Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΤΟΙ ΜΥΘΟΙ ΜΙΑΣ ΚΟΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Η αντίληψη των Ελλήνων και των Τούρκων για το έθνος και το παρελθόν δομείται με βάση εντελώς αντίθετες αφετηρίες, οι οποίες κάλλιστα μπορούν να θεωρηθούν αλληλοσυμπληρούμενες


Μπορεί να υπάρξει ελληνική ιστορία χωρίς τους Τούρκους; Μπορεί να υπάρξει τουρκική ιστορία χωρίς τους Έλληνες; Οι ερωτήσεις αυτές μοιάζουν ρητορικές αλλά δεν είναι. Πρώτον, γιατί πολύ συχνά οι εθνικές ιστορίες ομφαλοσκοπούν αυτάρεσκα όχι μόνο βάζοντας το έθνος στο κέντρο της αφήγησης αλλά και αγνοώντας περιφρονητικά τους άλλους λαούς, ιδιαίτερα τους γειτονικούς. Δεύτερον, γιατί και στις περιπτώσεις ακόμη που αυτοί οι γειτονικοί λαοί εμφανίζονται, έχουν περιθωριακό και παθητικό ρόλο ή αναλαμβάνουν τον ρόλο του εχθρού επί του οποίου διέπρεψε νικηφόρα το έθνος. Το ότι τα στοιχεία αυτά διακρίνουν τόσο την ελληνική όσο και την τουρκική εθνική ιστορία δεν είναι βεβαίως πρωτότυπο να το διαπιστώσει κανείς. Αυτό που ωστόσο παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον είναι ότι οι δύο αυτές ιστορίες είναι αντιστρόφως ανάλογες: το ίδιο ιστορικό γεγονός παρουσιάζεται και αξιολογείται διαφορετικά σε κάθε περίπτωση ­ αρνητικά στη μία, θετικά στην άλλη και το αντίστροφο.
Αντεστραμμένα είδωλα της κοινής ιστορίας μπορούμε να εντοπίσουμε κατ' εξοχήν στην περίοδο της συνύπαρξης Ελλήνων και Τούρκων στο ίδιο κράτος, την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ολα ξεκινούν με την κατάκτηση των Βαλκανίων. Για την ελληνική εθνική ιστορία η πτώση της Πόλης σήμανε τη «σκλαβιά» του έθνους αλλά και τη «στασιμότητα» και την «οπισθοδρόμηση» σε σχέση με την ευρωπαϊκή Δύση. Σύμφωνα με την τουρκική εθνική ιστορία αντίστοιχα, η κατάκτηση της Βαλκανικής ήταν επιθυμητή από τους λαούς της στο κοινωνικό επίπεδο, με την προσδοκία μιας δικαιότερης διοίκησης, και στο θρησκευτικό, εφόσον ήθελαν να αντιταχθούν στη διείσδυση του καθολικισμού. Η χρήση των όρων είναι από μόνη της αποκαλυπτική για τη διαφορά των δύο οπτικών: στην «πτώση» ή στην «άλωση» της Πόλης της ελληνικής εκδοχής αντιπαρατίθεται η κατά την τουρκική εκδοχή «κατάκτησή» της. Εννοείται ότι ολόκληρη η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας αξιολογείται διαμετρικά αντίθετα από τις δύο εθνικές ιστορίες: για μεν τους Ελληνες η περίοδος από την άλωση της Κωνσταντινούπολης ως την Ελληνική Επανάσταση δεν είναι παρά μια εποχή σκλαβιάς και καταπίεσης κατά την οποία το έθνος υπέφερε καρτερικά τα δεινά του με την ελπίδα της απελευθέρωσης. Για τους Τούρκους την περίοδο αυτή κυριαρχεί η «pax ottomanica» όπου η δίκαιη και χρηστή διοίκηση και η ανοχή προς τους χριστιανούς εξασφαλίζουν την αρμονική συνύπαρξη των λαών της αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, εξάλλου, η ανάπτυξη των βαλκανικών εθνικών κινημάτων και η δημιουργία των βαλκανικών εθνικών κρατών τον 19ο αιώνα χαρακτηρίζονται «εξεγέρσεις» και αντιμετωπίζονται ως εκδήλωση αγνωμοσύνης προς τους Οθωμανούς, οι οποίοι κυβερνούσαν με δικαιοσύνη και ανοχή.
Οι δύο αυτές αντιθετικές γενικές εικόνες περικλείουν και όλα τα επί μέρους γεγονότα που σφραγίζουν τις ιστορικές σχέσεις των δύο λαών. Για παράδειγμα, οι «χρυσοί αιώνες» της οθωμανικής ιστορίας (15ος και 16ος), εποχή ακμής και εξάπλωσης των Οθωμανών, παρουσιάζονται ως «σκοτεινοί» αιώνες της ελληνικής ιστορίας ενώ αντίθετα οι δύο επόμενοι (17ος και 18ος), όπου η Οθωμανική Αυτοκρατορία εμφανίζει συμπτώματα παρακμής, είναι αιώνες σταδιακής «αναγέννησης» του ελληνικού έθνους. Οξύτερες είναι οι διαφορές όταν πρόκειται για την ερμηνεία της σύγκρουσης μεταξύ των δύο λαών, των πολεμικών αναμετρήσεων, της αμοιβαίας βίας, της νίκης και της ήττας. Η ήττα ιδιαίτερα φαίνεται ότι παίζει καθοριστικό ρόλο για την κατασκευή του «άλλου». Στην περίπτωση της ελληνικής και της τουρκικής εθνικής ιστορίας το πιο εύγλωττο παράδειγμα είναι οι εθνικές επέτειοι. Και στις δύο περιπτώσεις ως εθνική επέτειος εορτάζεται η στιγμή της νικηφόρας σύγκρουσης με τον «άλλον». Στη μεν ελληνική περίπτωση πρόκειται για την Ελληνική Επανάσταση (1821) που οδήγησε στη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, στη δε τουρκική περίπτωση πρόκειται για την απώθηση των ελληνικών στρατευμάτων από τη Μικρά Ασία (1922) που οδήγησε στη δημιουργία της τουρκικής δημοκρατίας. Πάλι οι όροι είναι αποκαλυπτικοί: οι Ελληνες μιλούν για Μικρασιατική Καταστροφή, οι Τούρκοι για Αγώνα Απελευθέρωσης.
Πρόκειται λοιπόν για μια κοινή ιστορία και για δύο αντίθετους μύθους. Στα ίδια ιστορικά γεγονότα η κάθε εθνική ιστορία αναγνωρίζει τη δική της αλήθεια, μια αλήθεια τελείως διαφορετική από εκείνη του γείτονά της. Αλλωστε η αλήθεια του άλλου δεν την αφορά. Προτιμά να εφησυχάζει στις βεβαιότητές της. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που η υψηλή αρνητική αξιολόγηση του άλλου συνδυάζεται με ελάχιστη γνώση. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τουρκικά σχολικά εγχειρίδια ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία καταλαμβάνουν πολύ μικρό μέρος, όπως αντίστοιχα στα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια πολύ λίγες πληροφορίες θα βρούμε για τους ίδιους τους Τούρκους παρά τη στενή συνύπαρξη κατά τα τελευταία χίλια χρόνια. Οι τέσσερις αιώνες της οθωμανικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια περιγράφονται από την ελληνική σκοπιά (ως ιστορία των Ελλήνων επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) και ελάχιστες πληροφορίες υπάρχουν για το ίδιο το οθωμανικό κράτος.
Οι δύο εθνικές αφηγήσεις δομούνται συνεπώς με βάση αντίθετους κεντρισμούς ενώ η αντίληψη για το έθνος και το παρελθόν στηρίζεται σε διαφορετικές έννοιες, τις οποίες θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε συμπληρωματικές. Σε αυτό το θέμα όμως θα επανέλθουμε σε επόμενη επιφυλλίδα.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  12/11/2000
«ΤΟ ΒΗΜΑ» ΓΝΩΜΕΣ
Χριστίνα Κουλούρη ( αναπληρώτρια καθηγήτρια της Ιστορίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης).



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου