τη διαμονή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, επηρεάζεται από το δυτικό ήχο. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του "παγκόσμιο" μουσικό . Η διαμονή του στις Η.Π.Α σήμανε και τη δημιουργία του συγκροτήματος “The Sultans”, με Έλληνες, Τούρκους και Αιγυπτίους μουσικούς. Αν και η μπάντα είχε στοιχεία από την pop μουσική, γρήγορα προσάρμοσε τον ήχο της στα ανατολικά - μεσογειακά μουσικά μέτρα, κάτι που προσέλκυσε αρκετούς ακροατές- φίλους της ανατολικής μουσικής στη Δύση. 


Αφού εδραιώθηκε ως ένας από τους καλύτερους μουσικούς της Τουρκίας ξεκίνησε να περιοδεύει σε Ευρώπη και Αυστραλία. Παρόλο που είχε ήδη κυκλοφορήσει πέντε δίσκους με τους “Sultans”, η καριέρα του δεν θα άλλαζε ριζικά, ούτε θα είχε εκτοξευθεί αν δεν είχε γνωριστεί και συνεργαστεί με τον μουσικό Brian Keane, το 1988. Μαζί του, ηχογράφησε 6 δίσκους και οι συναυλίες –συνεργασίες τους τον έκαναν γνωστό σε όλο το κόσμο. 

Περιοδεύει ανά το κόσμο και φυσικά είναι ιδιαίτερα αγαπητός στο ελληνικό κοινό:

 “Η Ελλάδα είναι χώρα έμπνευσης, ιστορίας και λίκνο του πολιτισμού. Η ελληνική κουλτούρα και ο ελληνικός πολιτισμός είναι αυτός που έχει δημιουργήσει τη γέφυρα μεταξύ ανατολής και δύσης. Γι’ αυτό και επιθυμούσα να συνεργαστώ με Έλληνες μουσικούς, επειδή η αρμονία της ελληνικής μουσικής είναι σαν μια δεύτερη φωνή που κυλάει στις μελωδίες μου”, έχει πει χαρακτηριστικά.

 Και ως προς το φιλοσοφικό στοχασμό των Sufi:

 “Η μέχρι σήμερα εμπειρία μου έδειξε ότι η Sufi πλευρά της μουσικής είναι αυτή που συγκινεί περισσότερο το κόσμο, επειδή πιστεύω ότι όλοι γνωρίζουν, ανεξάρτητα από τη θρησκεία στην οποία πιστεύουν, ότι ο Πλάστης είναι ένας και η ουσία βρίσκεται στην αγάπη και στη λατρεία μας γι’ Αυτόν, ενώ η μουσική ανοίγει τις καρδιές των ανθρώπων.” 


Ο Omar έχει τιμηθεί το 2003 με το βραβείο "Best Artist of the Turkish Music Award 2003" και ήταν υποψήφιος για το βραβείο "BBC Word Music Award" στην κατηγορία Middle East. Έχει βραβευτεί με το "US Golden Belly Musician of the Year Award" το 1998 και το 1999, ενώ έχει αποσπάσει βραβεία για την ανθρωπιστική και φιλειρηνική του δραστηριότητα. 



«Η μουσική είναι η παγκόσμια γλώσσα, ο συνδετικός κρίκος των λαών. Δεν εκπροσωπώ καμιά εθνικότητα όταν παίζω. Θεωρώ ότι η δύναμη της μουσικής ενώνει τους ανθρώπους. Στο άκουσμά της οι έριδες και οι διαφορές εξαφανίζονται και αντιμετωπίζουμε ο ένας τον άλλο μιλώντας με την ψυχή. Όταν επικοινωνούμε σʼ αυτό το επίπεδο, είναι εύκολο να δημιουργηθεί αρμονία και ειρήνη».


***
Ο Omar Faruk Tekbilek θα βρεθεί στις 30 Ιουνίου 2014 στο Θέατρο Βράχων, για μία συναυλία με τονΜιχάλη Νικολούδη που θα τον συνοδεύει επί σκηνής.

ΠΗΓΗ: CultureNow.gr

Σάββατο 10 Μαΐου 2014

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Η Τουρκία στηρίζει το ελληνικό σινεμά

Ελληνικές ταινίες συμμετέχουν στο Sundance Istanbul Lab της Κωνσταντινούπολης.
Οι ταινίες «Cosmic Candy», σε σκηνοθεσία της Ρηνιώς Δραγασάκη και σενάριο της ίδιας και της Κατερίνας Κακλαμάνη και «Τι χαζό παιδί» («What a silly boy») σε σενάριο και σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Χαντζή είναι τα δύο ελληνικά σχέδια, από τα πέντε συνολικά, που θα συμμετέχουν στο Sundance Istanbul Lab, που θα γίνει από τις 8 έως τις 14 Μαΐου στα Πριγκιπονήσια στις ακτές της Κωνσταντινούπολης.
Πρωτοβουλία του Διεθνούς Ανεξάρτητου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Κωνσταντινούπολης, σε συνεργασία με το Πρόγραμμα μεγάλου μήκους ταινιών του  Sundance Institute, το  Sundance Istanbul Lab στοχεύει στην παροχή  βοήθειας σε νέους συγγραφείς και σκηνοθέτες στην Τουρκία και τις γύρω χώρες. Προσφέρει την ευκαιρία εντατικής δουλειάς για την μεγάλου μήκους ταινία τους, το σενάριό τους, με την υποστήριξη καταξιωμένων σεναριογράφων.
Στο «Cosmic Candy» κεντρικό πρόσωπο είναι η  Άννα μια  30χρονη γυναίκα, η οποία αγαπάει την δουλειά της στο σουπερμάρκετ, τα αθλητικά της παπούτσια, τα όνειρα με τις διαγαλαξιακές καραμέλες και οτιδήποτε τη βοηθάει να αποφεύγει τις κρίσεις πανικού. Όλα αυτά όμως θα ανατραπούν όταν εμφανίζεται  το δεκάχρονο κορίτσι του διπλανού διαμερίσματος ζητώντας τη βοήθεια της επειδή ο μπαμπάς της εξαφανίστηκε.  Η Ρ. Δραγασάκη σπούδασε κινηματογράφο στην Αθήνα και ντοκιμαντέρ στη Βαρκελώνη. Έχει γράψει και σκηνοθετήσει 3 μικρού μήκους ταινίες, οι οποίες έχουν προβληθεί σε πάνω από 40 διεθνή φεστιβάλ, ανάμεσά τους και η πολυβραβευμένη ο «Μπαμπάς μου ο Λένιν και ο Φρέντυ».
Το «Τι χαζό παιδί» διαδραματίζεται στην Αθήνα του 2014 όπου ο Χρήστος έχει μόλις απολυθεί από το τσίρκο στο οποίο εργαζόταν. Το ίδιο βράδυ σώζει από τον θάνατο ένα νεαρό και την επόμενη καταφέρνει να ανακτήσει την κλεμμένη τσάντα μιας ηλικιωμένης. Μετά από αυτά τα δύο περιστατικά και με την βοήθεια του φίλου του και πρώην παρουσιαστή του τσίρκου, Αντώνη θα  προσπαθήσει να γίνει ένας «σούπερ-ήρωας» που θα προστατεύει την Αθήνα. Ο Αλέξανδρος Χαντζής έχει εργαστεί στο θέατρο και στον κινηματογράφο και έχει σκηνοθετήσει 3 μικρού μήκους ταινίες ανάμεσα τους η βραβευμένες «Κατάληψη» και «Τσέλσι-Μπαρτσελόνα».
Το Βήμα 
ΠΗΓΗ: Turkish Greek News

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

"Sürgün" / "Εξορία" : τουρκική ταινία

Sürgün: Έρωτας στα χρόνια των απελάσεων

Το τουρκικό φιλμ «Εξορία» αγγίζει το θέμα της απέλασης των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1964.
Αρχές της δεκαετίας του '60. Παρότι οι μνήμες είναι ακόμη νωπές από τo πογκρόμ του '55, η ελληνική κοινότητα ζει ειρηνικά και αγαπημένα με τους γείτονές της στην Κωνσταντινούπολη. Το ίδιο και η Ελένη. Κόρη εργοστασιάρχη, απολαμβάνει τις όμορφες στιγμές της νιότης με τον παιδικό της φίλο και νυν αγαπημένο, τον Σεντάτ. Τον γιο του αμαξά. Σπουδαστές του Τμήματος Φιλολογίας και οι δύο, ονειρεύονται την ημέρα που θα παντρευτούν και θα διδάσκουν μαζί σε κάποιο μακρινό σχολείο της Ανατολίας, ενώ απολαμβάνουν ρομαντικά ηλιοβασιλέματα στο ειδυλλιακό τοπίο της Πριγκήπου. Τα σχέδιά τους ανατρέπονται αιφνιδίως όταν η κρίση στην Κύπρο φέρνει ως αποτέλεσμα την απέλαση των ελλήνων υπηκόων από την Τουρκία. Θα καταφέρει, όμως, μια ελληνοτουρκική κρίση να τους χωρίσει;

Η «Εξορία» (Sürgün στα τουρκικά) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η τουρκική «Πολίτικη κουζίνα». Προβλήθηκε πρόσφατα στην Τουρκία και, σύμφωνα με την εταιρεία παραγωγής, θα έχουμε πιθανότατα την ευκαιρία να τη δούμε και στις ελληνικές αίθουσες. Τα ιστορικά γεγονότα που παρουσιάζονται στην ταινία βασίζονται στο βιβλίο του δημοσιογράφου και ερευνητή Ριντβάν Ακάρ «Οι τελευταίοι εξόριστοι της Κωνσταντινούπολης», το οποίο συνυπογράφει με την επίσης δημοσιογράφο και ακαδημαϊκό Χούλια Ντεμίρ. Το βιβλίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Τσουκάτου, σε μετάφραση του Γιάννη Τοπτσόγλου. 

Η κυβέρνηση Ινονού, αν και σχεδίαζε να επιτεθεί στην Κύπρο, δεν μπορούσε να το πράξει λόγω του αμερικανικού παράγοντα και των πενιχρών στρατιωτικών μέσων που διέθετε την εποχή εκείνη. Ετσι, για να οδηγήσει την Ελλάδα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την ελληνική κοινότητα που ζούσε στα εδάφη της. Η τουρκική κυβέρνηση στις 16 Μαρτίου του 1964 ανακοίνωσε μονομερώς την κατάργηση της Σύμβασης Εγκατάστασης, Εμπορίου και Ναυτιλίας που είχαν υπογράψει ο Βενιζέλος και ο Ατατούρκ και επέτρεπε την ελεύθερη διαβίωση των ελλήνων υπηκόων στην Τουρκία: 12.000 έλληνες πολίτες απελάθηκαν. Μαζί τους επιτρεπόταν να πάρουν μόνο προσωπικά αντικείμενα βάρους 20 κιλών και 22 δολάρια. Σύντομα ακολούθησαν και οι οικογένειές τους που είχαν τουρκική υπηκοότητα, με αποτέλεσμα ο πραγματικός αριθμός όσων εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους να υπολογίζεται στις 40.000. 

Τα σύνορα της αγάπης

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας γυρίστηκε το καλοκαίρι στην Πρίγκηπο. Πρόκειται στην ουσία για μια δραματική, ερωτική ιστορία πλούσια σε νοσταλγικά στοιχεία, με φόντο τα ιστορικά γεγονότα που πυροδότησε το Κυπριακό. Η περιπέτεια των δύο πρωταγωνιστών βασίζεται στο μοτίβο του παλιού τουρκικού κινηματογράφου: «Το ζευγάρι από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα που δεν μπορεί να ανταμώσει». Η καθημερινή ζωή των Ελλήνων, οι σχέσεις καλής γειτονίας με τον τουρκικό πληθυσμό, αλλά και οι αδικίες που υπέστησαν μετά το '64 και κατά τη διάρκεια των απελάσεων είναι μερικά από τα στοιχεία που τονίζονται. 

Η ταινία θεωρείται σημαντική για την τουρκική βιομηχανία θεάματος, καθώς σηματοδοτεί την επιστροφή ενός πολύ γνωστού σκηνοθέτη και παραγωγού πλέον, του Τουρκέρ Ινάνογλου, στον κινηματογράφο. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συγκεκριμένος παραγωγός φέρνει κοντά τους Ελληνες με τους Τούρκους. Το 2005 η τηλεοπτική σειρά «Τα σύνορα της αγάπης» («Yabancı Damat») που προβλήθηκε και στην Ελλάδα φέρει τη δική του υπογραφή. Ο κ. Αβραμόπουλος, που ήταν εκείνη την εποχή υπουργός Τουρισμού, είχε καλέσει στο γραφείο του τον κ. Ινάνογλου για να τον συγχαρεί αυτοπροσώπως.

Οπως προκύπτει από τις συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών, εκτός από το σενάριο, αυτή η «ιστορική επιστροφή» του μύθου του τουρκικού κινηματογράφου συνέβαλε σε μέγιστο βαθμό στο να αποδεχθούν την πρόταση που τους έγινε. Ολοι οι συντελεστές δήλωσαν το ίδιο εντυπωσιασμένοι από τον τρόπο με τον οποίο ο κ. Ινάνογλου τους αποκάλυψε το όραμά του. Τους συνεπήραν οι αναμνήσεις και τα προσωπικά του βιώματα, γεγονός που τροφοδοτεί ακόμη περισσότερο την περιέργειά μας.

Ζητήσαμε από τον κ. Ινάνογλου να μοιραστεί μαζί μας τα γεγονότα που τον σημάδεψαν τόσο. Ηταν ιδιαίτερα φειδωλός στις λεπτομέρειες σχετικά με την προσωπική του ζωή. Μας εκμυστηρεύτηκε, όμως, ότι την εποχή εκείνη ήταν ερωτευμένος με μια Ελληνίδα της Πόλης, μια «Ρωμιά». «Με αγαπούσε κι εκείνη» λέει. «Ο πατέρας της, όμως, είχε ελληνικό διαβατήριο. Οταν έφθασε η ώρα που έπρεπε να εγκαταλείψουν την Τουρκία, ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει την οικογένειά της». Και έτσι αυτή η αγάπη έληξε άδοξα. 

Οπως «έληξε» και η άδεια παραμονής πολλών ακόμη φίλων του, επιχειρηματιών, κινηματογραφιστών, ιδιοκτητών εστιατορίων. Είχε την ευκαιρία να τους συναντήσει πολλά χρόνια αργότερα στην Αθήνα, στη Ρώμη και στο Λονδίνο. Θυμάται με νοσταλγία τους φίλους του και μιλάει με αγάπη για εκείνους. «Οι περισσότεροι όταν με βλέπουν θυμούνται την Πόλη και δακρύζουν» λέει. Στις σύντομες επισκέψεις του στην Αθήνα, μέσα στο ίδιο βράδυ τύχαινε να πάει δύο και τρεις φορές σε δείπνο, για να προλάβει να τους δει και να κάνει το χατίρι σε όλους.  

Ο Ινάνογλου μπορεί να έχασε το κορίτσι που αγαπούσε εξαιτίας του Ινονού, αλλά τον Νοέμβριο του 1964 παντρεύτηκε την πρώτη του γυναίκα, την ηθοποιό Φιλίζ Ακίν. Την Αλίκη Βουγιουκλάκη της Τουρκίας. 

Χτυποκάρδια στην οθόνη

Αντίστοιχα με αυτό που συμβαίνει σήμερα, με τις τουρκικές σειρές να έχουν κατακλύσει την ελληνική τηλεόραση, στις αρχές της δεκαετίας του '60 οι ελληνικές ταινίες προβάλλονταν στον τουρκικό κινηματογράφο και οι τουρκικές ταινίες στον ελληνικό. Ο Ινάνογλου, μάλιστα, εξήγαγε τις τουρκικές ταινίες στη χώρα μας. Ο θρυλικός αυτός σκηνοθέτης και παραγωγός γνώρισε όλα τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου. Η ταινία «Χτυποκάρδια στο θρανίο» είχε γυριστεί και σε τουρκική εκδοχή και τον ρόλο που υποδύεται ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ ενσάρκωσε ο Ορχάν Γκιουνσιράι. Ολες αυτές οι εκδηλώσεις χαράς και αγάπης, ωστόσο, διεκόπησαν το '64 και η προβολή της ταινίας στην Τουρκία απαγορεύτηκε όπως απαγορεύτηκαν λίγα χρόνια αργότερα και οι τουρκικές ταινίες στην Ελλάδα. 

Τα χρόνια, όμως, πέρασαν και σήμερα ο γιος του Ορχάν Γκιουνσιράι, ο Μαχίρ Γκιουνσιράι, ενσαρκώνει τον ρόλο του Σταύρου, τον πατέρα της Ελένης: «Ηθελα πάντα να ασχοληθώ με αυτά τα θέματα που πραγματεύονται τoν πόνο που βίωσαν οι Αρμένιοι, οι Ελληνες, οι Κούρδοι και οι άλλες μειονότητες που έζησαν σε αυτή τη χώρα» δήλωσε σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Milliyet». «Ενα από τα πιο δυνατά σημεία της ταινίας είναι η σκηνή της απέλασης του κ. Σταύρου» μου είχε πει ο Αλέξανδρος Σενκοποπόβσκι, που παρακολούθησε την ταινία με τα αδέλφια και τους φίλους του. Ο αδελφός του, ο Νίκος, ελπίζει όσοι παρακολουθήσουν το φιλμ να πάρουν μαθήματα από όσα συνέβησαν στο παρελθόν και να μην αναλωθούν μόνο στην ερωτική ιστορία.

«Σε αυτού του είδους τις ιστορικές ταινίες επιχειρείται να διατηρηθεί μια ισορροπία, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις πεποιθήσεις και τα πιστεύω των τούρκων θεατών. Σε αυτή την ταινία, όμως, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η αλήθεια παρουσιάζεται σε όλο της το μεγαλείο» δηλώνει ο Ριντβάν Ακάρ και προσθέτει πως «τόσο η σκηνή της απέλασης όσο και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζαν την περίοδο εκείνη την ελληνική μειονότητα, το γεγονός ότι το κράτος έβλεπε σαν απειλή τους Ελληνες της Πόλης, καθώς επίσης και όσα συνέβησαν πριν από 50 χρόνια παρουσιάζονται σαν χαστούκι στους τούρκους θεατές».    

Σεντάτ και Ελένη

Οπως μας δήλωσε ο πρωταγωνιστής της ταινίας, Τολγκαχάν Σαγισμάν, τα νυχτερινά γυρίσματα που πραγματοποιήθηκαν στη λίμνη των Δέρκων για τη σκηνή όπου ο Σεντάτ, ο ήρωας που υποδύεται, διασχίζει κολυμπώντας τον Εβρο προκειμένου να βοηθήσει την οικογένεια της Ελένης, θα του μείνουν αξέχαστα. Οταν ο σκηνοθέτης της ταινίας, Ερόλ Οζλεβί, διαπίστωσε ότι ο πρωταγωνιστής κολυμπούσε ανάμεσα στα νερόφιδα, επιστρατεύτηκε αμέσως ο κασκαντέρ. Ο κασκαντέρ, ωστόσο, είχε ξεγελάσει την παραγωγή για τις κολυμβητικές του ικανότητες και παραλίγο να πνιγεί. Τελικά, ο Τολγκαχάν αποφάσισε με τόλμη να βουτήξει ξανά στα γλυκά και επικίνδυνα νερά της λίμνης και να παίξει ο ίδιος τις ριψοκίνδυνες σκηνές, μέχρι να ολοκληρωθούν τα γυρίσματα. Ο δημοφιλής ηθοποιός έπρεπε να χάσει δέκα κιλά προκειμένου να υποστηρίξει τον ρόλο του «πρωταθλητή κολύμβησης». Ο «ωραίος» της τουρκικής τηλεόρασης, που ξεκίνησε την καριέρα του ως μοντέλο, διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα fan clubs στην Τουρκία. Δηλώνει ότι έρχεται συχνά στην Ελλάδα και επισκέπτεται τον τόπο καταγωγής του, τη Θεσσαλονίκη, όπου ζούσε ο προπάππος του, ο οποίος ήταν καδής (δικαστής). Με την ανταλλαγή των πληθυσμών οι πρόγονοί του εγκαταστάθηκαν στη Σμύρνη.  

Η Σααντέτ Ισίλ Ακσόι, η ηθοποιός που ενσαρκώνει την Ελένη, ενώ είχε, όπως μας λέει, στις παρέες της φίλους που ανήκαν στις μειονότητες, όταν αποφάσισε να συμμετάσχει στην «Εξορία» ήταν η πρώτη φορά που ενημερώθηκε πραγματικά για αυτό το «δυσάρεστο πολιτικό γεγονός». Διαβάζοντας το σενάριο αναρωτιόταν «αν θα μπορούσε να υπάρξει κάτι πιο τραγικό από το να είσαι υποχρεωμένος να εγκαταλείψεις το σπίτι όπου ζούσαν οι πρόγονοί σου για αιώνες, εξαιτίας μιας πολιτικής κρίσης για την οποία δεν ευθύνεσαι». Επειτα από αυτή την εμπειρία δηλώνει πως θα αποδεχόταν με μεγάλη χαρά «κάποιο πρότζεκτ που θα είχε στόχο να προάγει την ειρήνη και τη φιλία των λαών», επειδή πιστεύει πως «η διαφορετικότητά μας είναι το χαρακτηριστικό που για αιώνες καθιστά ξεχωριστή τη γεωγραφική περιοχή στην οποία κατοικούμε».

Η Ακσόι, κόρη αστυνομικών, που έχει κάνει και ένα «πέρασμα» από τον «Σουλεϊμάν», αυτό το διάστημα δεν μπορεί να κρύψει την ευτυχία της, καθώς κατάφερε να ανοίξει τον δρόμο για την πολυπόθητη διεθνή καριέρα που πάντα ονειρευόταν. Συμμετείχε σε πολλά διεθνή φεστιβάλ, τόσο στο διαγωνιστικό μέρος όσο και ως μέλος της κριτικής επιτροπής. Στην τελευταία ταινία της, «Twice Born», έπαιξε στο πλευρό της Πενέλοπε Κρουζ, της ηθοποιού που πάντα θαύμαζε. Οταν ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα, η Κρουζ τής έστειλε ένα e-mail στο οποίο έγραφε εμψυχωτικά σχόλια για την καριέρα και το υποκριτικό της ταλέντο. «Αυτό το e-mail θα το κρατήσω για πάντα» λέει. 
Για τις ανάγκες τις «Εξορίας» η Σααντέτ Ακσόι δούλεψε εντατικά με την Κωνσταντινουπολίτισσα Ηβη Δερμαντζή, η οποία τη βοήθησε στο θέμα της προφοράς. Μελέτησε επίσης πολλά βίντεο και φωτογραφίες για να κατανοήσει την κινησιολογία των γυναικών την εποχή εκείνη. «Τη δεκαετία του '60 ο τρόπος με τον οποίο οι γυναίκες μιλούν, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο σηκώνονται και κάθονται, ήταν τελείως διαφορετικός» σημειώνει. «Πόσω μάλλον η Ελένη, που είναι και κόρη καλής οικογενείας».

Η πολιτική διάσταση

Η συγγραφέας του βιβλίου «Yeşilçam'da Öteki Olmak» (σε ελεύθερη απόδοση, «Η έννοια του άλλου στον τουρκικό κινηματογράφο») Ντιλαρά Μπαλτσί αναλύει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι μειονότητες στον τουρκικό κινηματογράφο από τα τέλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι το 1980. Παρότι οι μειονότητες και γενικότερα οι «ξένοι» συνέβαλαν σε μέγιστο βαθμό στην έλευση και διάδοση της τέχνης του κινηματογράφου στην Τουρκία, σημειώνει η συγγραφέας, οι μειονότητες αποτελούν έννοιες αρνητικά φορτισμένες. Οι Ελληνίδες στις τουρκικές ταινίες παρουσιάζονται ως «ελευθέρων ηθών», ενώ οι άνδρες είναι ταγμένοι στον αγώνα υπέρ της «Μεγάλης Ιδέας». Δεν προβάλλονται η καθημερινότητα των μειονοτήτων, το παρελθόν τους, η οικογενειακή ζωή τους, η θρησκεία και η κουλτούρα τους. 

Στις μέρες μας μπορεί να γράφονται πολλά βιβλία για τις μειονότητες στην Τουρκία, όταν όμως αποφάσισε ο Ριντβάν Ακάρ να ερευνήσει πριν από 20 χρόνια τα γεγονότα και τις πολιτικές που οδήγησαν στις απελάσεις των Ελλήνων δεν μπόρεσε να βρει ούτε ένα βιβλίο με το θέμα αυτό. Τα αρχεία του κράτους ήταν ερμητικά κλειστά. Η τουρκική διανόηση δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα. Ακόμη και οι αριστεροί, που θα περίμενε κανείς να δείξουν μια μεγαλύτερη ευαισθησία, έβλεπαν τους Ελληνες ως μέρος της μπουρζουαζίας. «Ηταν μια πολύ επικίνδυνη περίοδος» θυμάται ο συγγραφέας των «Τελευταίων εξόριστων της Κωνσταντινούπολης». «Το να ασχοληθείς με αυτό το θέμα θα μπορούσε να σε φέρει αντιμέτωπο με το κράτος». 

Μετά τη δεκαετία του '90, όταν το κουρδικό πρόβλημα έκανε την εμφάνισή του στην Τουρκία, οι άνθρωποι άρχισαν δειλά δειλά να αναζητούν την ταυτότητά τους. «Η έρευνά μου σχετικά με τον φόρο περιουσίας και τις απελάσεις του '64 αποτελούν τα πρώτα βιβλία που έχουν γραφτεί αντίστοιχα για τα δύο αυτά θέματα. Αυτή τη στιγμή, στην προσωπική μου βιβλιοθήκη διαθέτω 1.500 βιβλία σχετικά με τις μειονότητες της Τουρκίας».  

Ο Ριντβάν Ακάρ ήταν για πολλά χρόνια συνεργάτης του Μεχμέτ Αλί Μπιράντ και συμπαρουσιαστής του στη μακροβιότερη ιστορική-ενημερωτική εκπομπή της Τουρκίας, την «32η ημέρα» («32. gün»). Τα τελευταία χρόνια υπηρετεί την ενημέρωση από τη θέση του διευθυντή ειδήσεων του ειδησεογραφικού σταθμού CNN Türk και παράλληλα παρουσιάζει εκπομπές ντοκιμαντέρ. Την εποχή που δημοσιεύθηκε το βιβλίο του ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Από τη μία οι εθνικιστές τον είχαν ανακηρύξει προδότη. Και από την άλλη οι αριστεροί κεμαλιστές, κάποιοι εκ των οποίων γνωστοί ως δημοκράτες και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τον κατηγορούσαν ότι «ξύνοντας παλιές πληγές συμπεριφέρεται ως εχθρός του κράτους και ξεχνάει πόσο επικίνδυνοι είναι οι Ελληνες στην εξωτερική πολιτική».

Τις παροχές που δίνονται το τελευταίο διάστημα, όπως η σταδιακή επιστροφή της ακίνητης περιουσίας στα μειονοτικά ιδρύματα, τις παρομοιάζει με μια τουρκική έκφραση: «Βρίσκεις το γαϊδούρι που είχες φροντίσει νωρίτερα να χαθεί». Τι πιο φυσικό από το να επιστραφούν στους ιδιοκτήτες τους οι περιουσίες που δεν θα έπρεπε σε πρώτη φάση να έχουν καταπατηθεί. «Παρ' όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια, όποια και αν είναι τα αίτια, παρατηρούμε πως έχει σημειωθεί μια σημαντική πρόοδος στα δικαιώματα των μειονοτήτων, πρωτοφανής στην 90χρονη ιστορία της τουρκικής δημοκρατίας». Ο Ριντβάν Ακάρ ελπίζει αυτή να είναι η απαρχή μιας περιόδου όπου οι μειονότητες θα είναι ισότιμοι πολίτες. Οσον αφορά την επαναλειτουργία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και την ανέγερση τεμένους στην Αθήνα, ο Ριντβάν Ακάρ επιθυμεί από τις κυβερνήσεις των δύο χωρών να καταλάβουν πως οι ανάγκες των ανθρώπων είναι σημαντικότερες από τις συμφωνίες των κρατών. 
ΠΗΓΗ: ΒΗΜΑmagazino 9-2-2014

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Ο Βασίλης Σαλέας στην Τουρκία

Το κλαρίνο του Σαλέα «κατακτά» τη Τουρκία

Με ενθουσιασμό από τον τύπο έγινε δεκτό στην Τουρκία  και ο νεος δίσκος του παγκοσμίως γνωστού Ελληνα κλαρινίστα Βασίλη Σαλέα!
Με τον τίτλο «ο Βασίλης βρίσκεται στην Τουρκία με το καινούργιο του άλμπουμ» η τουρκική εφημερίδα Star  γράφει ότι ο  Έλληνας βιρτουόζος του κλαρίνου Βασίλης Σαλέας κυκλοφόρησε στην Τουρκία το καινούργιο του άλμπουμ με τον τίτλο ‘Travelling the world’.
Σύμφωνα με την εφημερίδα - αλλά και διάφορα σάιτ- ο Ελληνας βιτρουόζος μουσικός στο δίσκο του εκτός από σημαντικά έργα πολλών διάσημων συνθέτων από όλο τον  κόσμο  ερμήνευσε και τα τραγούδια ‘İnci Tanem’του Tarkan και ‘Sarı Odalar’ της τουρκάλας Sezen Aksu.
Να σημειώσουμε ότι η εμφάνιση αυτή του Σαλέα στα μουσικά πράγματα της Τουρκίας δεν ειναι η πρώτη - αντίθετα είναι πολύ γνωστός και έργα του έχουν κυκλοφορήσει πολλά , ενώ ''παιζουν'' σε πολλά μαγαζιά και σε ποικίλο κοινό. (gazzeta)

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

" ΕΝΑ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ για τις ΕΘΝΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΜΑΧΕΣ"

Είναι «Η άλλη κωμόπολη» παρόμοια με την πόλη μας;
Ένα ντοκιμαντέρ για τις εθνοτικές διαμάχες

( του Ηρακλή Μήλλα )

Τα ντοκιμαντέρ για τις εθνότητες που βρίσκονται σε διένεξη είναι ως επί το πλείστον δύο ειδών. Είτε κατηγορούν την «άλλη πλευρά» για όλα τα δεινά τους είτε επιδιώκουν να δείξουν ότι υπήρξε ένα είδος παρεξήγησης και ότι οι δυο πλευρές είναι αθώες. Το πρώτο είδος αντανακλά την εθνικιστική προσέγγιση: ο «άλλος» είναι υπεύθυνος και  εμείς είμαστε τα θύματα. Η δεύτερη προσέγγιση είναι καλοπροαίρετη και συμβιβαστική αλλά διόλου ρεαλιστική, καμιά φορά καταντάει αφελής. Στο ντοκιμαντέρ μας για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, «Η Άλλη Κωμόπολη», προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι και οι δυο κοινωνίες έχουν ευθύνη για το γεγονός ότι αναβιώνονται εθνικές προκαταλήψεις, στερεότυπα και δυσπιστία για το «άλλο», κάτι που κατά συνέπεια εμποδίζει την αμοιβαία κατανόηση. 
Την τελευταία δεκαετία επικρατεί  ηρεμία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Παραμένουν ,ωστόσο, κάποια σοβαρά προβλήματα που εγκυμονούν κινδύνους. Η διαφωνία για το Αιγαίο ( οι γκρίζες ζώνες και η διεκδίκηση κυριαρχίας για την υφαλοκρηπίδα κλπ ), τα δικαιώματα των μειονοτήτων και το Κυπριακό ζήτημα είναι ακόμα σε εκκρεμότητα. Αυτές οι πολιτικές διαμάχες είναι πιο δύσκολο να λυθούν , όταν αρνητικές αντιλήψεις σχετικά με τον «άλλο» είναι ακόμα ευρέως διαδεδομένες και στις δύο κοινότητες μιας και αναμοχλεύονται συνεχώς στα μέσα ενημέρωσης, την εκπαίδευση, τον πολιτικό λόγο, τη λογοτεχνία κλπ. Ίσως το χειρότερο είναι ότι οι δύο πλευρές ούτε καν υποψιάζονται ότι οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα αναπαράγονται επί καθημερινής βάσης σε συζητήσεις και στις δύο κοινωνίες και ότι οι ίδιοι φορείς λήψης αποφάσεων βρίσκονται υπό την αρνητική επιρροή τους. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο όπου οι προκαταλήψεις προκαλούν ένταση που υποδαυλίζει τις προκαταλήψεις εκ νέου. 
«Η Άλλη Κωμόπολη» εξετάζει όχι μόνο πώς σκέφτονται και αισθάνονται οι δύο πλευρές για το παρελθόν και το «άλλο», αλλά επίσης το περιβάλλον στο οποίο σχηματίζονται αυτές οι απόψεις. Οι εκπαιδευτικές πρακτικές, οι δημόσιες τελετές και ομιλίες, τα μουσεία και τα μνημεία είναι όλα μέσα που διαμορφώνουν αυτό το περιβάλλον. Η στάση των νέων και των ηλικιωμένων ανθρώπων με τους οποίους μιλήσαμε έδειξε ότι τα έθνη συνήθως πιστεύουν ό,τι τους έχουν πει να πιστεύουν. Αισθάνονται ευτυχείς όταν εξυψώνεται η δική τους πλευρά, δηλαδή το έθνος τους, και, όταν μεταχειρίζονται τον «άλλο» ως αποδιοπομπαίο τράγο. Βασίζουν την ταυτότητά τους σε όλες αυτές τις δοξασίες. Το πιο σημαντικό είναι ότι δεν έχουν καμιά σχεδόν επίγνωση για το πού στηρίζονται οι απόψεις και οι αντιλήψεις τους. Ως εκ τούτου η ταινία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μελετήσουμε τη δημιουργία εθνικής ταυτότητας, τις μακρές εθνοτικές διενέξεις και τα αδιέξοδα στην επίλυση συγκρούσεων.
Μιας και όλες οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, η ταινία αυτή αφορά και ενδιαφέρει έναν ευρύ κύκλο ανθρώπων. Η αγάπη και το μίσος, η ανασφάλεια και η υπερηφάνεια, η προσκόλληση σε κοινούς μύθους και η συμπόνια, ο φόβος και η επιθυμία για ειρήνη ή διαμάχες, οι εθνοτικές προκαταλήψεις και τα στερεότυπα αποτελούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που αφορούν πολλές κοινότητες. Η σκηνοθέτις Nefin Dınç κι εγώ εργαστήκαμε πάνω από ένα χρόνο για να ολοκληρώσουμε τα γυρίσματα σε δύο υπέροχες μικρές πόλεις, στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Η ελληνική κωμόπολη, η Δημητσάνα, βρίσκεται στο κέντρο της Πελοποννήσου και είναι διάσημη για τη συμβολή της στην ελληνική εξέγερση του 1821 ενάντια στην Οθωμανική κυριαρχία. Η πόλη παρήγαγε το μεγαλύτερο μέρος της πυρίτιδας, που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Σήμερα η Δημητσάνα είναι ένα χειμερινό θέρετρο που προσελκύει επισκέπτες και τουρίστες. Είναι επίσης γνωστή και ως ιστορικό θρησκευτικό κέντρο. Γραφικά μοναστήρια καθώς και κατοικίες ιστορικών προσωπικοτήτων της εκκλησίας συμπληρώνουν την περιοχή. Για παράδειγμα, το σπίτι του Πατριάρχη Γρηγορίου, ο οποίος κρεμάστηκε στην Κωνσταντινούπολη από τις οθωμανικές αρχές, όταν άρχισε η εξέγερση , έχει μετατραπεί σε Μουσείο. 
Το Birgi είναι μια ιστορική πόλη στη δυτική Τουρκία ( Ανατολία ), κοντά στο Ödermiş με πολλά τζαμιά και άλλα μνημεία που προσελκύουν τουρίστες. Η βυζαντινή πόλη Πυργίον, το 14ο αιώνα έγινε πρωτεύουσα του τουρκικού εμιράτου του Aydinoğulları . Σύμφωνα με την παράδοση , ο Ομούρ Μπέη , ο οποίος ήταν από το Birgi , ήταν ο πρώτος Τούρκος ναύτης που έφτασε στην Πελοπόννησο για να πολεμήσει. Στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα η πόλη κατοικούνταν από Έλληνες και Τούρκους. Οι κάτοικοί της σήμερα διηγούνται περήφανα ιστορίες για τους efes και τους zeybeks τους θρυλικούς πολεμιστές που πολέμησαν εναντίον του ελληνικού στρατού ο οποίος εισέβαλε και κατέλαβε την περιοχή κατά την περίοδο 1919-1922.
Μιλήσαμε με πολλούς ανθρώπους και στις δύο πόλεις ρωτώντας τους για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την ιστορία τους και το ρόλο και χαρακτήρα των «άλλων». Παρατηρήσαμε ότι και για τις δύο ομάδες ο συσχετισμός «εμείς-άλλος» λειτουργεί σε σχέση με την ταυτότητά τους. Είδαμε πώς η δημόσια σφαίρα επηρεάζει μικρούς και μεγάλους και πώς οι άνθρωποι αντιδρούν σε αντίστοιχες δύσκολες ερωτήσεις. 
Στερεότυπα χαρακτηρίζουν τη σκέψη και τα πιστεύω των κατοίκων και στις δύο πόλεις: η ιδέα του «άλλου» είναι κάτι το αρνητικό , επειδή παραμένει ο ίδιος χωρίς καμιά αλλαγή διαχρονικά. Η ανασφάλεια που σχετίζεται με την πολιτική κυριαρχία είναι η δεύτερη πτυχή: «όποιοι εισέβαλαν στη γη μας στο παρελθόν, μπορούν να το κάνουν ξανά!». Τόσο τα στερεότυπα όσο και οι ανασφάλειες δικαιολογούνται από τις αναφορές σε παλιές εποχές. 
Το παρελθόν προβάλλεται στο μέλλον. Η «Ιστορία» επανέρχεται και αναπαράγεται με διάφορα μέσα, αλλά πάντα μονόπλευρη . Η εικόνα του «άλλου» διδάσκεται μέσα από στερεότυπα όχι μόνο στο σχολείο , όπως φαίνεται στην ταινία, αλλά και σε πολλές άλλες δημόσιες εκδηλώσεις: οι εθνικές επέτειοι ενθαρρύνουν το μιλιταρισμό, ενώ τα μουσεία και τα μνημεία ενισχύουν τους εθνικούς μύθους που αναβιώνουν τη διπολική διαμάχη. Οι κάτοικοι των δύο πόλεων απορρίπτουν ή προσπαθούν να αποσιωπήσουν τα γεγονότα τα οποία αντιτίθενται στα πιστεύω τους. Ειδικά οι πιο μορφωμένοι επαναλαμβάνουν «με απόλυτη πεποίθηση» , όπως είπε ένας από αυτούς ότι δεν υπάρχει καμιά προκατάληψη στην πόλη τους απέναντι στο «άλλο». Το φταίξιμο είναι μόνο της «Άλλης Κωμόπολης».
Το ντοκιμαντέρ συνοδεύεται από ένα φυλλάδιο όπου συζητιούνται περαιτέρω μερικές σκηνές και απαντιούνται κάποιες ερωτήσεις που ανέκυψαν επανειλημμένα μετά τις προβολές. Η προβληματική της ταινίας μπορεί να συνοψιστεί σε ένα απόσπασμα που περιλαμβάνεται σε αυτό το φυλλάδιο: «Γιατί το παρελθόν ερμηνεύεται τόσο διαφορετικά στις δύο χώρες; Πότε και πώς προέκυψαν αυτές οι αμοιβαίες προκαταλήψεις; Είναι το μίσος και η δυσπιστία μας προς αλλήλους αποτέλεσμα γεγονότων του παρελθόντος ή μια αντανάκλαση αυτού που μας έχουν πει στο σχολείο, στο σπίτι ή στην τηλεόραση;»
Διάφορα πανεπιστήμια σήμερα χρησιμοποιούν αυτό το ντοκιμαντέρ για να συζητήσουν θέματα πολιτικής επιστήμης, επίλυσης συγκρούσεων , εθνικών εικόνων και στερεότυπων και διεθνών σχέσεων.
Η ταινία κέρδισε το Βραβείο Κοινού στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης όπου πρωτοπαρουσιάστηκε το Μάρτιο του 2011. Μέχρι τώρα η «Άλλη Κωμόπολη» παρουσιάστηκε σε πολλά φεστιβάλ, σε πανεπιστήμια και σε ιδρύματα στην Τουρκία, στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ κλπ. Το Δεκέμβριο του 2011 έλαβε το Βραβείο Ειδικού Ντοκιμαντέρ στο 16ο Τουρκικό Πολιτιστικό Φεστιβάλ στη Βοστώνη και τον Οκτώβριο του 2012, το Βραβείο για το καλύτερο Ιστορικό Ντοκιμαντέρ του Ελληνικού φεστιβάλ του Σικάγο. Δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμη στην αγορά. Οι κάτοικοι των δύο κωμοπόλεων μιλούν, φυσικά, στα τούρκικα και στα ελληνικά. Η ταινία διαρκεί σαράντα πέντε λεπτά και παρουσιάζεται με αγγλικούς υποτίτλους. Τα αρχικά γυρίσματα υπερβαίνουν τις ογδόντα ώρες. 
Το ντοκιμαντέρ μας είναι κρίσιμο για τις «εκπαιδευτικές» πρακτικές της Ελλάδας και της Τουρκίας. Τα αρνητικά αποτελέσματα μπορούν να ανιχνευθούν στο τι λένε οι δύο πλευρές για το «άλλο». Ομολογώ ότι είχαμε μια κάποια ανησυχία για τις αντιδράσεις του κοινού αλλά τα θετικά σχόλια που ακούσαμε σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις μας εντυπωσίασαν. Πιστεύουμε ότι αυτό είναι μια ένδειξη ότι οι δύο κοινότητες είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν τις ελλείψεις τους, όταν αυτές παρουσιαστούν αμερόληπτα. 


Σάββατο 9 Μαρτίου 2013



  Η διεθνής δισκογραφική έκδοση του Έλληνα Βολιώτη μουσικοσυνθέτη Ανδρέα Κατσιγιάννη σε μια ιστορική συνάντηση με τον Τούρκο ερμηνευτή - συνθέτη - σκηνοθέτη και συγγραφέα Zulfu Livaneli και τον Ελληνα ερμηνευτή Γιώργο Νταλάρα, από το Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών υπό την αιγίδα της UNESCO και του Οικομενικού Πατριαρχείου. Με τις υδατογραφίες του Παύλου Χαμπίδη (από τη συλλογή "Τα ελληνικά χωριά της Ίμβρου και της Τενέδου).
Ο Ανδρέας Κατσιγιάννης κλήθηκε να επενδύσει μουσικά τις δύο ταινίες και μάλιστα μελοποίησε και δύο ανέκδοτα ποιήματα του Κωνστανινοπολίτη πολυβραβευμένου ποιητή Δημήτρη Παπακωνσταντίνου (1915 - 1990) που τα ερμηνεύουν στα ελληνικά ο Έλληνας ερμηνευτής Γιώργος Νταλάρας και στα τούρκικα ο Τούρκος ερμηνευτής Zulfu Livaneli.
Πρόκειται για μια ιστορική συνάντηση όπου διακεκριμένοι πρεσβευτές του πολιτισμού των δύο χωρών, Ελλάδας και Τουρκίας, ενώνουν τις φωνές τους και το ταλέντο τους αποδεικνύοντας τους δεσμούς που ενώνουν αυτούς τους δυο λαούς, ξεπερνώντας τις πολιτικές εντάσεις, δίνοντας χρώμα και μελωδία εκεί που κάποιοι επιθυμούν θυμό και αίμα.
Είναι χαρακτηριστικό πως γι’ αυτή την προσπάθεια ο Τούρκος δημιουργός, δέχτηκε να ερμηνεύσει στην επίσημη δισκογραφία τραγούδια άλλου δημιουργού, του δικού μας Ανδρέα Κατσιγιάννη.
Να θυμίσουμε ότι ο  Zulfu Livaneli είναι προσωπικός φίλος του Μίκη Θεοδωράκη και είχαν κάνει από κοινού συναυλίες στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο.




Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013




ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΝΕΩΝ

"ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ" ΕΛΛΑΔΑΣ - ΤΟΥΡΚΙΑΣ


«Είµαστε γείτονες και θα πρέπει να είµαστε φίλοι» λένε νέοι µουσικοί από την Τουρκία και την Ελλάδα, οι οποίοι ενώνουν το ταλέντο τους σε συναυλίες κλασικής µουσικής κάθε καλοκαίρι από το 2008. Είναι τα µέλη της Ελληνοτουρκικής Ορχήστρας Νέων, που έδωσαν συναυλίες στο Ναύπλιο, στην Καβάλα, στη Σμύρνη, στη Θεσσαλονίκη, στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης και αλλού. Η ορχήστρα το χειµώνα χωρίζεται στα δύο: σε ελληνική και σε τουρκική. Στη σύµπραξή αυτή µάλιστα η χρηµατική αµοιβή απουσιάζει, καθώς µοναδικό κίνητρο των συµµετεχόντων – ηλικίας 14-27 ετών – είναι η εµπειρία...