Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

ΣΤΗΝ ΙΣΤΙΚΛΑΛ...

Ένα περιστατικό 

Το πρόσφατο ξεχωριστό ταξίδι μας στην Κωνσταντινούπολη σκίασε ένα επεισόδιο που διήρκεσε μόνο λίγα λεπτά , δείχνει όμως πόσο βαθιά  ριζωμένα είναι τα στερεότυπα και το μίσος σε κάποιους , ελπίζω λίγους , ανθρώπους.
Περπατούσαμε στη Μεγάλη Οδό του Πέραν ( σημερινή Ιστικλάλ ) μαζί με μια ομάδα μαθητών και κρατούσα διπλωμένο στα χέρια μου τον"Μικρό οδηγό με κείμενα για την Πόλη". Ξαφνικά  όρμησε κυριολεκτικά καταπάνω μου ένας νεαρός αποσπώντας με βία το" τευχίδιο" και μιλώντας  αγγλικά με κατηγόρησε ότι λέω ψέματα στους μαθητές μου για τους Τούρκους, ενώ παράλληλα δήλωσε ότι μισεί τους Έλληνες. Ταυτόχρονα αρνιόταν , φωνάζοντας, να μου δώσει πίσω τα κείμενά μου μπροστά στο παγωμένο βλέμμα των παιδιών.
  Πήρα τους μαθητές μου και φύγαμε, όταν συνειδητοποίησα τη σοβαρότητα της κατάστασης, με πόνο ψυχής για το συμβάν το οποίο θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε πιθανόν και στην Ελλάδα από κάποιο φασιστοειδές χρυσαυγίτικου τύπου.
Φυσικά οι αντιλήψεις και τα συναισθήματά μου απέναντι στον συμπαθή και φιλόξενο τουρκικό λαό παραμένουν αναλλοίωτα όπως  και η προσπάθεια αέναη μέσα από αυτόν τον ιστότοπο για "ΓΕΦΥΡΑ ΦΙΛΙΑΣ" αναλογιζόμενη τα λόγια του Ν. Καζαντζάκη :

"Δεν υπάρχουν ιδέες. Υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες. Κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει "


Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

"ΣΕΡΕΝΑΤΑ", Ömer Zülfü Lıvaneli (2)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ από ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


... " Η Ισταμπούλ μοιάζει με άπιστη γυναίκα" , είπε απορροφημένος συνεχίζοντας να κοιτάζει λεξω. 
Συμπέρανα πως αυτή η φράση έκρυβε βαθύ πόνο. Και πάλι δεν είπα τίποτα. Διότι, όπως κοίταζε έξω, έμοιαζε σαν να μιλά στον εαυτό του. Ύστερα από μια σύντομη παύση συνέχισε να μιλά.
"Εξακολουθεί να σε προδίδει , όμως εσύ συνεχίζεις να την αγαπάς".
 Αυτή τη φορά αποφάσισα να μιλήσω. 
"Σας πρόδωσε η Ισταμπούλ;"
Συνέχισε να ατενίζει το περιβάλλον χωρίς να απαντήσει. 
"Αυτή εδώ είναι όμορφη, πολύ όμορφη πόλη" είπε έπειτα από λίγο. Μάλλον θα σκεφτόταν τώρα  κάτι άλλο. "Βυζαντινή Αυτοκρατορία, Οθωμανική Αυτοκρατορία, παλάτια ,τεμένη... Σαν παραμύθι... Πώς να το πω... Πόλη με μπαχαρικά..."

... Αυτή ήταν η Ισταμπούλ. Τυρρανική ,επικίνδυνη αλλά κι άλλο τόσο όμορφη. Όπως είπε ο καθηγητής Βάγκνερ: "Σε προδίδει διαρκώς, αλλά εσύ συνεχίζεις να την αγαπάς". Ο Γιαχγιά Κεμάλ  σ` ένα ποίημά του έγραφε: "Αν η καρδιάδεν αγαπήσει την Ισταμπούλ σημαίνει πως δεν ξέρει τι θα πει αγάπη"... 

... Ο περίπατος ανάμεσα στη φωτισμένη Αγία Σοφία και στο Μπλε Τζαμί προκαλούσε ανάμεικτα συναισθήματα. Ήταν σαν ένα ταξίδι στο χρόνο. 
Η ιστορία τόσων αιώνων που είχαν αυτοί οι δύο μεγαλοπρεπείς ναοί της Ορθοδοξίας και του Ισλαμισμού μαζί με τα όσα είχαν συμβεί σ` αυτή την πλατεία δημιουργούσαν ένα υποβλητικό κλίμα. Το δέος γινόταν εντονότερο τα βράδια, όταν αποσύρονταν τα τουριστικά λεωφορεία και ο κόσμος και στην πλατεία δεν έμενε πλέον κάποιο σημάδι από το σύγχρονο κόσμο ...

 ...  Με το αναρχικό πνεύμα που είχα αναπτύξει τον τελευταίο καιρό, "Αχ αυτά τα κράτη!" σκέφτηκα. "Τα κράτη που με τα τεχνητά σύνορα χωρίζουν τους ανθρώπους και γίνονται αιτία βασάνων".
Οι κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας, όχι μόνο γι` αυτά τα νησιά, αλλά ακόμη και για τις βραχονησίδες του Αιγαίου φτάνουν ένα βήμα πριν τον πόλεμο. Όμως ο Εγκέλαδος, όταν χτυπά, δε δίνει καμιά σημασία στα τελωνεία, στα σύνορα, στα διαβατήρια κι γκρεμίζει τις δυο πλευρές ταυτόχρονα. 
Θυμήθηκα κάποιες αράδες του Στέφαν Τσβάιχ που είχα διαβάσει πολλά χρόνια πριν. Η ανακάλυψη των αεροπλάνων είχε πολύ συγκινήσει τη γενιά του Τσβάιχ η οποία είχε πιστέψει ότι αυτή θα σήμαινε το τέλος των πολέμων. Αφού τα αεροπλάνα πετούσαν στον ουρανό , τα σύνορα δε θα σήμαιναν τίποτα πλέον. Επομένως με τον εκμηδενισμό των συνόρων θα είχαμε ειρήνη.
Δυστυχώς, εκείνη η ίδια η γενιά είχε σύντομα υποστεί νευρικό κλονισμό, όταν είδε τα αεροπλάνα να ρίχνουν βόμβες και να γκρεμίζουν την Ευρώπη. Ο πολιτικός ρεαλισμός εναντίον της αισιοδοξίας της διανόησης... 



 Magnify Image


Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

ΛΑΤΡΕΜΕΝΗ ΜΟΥ ΠΟΛΗ




Magnify Image
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, Αρά Γκιουλέρ

Λατρεμένη μου Πόλη
Αζίζ Ισταμπούλ
Είσαι ο ομφαλός της γης
Η πρώτη ομρφιά ανάμεσα στις ομορφιές
Είσαι πιο όμορφη κι από τον παράδεισο

λαϊκό τούρκικο τραγούδι

Magnify Image
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, Αρά Γκιουλέρ

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

ΑΡΩΜΑ ΠΟΛΗΣ

Ο στιχουργός Ηλίας Κατσούλης μας μιλάει για τα τραγούδια με "Άρωμα Πόλης":

"Μένω σ' ένα ξενοδοχείο της Ιστικλάλ Τζαντεσί (λεωφόρος της Ανεξαρτησίας), κοντά στο τέρμα του τραμ, στο περιβόητο δηλαδή Πέραν των Ρωμιών της Πόλης. Απέναντι είναι ένα δισκοπωλείο. Ανάμεσα στα τούρκικα τραγούδια παίζει ανά διαστήματα το βαλς του γάμου της Ελένης Καραΐνδρου. Περπατώ, λοιπόν, στην Πόλη. Τα μάτια και το μυαλό μου "σαν μαγεμένα φτερουγίζουν". Προσπαθώ να χωρέσω, να χορτάσω όλες τις ομορφιές, όλα τ' αρώματα. Σ' αυτήν ταιριάζουν όλα τα σύνθετα επίθετα (όπως λέει ο Γιάννης Ξανθούλης) με πρώτο συνθετικό το πολύ: Πολύπαθη, Πολύβουη, Πολύμορφη, Πολυπόθητη. Έχω -τέλος- μαζί μου και το βιβλιαράκι του Θωμά Κοροβίνη: "Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη". Το ανοίγω στη σελίδα 47 και απαγγέλλω: "Αυτή η πόλη σαν φωτιά περνάει από την καρδιά μας" του Sinasi Ordenoglu. Ξαναγυρίζω, όμως, στις μουσικές και τα τραγούδια. Πόσα τους πήραμε και πόσα μας πήραν κανείς δεν ξέρει. Ποιά δικά τους και ποιά δικά μας; Ποιός μπορεί να ξεχωρίσει; Η μουσική είναι η μόνη που δε χωρίζει τους λαούς -και μάλιστα γειτονικούς- και με τόσες χιλιάδες από αιώνων, εκεί Ελληνες εώς το απεχθές και εγκληματικό '55. Πόσο επιγραμματικά, απλά άλλα και εύστοχα το εξέφρασε εκείνος ο στίχος του Πυθαγόρα απο τη ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ! "Εσύ Χριστό, εγώ Αλλάχ ... όμως οι δυό μας Αχ και Βαχ".

Τα τραγούδια με Άρωμα Πόλης θα μπορούσα να τα χωρίσω σε τρείς κατηγορίες: Α) Τα τραγούδια που γεννήθηκαν στην Πόλη απο Έλληνες επώνυμους και ανώνυμους: όπως "Σαν Τα Μάρμαρα Της Πόλης", "Έχε Γειά Πάντα Γειά", "Σαν Πας Στα Ξένα", " Τικ Τακ", "Καροτσέρης", "Κυρ Κωστάκη Έλα Κοντά". Β) Τραγούδια για την Πόλη που γράφτηκαν στην κυρίως Ελλάδα απο σπουδαίους καλλιτέχνες που γεννήθηκαν στην Πόλη και οι περισσότεροι απ' αυτούς ήρθαν και σταδιοδρόμησαν στην Ελλάδα: Εκτός απο τον περίφημο Αντώνη Διαμαντίδη που προαναφέρθηκε, στην κατηγορία αυτή ανήκουν: ο Κώστας Καρίπης, ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Κώστας Νούρος, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Γιώργος Μητσάκης, η Ρόζα Εσκενάζη, ο Ππόδρομος Τσαουσάκης κ.α. Μελωδίες και τραγούδια Τούρκικα με λόγια ελληνικά που θεωρούνται έτσι που ζημώθηκαν με τον ψυχισμό μας εντελώς δικά μας όπως το περιβόητο "Χαρικλάκι" με τη Ρόζα, (που πήρε την πατρότητα του Παναγιώτη Τούντα), το "Μπεγκλεντίν Ντα Μπεγερντίν" με τον Στέλιο Καζαντζίδη ή "Σε Περίμενα Να 'ρθείς" (η ελληνική του απόδοση ) με τον Νίκο Ξανθόπουλο το "Σήκω Χόρεψε Κουκλί Μου" το "Μανόλια" και τόσα άλλα.

Αλλά ποιο είναι τελικά το μουσικό άρωμα της Πόλης: Άπιαστο, αν και τόσο γνώριμο και οικείο, δεν περιγράφεται. Το νιώθεις, το αισθάνεσαι μέσα από της μουσικής τα χρώματα. Είναι κράμα πολλών αρωμάτων. "Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα τραγούδια μας" για να παραφράσουμε τον Ελύτη. Όμως, κανένας δεν έχει περιγράψει -απ' όσο ξέρω- καλύτερα το μουσικό άρωμα της Πόλης από τον Θωμά Κοροβίνη: "Είναι μισμαγιά και μακελάρικο χασάπικο, ουσάκ και νιαβέντι, μπεκτασίδικο ιλαχί και πατριαρχική ψαλμουδιά, καρσιλαμάς και τανγκό, τύμπανο του Ραμαζανιού και Υπερμάχω". Εκεί, λοιπόν, που σμίγει η Δύση με την Ανατολή αναδύεται ένα σπάνιο, ένα μοναδικό άρωμα κανέλλας. Το άρωμα ΠΟΛΗΣ .

Τυχεροί όσοι αισθάνονται και απολαμβάνουν την ευωδία του.



Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2013

"ΑΝΑΤΟΛΗ ΑΝΑΤΟΛΩΝ", Ε. ΖΑΧΟΥ-ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ

Από το βιβλίο "Ανατολή Ανατολών" του Ε. Ζάχου - Παπαζαχαρίου, εκδ. "Αλήστου Μνήμης"
ένα τραγούδι για την Κωνσταντινούπολη


                                ΓΙΑ ΙΣΤΑΜΠΟΥΛ ΞΕΚΙΝΗΣΑ


Για Ισταμπούλ ξεκίνησα
να πάω να σερνιανήσω
και μέσα στην Αγια Σοφιά
να μπω να προσκυνήσω.

Στο Βόσπορο κατέβηκα
και στα παλιά μουράγια
να δω σημάδια λεβεντιάς
τριγύρω στα σεράγια.

Πέρα απ` το Καπαλί Τσαρσί 
στο Μπαγιαζίτ Μεϊντάνι 
μιλιούνια κόσμος τριγυρνά
κι αλισβερίσι κάνει.

Στου Μπέγιογλου τα καπηλιά
ξενύχτι περιμένει
να δεις την κόκκινη μηλιά 
τα μήλα φορτωμένη.

Χλωμιάζουν τ` άστρα της νυχτιάς 
και στης αυγής τ` αγιάζι
ακούγετ` απ` το μιναρέ
γλυκό σαμπάχ ναμάζι. *

Και μού ` παν όποιος πιει νερό
στου Μπέικοζ τη βρύση
στην Πόλη και στο Βόσπορο
γρήγορα θα γυρίσει.

... Η Ισταμπούλ είναι όμορφη , γιατί είναι γεμάτη παραμύθια και γεμάτη μουσική. 
Κι αυτό πρέπει να μας φτάνει , γιατί είναι το κυριότερο...

* σαμπάχ ναμάζι ~~~ πρωινή προσευχή




ΚΑΠΑΛΙ ΤΣΑΡΣΙ

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

"ΠΟΛΗ", Ανδρέας Καρκαβίτσας


Αποσπάσματα από το : "Ταξίδια στον Πόντο, την Πόλη, τη Σμύρνη" , εκδ. Μαλλιάρης - Παιδεία , 1991




.... Για  πρώτη φορά σήμερα επάτησα τη Σταμπούλ. Δεν πέρασα τη Γέφυρα. Από το πλοίο , μ` ένα γοργοκίνητο, χρυσαλειμμένο καϊκι, εβγήκα στο Σιρκεντζί, μπροστά στο μεγάλο σταθμό του ευρωπαϊκού σιδηροδρόμου. Από εκεί ανηφόρισα αμέσως, έχοντας αριστερά τα δυτικά τείχη του σαραγιού, ραγισμένα κι αραχνιασμένα εδώ κι εκεί, και δεξιά συγκρατητά σπίτια ποκιλοπρόσωπα, ώσπου εβγήκα κατάμπροστα στην Αγια-Σοφιά.
Τυχερός στάθηκα που πρωτοείδα τη Σταμπούλ χιονισμένη. Είναι αυτή το κύριο μέρος της Πόλης, όπου συγκεντρώνεται όλη η προελληνική παράδοσις του αρχαίου Βυζαντίου και η χιλιοπρόσωπη ζωή της ελληνικής αυτοκρατορίας αλλά και της τούρκικης αυτοκρατορίας και κοινωνίας η ράθυμη έκφρασις και η σπάταλη μεγαλοπρέπεια. Εδώ η απλότης της Σπάρτης και η πολυτέλεια των Εκβατάνων. Εδώ η ειδωλολατρία της Ελλάδος και η ιδεολατρία της Ιουδαίας. Εδώ ο ρωμαϊκός Άρης και η ελληνική ταπείνωσις. Εδώ η αναβίωσις του Ελληνισμού και του Χριστιανισμού η ενσάρκωσις του Χριστιανισμού και του Μωαμεθανισμού το ριζοθεμέλιωμα. Εδώ ο ανταγωνισμός Ευρώπης και Ασίας, πεισματικός και αδιάκοπος. Ιδέες, σύμβολα, θρησκεύματα, τίτλοι, φορέματα, του ανθρώπου κάθε ματαιότης και κάθε οργασμός, σαν σε χωνευτήρι αχόρταστο, ρίχνονται και περνούν και χάνονται σαν ίσκιοι. 
... Τώρα έχασκα στο κομψοτεχνημένο  παλάτι  και τώρα στο κομψοχαλασμένο ερείπιο. Επρόσεχα στο συγνεφιασμένο γιασμάκι της χανούμισσας και στην αιθεροπλάνητη φωνή του μουεζίνη. Έβλεπα τα χιλιόχρωμα φορέματα και τα μυριοέκφραστα πρόσωπα, τη γαλανή Προποντίδα και το γαλανότερο ουρανό κι είχα στα πόδια μου την Ευρώπη και την Ασία αντίκρυ μου. Και σ` αυτές τις ώρες, γλύκα βαθιά και μυστική εκρυφοδρομούσε στις φλέβες κι επερίχυνεν αθάνατο νερό όλη μου την ύπαρξη.











Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

ΜΝΗΜΕΣ της ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ, Αχμέτ Ουμίτ ( συνέχεια )

Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ

Η πόλη των κλεμμένων ελπίδων

…Αγναντεύαμε την πόλη απ` τη θάλασσα. Η Ιστανμπούλ ήταν σκεπασμένη με ομίχλη… Κι η θάλασσα το ίδιο… Σκεπασμένο με ομίχλη και το σκάφος μας… Αυτό που διακρίναμε ήταν οι μιναρέδες του Σουλταναχμέτ, ο τρούλος της Αγια-Σοφιάς, οι πύργοι του Τόπκαπι. Η πόλη έδινε την εντύπωση ότι ποτέ δεν είχε λεηλατηθεί, ποτέ δεν είχε καταστραφεί, ποτέ δεν είχε μολυνθεί. Η φύση είχε σκεπάσει με μια κατάλευκη ομίχλη ό,τι άσχημο υπήρχε στην πόλη. Σαν ένα στιγμιαίο όραμα λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος… Σαν ένα μαγικό νέφος… Μια παραμυθένια εικόνα… Σαν μια ολοκαίνουρια αρχή… Νέα, ελπιδοφόρα, όμορφη…


Αγναντεύαμε την πόλη από τη θάλασσα. Ατενίζαμε τα παιδικά μας χρόνια στους δρόμους του Μπάλατ όπου παίζαμε ξεφωνίζοντας... Στα νερά του Κεράτιου... Που καβγαδίζαμε με τα παιδιά των διπλανών γειτονιών... Τα δαμάσκηνα που κλέβαμε απ` τον κήπο του παπά, ο θησαυρός που ψάχναμε στις φυλακές του Ανεμά, το φάντασμα στο Παλάτι του Πορφυρογέννητου, ο Χριστός του Πατριαρχείου, η γιορτινή προσευχή στο Σουλεϊμάνιγιε το ευλογημένο νερό του αγιάσματος, οι τάφοι των ακολούθων του Μωάμεθ, ο σταυρός που ανασύρεται από τη θάλασσα.. Οι τάφοι στο Μπάλατ. Οι μυρωδιές φαγητών στα σοκάκια... Οι γείτονες που προμηθεύονται ό,τι τους λείπει απ` τον διπλανό...

Αγναντεύαμε την πόλη απ` τη θάλασσα. Κοιτάζαμε τη Χαντάν.. Το κορίτσι με τα καλλίγραμμα πόδια και τη μαύρη σχολική ποδιά. Τα ατελείωτα σχολικά καθήκοντα. Το χαστούκι του δάσκαλου που έσκαγε στο μάγουλό μας.. Οι αναμνήσεις μας βυθισμένες κι αυτές στην ομίχλη... Τέσσερα παιδιά του δημοτικού που περπατούν στα στενά σοκάκια του Μπάλατ.. Η φιλία, που μένει αλώβητη μπροστά στον έρωτα... Η τόλμη του Ντεμίρ, η ευσυνειδησία του Νεβζάτ, η ποίησή μου... Η ομορφιά της Χαντάν... Ατενίζαμε τη Χαντάν, τα μάτια της που ήταν νοτισμένα, σαν την Ιστανμπούλ που ξυπνούσε μέσα απ` την ομίχλη.

Αγναντεύαμε την πόλη απ` τη θάλασσα. Κοιτάζαμε τον πατέρα του Νεβζάτ, το λάτρη της ποίησης , τη μητέρα του που λάτρευε την Ιστορία... Κοιτάζαμε τη Γκιουζιντέ, τη γυναίκα του Νεβζάτ, την κόρη τους τη Αϊσούν... Τη χαρά της Αϊσούν που δεν πρόλαβε να μεγαλώσει... Κοιτάζαμε τον τρελά ερωτευμένο με την άρρωστη γυναίκα του , πατέρα του Ντεμίρ... Το γεράκι που το έλεγαν Χιουζούν... Τον πατέρα μου που όταν έπινε δύο ποτηράκια τραγουδούσε σαν το αηδόνι, την πάντοτε γεμάτη συμπάθεια και αγάπη μητέρα μου... Κοιτάζαμε τη Χαντάν... Το κορίτσι που αγαπούσαμε όλοι... Τη γυναίκα μου... Τα απραγματοποίητα όνειρά της... Το γιο μου , τον Ουμούτ... Τη χαρά που έμεινε στη μέση...


Αγναντεύαμε την πόλη απ` τη θάλασσα, ο Νεβζάτ, ο Ντεμίρ κι εγώ.  ( Γεκτά ) .. Την ποίηση που δημιούργησε η φύση ... Το έκτρωμα που δημιούργησε ο σύγχρονος άνθρωπος... Κοιτάζαμε τους ουρανοξύστες που ορθώνονταν ξεδιάντροπα μπροστά μας , σαν μαχαιριά από μπετόν καρφωμένη στην καρδιά της πόλης... Κοιτάζαμε τις γέφυρες σαν πέδιλα περασμένα στους αστραγάλους της θάλασσας... Κοιτάζαμε τις άδειες αλάνες που, ώρα με την ώρα, λεπτό το λεπτό λιγόστευαν... Κοιτάζαμε τα δάση που, δέντρο προς δέντρο, κλαδί προς κλαδί, ανθό προς ανθό, καταστρέφονταν... Κοιτάζαμε τους ανθρώπους που έχασαν το φιλότιμο, την αγάπη, την ελπίδα, την τιμή τους... Που έχασαν τον ίδιο τους τον εαυτό... Μια κακόμοιρη κοινωνία που θεωρεί την οικονομική επιτυχία ως ευτυχία... 

Αγναντεύαμε την πόλη απ` τη θάλασσα. Ο Νεβζάτ, ο Ντεμίρ κι εγώ... Κοιτάζαμε τα πρόσωπα των νεκρών μας... Κοιτάζαμε στα μάτια τους τη μοίρα μας... Κοιτάζαμε την απελπισία μας, την κακομοιριά που μεγάλωνε στις παλάμες μας, το φόβο που άνθιζε στο αίμα μας... Κοιτάζαμε τη ζωή που πήραν απ` το χέρια μας... Τις ηλιόλουστες μέρες, τα γεμάτα ελπίδες πρωινά, τα χαρούμενα ανοιξιάτικα βράδια... Τις αναμνήσεις μας που έσβηναν, τα νεκρά οράματα, την πόλη μας που απομακρυνόταν σαν κουρασμένο καράβι φορτωμένο με τα γκρεμισμένα όνειρά μας... Κοιτάζαμε τον εαυτό μας που χάσαμε μαζί με την πόλη μας...
Αγναντεύαμε την πόλη απ` τη θάλασσα. Τη θρυλική χώρα του βασιλιά Βύζαντα, την αυτοκρατορική πρωτεύουσα του Κωνσταντίνου, τα τείχη του Θεοδοσίου του Β΄ που θύμιζαν πέτρινο περιδέραιο, τη μοναδική Αγία Σοφία του Ιουστινιανού, το παλάτι Τόπκαπι απ` όπου διοικούσε ο σουλτάνος Φατίχ, το μεγαλοπρεπές τέμενος Σουλεϊμάνιγιε του σουλτάνου Σουλεϊμάν... Κοιτάζαμε τους μονάρχες, τους σπουδαίους διοικητές, τους ευπατρίδες, τους σκλάβους, τα στρατολογημένα παιδιά... Τις γυναίκες κοιτάζαμε ... Την Πουλχερία, τη Θεοδώρα, τη Χιουρρέμ Σουλτάν... Κοιτάζαμε τους ήρωες, τους δειλούς, τους δημιουργούς, τους καταστροφείς, τους ευφυείς, τους βλάκες, τους στοργικούς, τους ανηλεείς... Κοιτάζοντας την πόλη, παρακολουθούσαμε την περιπέτεια της ανθρωπότητας.

Αγναντεύαμε την πόλη απ` τη θάλασσα. Τα φόρουμ, τους κίονες, τα αγάλματα, τους θεούς, τους ναούς, τις εκκλησίες, τα τεμένη, τα παλάτια, τις επαύλεις, τις κρήνες, τις βρύσες, τους τάφους, τα ιεροδιδασκαλεία, τα μαγειρεία, τους ταρσανάδες, τις αποβάθρες, τους σταθμούς, τα πανεπιστήμια, τα παραλιακά αρχοντικά, τα λησμονημένα ξύλινα σπίτια, τα εγκαταλελειμμένα λιθόκτιστα... Τα στενά  σοκάκια που κατηφόριζαν στη θάλασσα, τις μεγάλες λεωφόρους, τα πάρκα που πολιορκούσαν υψηλές πολυκατοικίες... Και τους μαστόρους που, με την ευφυία τους, με το μόχθο τους, με τη λεπτή δουλειά τους, έχτισαν την πόλη... Τον αρχιμάστορα Μιμάρ Σινάν....

Αγναντεύαμε την πόλη απ` τη θάλασσα. Τη δική μας Ιστανμπούλ, την πόλη των κλεμμένων ονείρων... Την πρωτεύουσα των λεηλατημένων αναμνήσεων... Την πρωτεύουσα της λαφυραγωγημένης ευτυχίας... Τον πύργο των γκρεμισμένων ελπίδων... Τη βασίλισσα της θλίψης... Την ομορφιά που την άρπαξε η βία... Την κομψότητα όπου ανάρτησαν τη σημαία της δολιότητας... Την ευφορία την οποία αντικατέστησε η απληστία... Την πόλη μας , το δρομάκι μας, τον κήπο μας, το σπίτι μας, τον τάφο μας, όλα αυτά για τα οποία δεν μπορούμε παρά να προσφέρουμε και το ίδιο μας το αίμα...

Αγναντεύαμε την πόλη απ` τη θάλασσα. Ο Νεβζάτ, ο Ντεμίρ κι εγώ... Η πόλη ήταν βυθισμένη στην ομίχλη...












Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

ΠΟΙΗΜΑ του ΟΡΧΑΝ ΒΕΛΗ ΚΑΝΙΚ/ ORHAN VELİ KANIK

"ΑΚΟΥΩ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ" , Ορχάν Βελή Κανίκ

Κλείνω τα μάτια μου κ’ ακούω την Κωνσταντινούπολη
Στην αρχή φυσάει ένα ελαφρό αεράκι
Αργοσαλεύουν
Τα φύλλα στα δέντρα
Από μακριά, πολύ μακριά
Το ασταμάτητο κουδούνισμα των νερουλάδων
Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω την Κωνσταντινούπολη

Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω την Κωνσταντινούπολη
Η κλειστή αγορά μες στην δροσιά
Πολύβουο το Μαχμούτ πασά
Οι αυλές γεμάτες περιστέρια
Σφυροκοπήματα έρχονται απ΄τα ντόκ
Το όμορφο ανοιξιάτικο αγεράκι σκορπάει μυρωδιές ιδρώτα
Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω την Κωνσταντινούπολη

Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω την Κωνσταντινούπολη
Μια κοκέτα περνάει το καλντερίμι
Βρισιές , πειράγματα, τραγούδια , μουρμουρίσματα
Κάτι πέφτει απ το χέρι της στο χώμα
Μάλλον είναι ένα τριαντάφυλλο
Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω την Κωνσταντινούπολη

Κλείνω τα μάτια μου κι ακούω την Κωνσταντινούπολη
Ένα πουλί σπαρταράει στα πεζούλια της
Αν το μέτωπό σου είναι ζεστό ή όχι, εγώ το ξέρω
Αν τα χείλη σου αν είναι υγρά ή όχι, εγώ το ξέρω
Ένα άσπρο φεγγάρι γεννιέται πίσω απ΄τις φιστικιές
Το νοιώθω από τους χτύπους της καρδιάς σου
Ακούω την Κωνσταντινούπολη



“İSTANBUL’U DİNLİYORUM” , Orhan Veli Kanık

İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.
Önce hafiften bir rüzgar esiyor,
Yavaş yavaş sallanıyor
Yapraklar ağaçlarda,
Uzaklarda, çok uzaklarda
Sucuların hiç durmayan çıngırakları,
İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapal

İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.
Serin serin Kapalı Çarşı
Cıvıl cıvıl Mahmutpaşa,
Güvercin dolu avlular.
Çekiç sesleri geliyor doklardan,
Güzelim bahar rüzgarında ter kokuları,
İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.

İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.
Bir yosma geçiyor kaldırımdan,
Küfürler, şarkılar, türküler, laf atmalar.
Bir şey düşüyor elinden yere,
Bir gül olmalı,
İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.

İstanbul’u dinliyorum, gözlerim kapalı.
Bir kuş çırpınıyor eteklerinde,
Alnın sıcak mı değil mi, biliyorum,
Dudakların ıslak mı değil mi, biliyorum,
Beyaz bir ay doğuyor, fıstıkların arasından
Kalbinin vuruşundan anlıyorum,
İstanbul’u dinliyorum.

Λίγα λόγια για τον ποιητή και την ποίησή του.



Ο Ορχάν Βελή Κανίκ (Orhan Veli Kanık), γεννήθηκε το 1914 στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του, που ήταν διευθυντής της Προεδρικής Συμφωνικής Ορχήστρας, φρόντισε να του εξασφαλίσει  υψηλού επιπέδου κοσμική εκπαίδευση, αλλά ο ατίθασος Orhan εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο το1935. Εργάστηκε στην Ταχυδρομική Υπηρεσία της Άγκυρας, μέχρι την κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και την επιστράτευσή του. Μετά την αποστράτευσή του, στα 1945, εξασφάλισε θέση μεταφραστή στο Τουρκικό Υπουργείο Παιδείας, αλλά δεν μπόρεσε να εργαστεί περισσότερο από δύο χρόνια. Η ζωή των δρόμων τον τραβούσε σαν μαγνήτης και αποφάσισε να την ακολουθήσει.
 Πέθανε στην Κωνσταντινούπολη τον Νοέμβριο του 1950, από εγκεφαλική αιμορραγία, σε ηλικία μόλις 36 χρόνων. 
Θεωρείται ένας από τους τέσσερις ποιητές ( Nazim Hikmet, Melih Cevdet Anday,Oktay Rifat ,Orhan Veli)  οι οποίοι ανανέωσαν την τουρκική ποίηση , που ακολούθησε την πτώση του Σουλτάνου και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας.
Η σύντομη ζωή του, ο αλκοολισμός και οι θυελλώδεις έρωτές του, δημιούργησαν το μύθο ενός ρομαντικού ποιητή που κυνηγούσε τις ακραίες εμπειρίες, με στόχο την υπαρξιακή ανάταση. Υπήρξε όμως κάτι περισσότερο από έναν πρόωρα χαμένο «καταραμένο» ποιητή,  μια σημαντικότατη φυσιογνωμία της μοντέρνας τουρκικής ποίησης.
Τραγούδησε τη ζωή σε όλο το σκοτεινό μεγαλείο της και ο αναγνώστης μπορεί να εκπλαγεί κάποτε, αναρωτώμενος πώς μπορούσε ένας άνθρωπος ν’ αντέξει τόση σκληρότητα γυμνή και να την ντύσει με λόγια που ,όταν ξεπεράσει κανείς τον επιφανειακό μηδενισμό τους, σπαρταρούν από τρυφερότητα και θέληση για ζωή.
Η βάση της ποίησής του αποτελείται από καθημερινά στιγμιότυπα, αστεία, εκφράσεις του δρόμου κι έναν βαθύ, σχεδόν αθέατο λυρισμό. Τα ποιήματά του αιφνιδιάζουν με τα θέματά τους, αποφεύγοντας τις ισχυρές και ρητορικά περίπλοκες μεταφορές. Τα πιο επιτυχημένα από αυτά, ξαναδίνουν στην τουρκική γλώσσα τη ζωντάνια και την παραστατικότητα. Υπερασπίζεται μια ποίηση χωρίς εκτεταμένα στυλιστικά στοιχεία και επίθετα, και προτιμά ένα στυλ γραφής που είναι πιο κοντά στον  ελεύθερο στίχο. Διακρίνεται για τη μοναδική φωνή του και το συναισθηματικό βάθος που υποφώσκει στην φαινομενικά εύκολη φύση των στίχων του. 
Έχει εκτιμηθεί ως ποιητής τόσο από το ευρύ κοινό όσο και από τους ακαδημαϊκούς κύκλους.





Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

ΚΩΝ/ΠΟΛΗ (τραγούδι)~ ISTANBUL (şarkı)

"Κωνσταντινούπολη " 
 / τραγουδισμένη από τη μοναδική φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη/

Istanbul seni en çok seviyorum !!




                    


ΚΩΝ/ΠΟΛΗ ~ISTANBUL ( video )


ΑΡΘΡΟ του Αντώνη Καρπετόπουλου

ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ (ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΩΝ/ΛΗ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ FINAL 4 ( 2012 ).



Θα ήθελα να είμαι σήμερα στην Κωνσταντινούπολη, όχι για το Final 4, αλλά γιατί το Final 4 είναι μια ωραία ευκαιρία για να πάει κανείς στην Κωνσταντινούπολη και τέτοιες ευκαιρίες δεν έχουμε πολλές. Έχω πάει τρεις φορές και κάθε φορά η μοναδική αυτή πόλη με κάνει να θέλω να επιστρέφω κι ας μην έχω κανένα οικογενειακό δέσιμο ή καταγωγή ή κάτι ανάλογο.
Καταλαβαίνω αυτούς που λένε ότι η Πόλη δεν τους αρέσει, δεν καταλαβαίνω εκείνους που απλώς δηλώνουν ότι τους άρεσε – θέλω να πω ότι η Κωνσταντινούπολη ανήκει στην κατηγορία των πόλεων που αν σου αρέσουν τις λατρεύεις. Δεν χωράνε στην αξιολόγηση ημίμετρα και κρίσεις: υπάρχουν πόλεις που θέλεις να τους δώσεις την καρδιά σου ολοκληρωτικά και πριν το κάνεις ανακαλύπτεις ότι καρδιά δεν έχει να δώσεις γιατί ήδη στην κλέψανε – αυτό συμβαίνει με την Κωνσταντινούπολη.
Πριν τρία χρόνια, τελευταία φορά που την επισκέφτηκα, είχα την τύχη να μπω στο λιμάνι της με πλοίο, να τη δω δηλαδή να προβάλλεται μπροστά μου με όλη τη σκηνική της μεγαλοπρέπεια. Ο Γιούγκερμαν του Καραγάτση, όταν μπαίνει στο λιμάνι του Πειραιά και βλέπει την Αθήνα «φάτσα κάρτα» σκέφτεται και μονολογεί ότι η ελληνική πρωτεύουσα είναι μια πόλη που αξίζει τον κόπο να κατακτήσει κανείς. Η διαφορά μιας πόλης από μια σοκαριστικά όμορφη πόλη όπως είναι η Πόλη είναι ότι μπροστά στην Κωνσταντινούπολη δεν σκέφτεσαι: η ομορφιά της δεν σου επιτρέπει τίποτα, παρά μόνο να χαθείς. Πιο πολύ από οποιαδήποτε από τις πολλές πόλεις που έχω επισκεφτεί η Κωνσταντινούπολη σε προστάζει να χαθείς: οι βόλτες είναι τεράστιες, οι εικόνες της ολότελα διαφορετικές, οι ήχοι της ένα ανατολίτικο ροκ σάουντρακ που σε περικυκλώνει.
Η Αθήνα είναι μια φτιασιδωμένη γριά – μακιγιάρει με γενναίες δόσεις κακογουστιάς ό,τι ωραίο της έχει μείνει για να αποδεικνύει την σοφία της ηλικίας της: δεν είναι άσχημη, όσο κάποιοι λένε, αλλά είναι λίγο τρελλόγρια. Η Κωνσταντινούπολη στην ηλικία της χτίζει τη γοητεία της. Το Τοπ Καπί, ανέγγιχτο σχεδόν από το χρόνο σε ψήνει ότι τα εκθεσιακά του ψέματα (η ράβδος του Μωυσή π.χ) είναι όλα αληθινά. Η περικυκλωμένη Αγια Σοφιά αποτελεί από μόνη της την εικόνα μιας εποχής χριστιανικού μεγαλείου την οποία διαδέχτηκε κάτι άλλο. Ομολογώ ότι δεν πόνεσε η ελληνική καρδιά μου κοιτάζοντας τα μωσαϊκά της γιατί ως καλλιτέχνημα η Αγια Σοφιά έχει μια οικουμενικότητα που ξεπερνά τα δικά μας: αν υπάρχει κάτι που τσιμπάει το νεκροζώντανο εθνικισμό μου αυτό είναι οι ταμπέλες των ελληνικών καταστημάτων που έχουν απομείνει σαν παράσημα σε δημόσια κτήρια στο Πέρα και στο Ταρλάμπασι. Επίσης, αν ένοιωσα την ανάγκη ν ανάψω ένα κερί και να κάνω το σταυρό μου, αυτό μου συνέβη μπροστά στην Αγία Ειρήνη: ο μύθος ότι η πόρτα της σφραγίστηκε από Αγγέλους όταν μπήκαν οι Οθωμανοί στην Πόλη είναι από τους αγαπημένους μου.
Όμως στην Πόλη δεν πας για να ανακαλύψεις μονοπάτια μιας χαμένης βυζαντινής ελληνικότητας: αν το κάνεις δεν θα την εκτιμήσεις ποτέ. Στην Κωνσταντινούπολη το ταξίδι στο χρόνο είναι η αληθινή απόλαυση. Ο σκοπός είναι να περιηγηθείς στην πολυτέλεια του μαγικού Σιραγκάν, που έγινε από ανάκτορο ξενοδοχείο και από ξενοδοχείο ανάκτορο, να χαθείς στις μυρωδιές των μπαχαρικών στις ανοιχτές αγορές, να φανταστείς τη μεγαλοπρέπεια του παλατιού του Ντολμάμπαχτσε, να περπατήσεις στο Μπεικόζ και στο Μπέιογλου εκεί που σιντριβάνια, παλάτια, τζαμιά και μαυσωλεία σε περιμένουν. Όλα αυτά με το μυαλό πάντα στην εξερεύνηση του Βόσπορου και με βασικό σκοπό να διανύσεις με καραβάκι τη μαγική διαδρομή που ξεχύνεται από το κάστρο του Ρούμελι Χασάρ στην ευρωπαϊκή πλευρά μέχρι το Κάστρο της Ανατολίας στην ακτή της Ασίας: ο Βόσπορος είναι σύνορο και κέντρο ταυτόχρονα.
Κι αυτά όμως είναι και συγχρόνως δεν είναι η Κωνσταντινούπολη. Στο σκηνικό αυτής της μαγείας, που κάθε τουρίστας περιηγητής μπορεί να χαρεί, ζει μια ζωντανή πόλη που έχει το δικό της φολκλόρ. Η Κωνσταντινούπολη είναι τα παζάρια που κάνεις στις αγορές ακόμα και αν δεν αγοράσεις τίποτα. Ο ταξιτζής που θα σε κλέψει αποκαλώντας σε «μπατζανάκ» κι αφού προηγουμένως σε πείσει ότι είσαι ο φίλος που περιμένει. Είναι το τσάι χωρίς ζαχαρη στο γυάλινο μικρό ποτήρι. Είναι το Ρέινα, ένα από τα ωραιότερα κλαμπ της Ευρώπης, στο οποίο οι ουρές για να μπεις θυμίζουν αυτές στο Μερσέντες τη δεκαετία του 90. Είναι το μαγευτικό Ουλους, σε ένα από τους λόφους – το μοναδικό εστιατόριο που καλύπτει μια ολόκληρη πλαγιά γεμάτη από σκαλοπάτια. Η Κωνσταντινούπολη είναι οι χιλιάδες άνθρωποι που κάνουν πικ νίκ με την οικογένεια τους το Σάββατο και την Κυριακή στα παράλια του Βόσπορου αγναντεύοντας τη θάλασσα – θέαμα που δεν μπορείς να φανταστείς σε άλλη πρωτεύουσα.
Κάθε φορά που πηγαίνω σκέφτομαι πως αυτοί οι ατελείωτοι συνδυασμοί πλούτου και φτώχειας, στενοκεφαλιάς και μεγαλοπρέπειας, κουτοπονηριάς και ελαφράδας, ιστορίας και δυστυχίας, φασαρίας και μουσικότητας, μυστικότητας και φολκλόρ κάνουν την Πόλη σχεδόν αχρονική – ένα μεγαλοπρεπές σκηνικό μιας πολύ γεμάτης από δρώμενα θεατρικής παράστασης που παρακολουθείς περιφερόμενος προσπαθώντας να βάλεις στο αχανές σενάριο τάξη. Οσες φορές έχω πάει κατά λίγο για λίγο σε κάποιο τζαμί αναζητώντας στην απόλυτη σιωπή του λίγη εσωτερική ηρεμία στο χάος του κόσμου μας. Εμείς πιστεύουμε σε ένα Θεό στον οποίο διαρκώ μιλάμε και του ζητάμε χάρες για όλα αναμένοντας το βροντερό του παράγγελμα. Οι μουσουλμάνοι λατρεύουν το Θεό τους στη σιωπή – τα έργα του τα βλέπουν, λένε. Αυτή η ανάγκη λίγης σιωπής μπροστά σε ένα μοναδικό δημιούργημα είναι η Κωνσταντινούπολη….














" ΜΝΗΜΕΣ της ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ" , Αχμέτ Ουμίτ ( συνέχεια )


Λόγια του Τούρκου αστυνομικού Νεβζάτ




... πίστευα ότι οι άνθρωποι έπρεπε να μπορούν να ακολουθούν την πίστη τους χωρίς κανέναν περιορισμό , καμιάν καταπίεση  ή καταναγκασμό , έπρεπε όμως ταυτόχρονα να μη μισούν όσους δεν είναι σαν κι αυτούς. Ούτε η φυλή ή το φύλο , έτσι και η θρησκεία, επειδή είναι κάτι που μας διαχωρίζει  δεν πρέπει να θεωρείται κοινός παρονομαστής. Όλοι μας έχουμε μόνο μια κοινή ιδιότητα:  Είμαστε άνθρωποι. Παρ` όλο που έχουμε διαφορετικά πιστεύω, διαφορετική εθνική καταγωγή, διαφορετικό φύλο και τέλος διαφορετική κοσμοθεωρία εν τέλει όλοι είμαστε άνθρωποι . Το άλλο κοινό που είχαμε ήταν η Ιστανμπούλ. Όλοι μας ζούσαμε σ` αυτή την πόλη. Το τέμενός μας, τα ιερά για τους Αλεβίτες οικήματα, οι εκκλησίες μας , οι συναγωγές μας βρίσκονταν σ` αυτή την πόλη. Το ότι ήμασταν άνθρωποι και ζούσαμε στην ίδια πόλη ήταν η βάση η οποία μάς ένωνε...