Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Γράφει η Ayşe Lahur Kirtunç στον πρόλογο του βιβλίου του Bruce Clark
"Δυο φορές ξένος", εκδ. Ποταμός 2007

İki kere yabancı

Geç kaldık anıları kaydetmeye
o ilk malzeme yitti gitti
ilk mübadiller götürdüler anılarını
oysa onlar hemen kaydedilmliydi
üzerinden 80 yıl geçtikten sonra
ani savaşları
her türlü manipülasyona açık
Mübadeleyle ilgili her metnin özü aynı:
Yerinde doğup yabanda kocamak
iki yerde de yabancı olmak.

Δυο φορές ξένος

Είναι αργά για μας να διατηρήσουμε τις μνήμες μας.
Η ουσία τους, η αρχική ουσία,
έχει ήδη αφανιστεί.
Εκείνοι οι πρώτοι πρόσφυγες πήραν μαζί τις αναμνήσεις τους,
αναμνήσεις που έπρεπε
να είχαν καταγραφεί χωρίς καθυστέρηση.
Έχουν περάσει ογδόντα χρόνια,
και οι αναμνήσεις παλεύουν με κάτι άλλο,
έτοιμο να παραποιηθεί.
Αλλά το επίκεντρο της διήγησης κάθε πρόσφυγα
παραμένει το ίδιο.
Να γεννιέσαι σε ένα μέρος,
να γερνάς σε ένα άλλο.
Και να αισθάνεσαι ξένος και στα δυο μέρη.

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Δύο ποιήματα της καθηγήτριας Αyşe Lahur Kirtunç της οποίας η οικογένεια έφτασε στην Τουρκία από την Κρήτη το 1923.

MIA PΩΜΙΟΠΟΥΛΑ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΤΗΝ ΛΥΡΑ

Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Στη Ρόδο
Μπρός στα κάστρα
Επιβλητική όπως τα κάστρα
Ακίνητη όπως τα κάστρα.
Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Τζιν παντελόνι, μαύρο φανελάκι,
Με τα μακριά ξανθά μαλλιά της ν’ανεμίζουν
Τα λεπτά της δάχτυλα πάνω στις νότες.
Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Τραγουδάει τραγούδια ερωτικά ,ίσως
Κι΄όμως στα μάτια της
Στα χείλη της
Στη στάση της δεν διακρίνεται ο έρωτας.
Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Είναι πολύ μακριά μας
Πολύ κοντά μας
Η ίδια είναι δώ
Το μυαλό της μακριά
Πολύ μακριά.
Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Με τις γεμάτες μελωδίες νότες στα δάχτυλά της
Τα χείλη της όμως είναι στεγνά.
Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Τραγουδάει τραγούδια πονεμένα
Σαν την πατρίδα μου
Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Ασυγκράτητη σαν τον χείμαρρο Άμπου γαλή
Απέριττη,αγνή, κρυστάλλινη, γεμάτη ενθουσιασμό
Η Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Είναι θλιμμένη έτοιμη να σπάσει.
Η Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα,
Είναι πάνω στη σκηνή
Η πανσέληνος στον ουρανό,
Η θλίψη μέσ’στις νότες,
Η θλίψη στην ψυχή των ανθρώπων,
Ζούμε μια νύχτα θλιμμένη.
Η Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Γεμίζει με θλίψη την θλίψη μας απόψε.
28 Σεπτέμβρη 2007 / Metin Erten/ΡΟΔΟΣ


KABAK KEMANE ÇALAN RUM KIZI
Kabak kemane çalan Rum kızı
Rodos’ta
surların önünde
surlar kadar heybetli
surlar kadar durgun
Kabak kemane çalan Rum kızı
kot, siyah tişört
uzun sarı saçlar rüzgarda
ince parmaklar notalarda
Kabak kemane çalan Rum kızı
aşk şarkıları söylüyor
muhtemelen
gözlerinde
dudaklarında
duruşunda aşk yok
Kabak kemane çalan Rum kızı
çok uzak bize
çok yakın
kendi burada
beyni uzaklarda
çok uzaklarda
Kabak kemane çalan Rum kızı
duygulu ezgiler parmaklarında
ama duygu yok dudaklarında
Kabak kemane çalan Rum kızı
yanık türküler söylüyor
ülkem gibi
Kabak kemane çalan Rum kızı
yüzü gülmüyor
ülkem gibi
Kabak kemane çalan Rum kızı
Abu ğali gibi gürül gürül
yalın, temiz, duru ve çoşkulu
Kabak kemane çalan Rum kızı
mahzun ve kırılmaya hazır
Kabak kemane çalan Rum kızı
sahnede
gökte dolunay
ezgilerde hüzün
insanlarda hüzün
hüzünlü bir gecedeyiz
Kabak kemane çalan Rum kızı
hüznümüze hüzün katmakta bu
28 Eylül 2007 / Rodos


Ç A Ğ I R D I N G E L D İ M G İ R İ T

Türbelerden kemikleri kazdılar da
alıp gittiler
küçücük limanından Resmo’nun
tahta sandıklarda kırmızı yün battaniyeler
ve birkaç gün yetecek kadar su / peksimetler
ve sabun kalıbı birkaç tane
ve kemikler.

limanda sırtlarını döndüler taşlara
ve Resmo’nun kalesine ve duvarlara
kadınlar birkaç saksı ful / birkaç saksı selluka
koymak istedi sandığa
izin vermedi kocaları
soktu koynuna bir avuç yasemin

Sakize Hanumi / Saadet Hanumi /
göğsünde karardı yaseminler
ama kasıklarında
yeşil gözlü Musa Kazım’lar, Mehmet Ali’ler

götürdüler Kordelyo’ya
ve tahta sandıklarda zeytin fidanları
geride kaldı ataları / anaları /
turunç ağaçlarına emanet ettiler onları.

Girit, ah Girit!
senden esen rüzgarla büyüdüm
senin müziğini örtündüm geceleri
simsiyah elbiseli kadınlarla uyudum
yediğim her tabak radikayla
seni düşündüm, Girit!

Dilim dilime girdi küçükken /
“mesto diavlo” diye sövdüm sokak arkadaşlarıma
güldüler bana diye üzüldüm.

Çağırdın geldim, Girit!
geri getiremedim türbeden giden kemikleri
bakarım Resmo’nun eski evlerine
acaba hangisi, hangisi diye.
vazgeçtim evi barkı aramaktan
o arabadan inip herkese sarılan
çizmeli Giritliyi görünce,
umurunda değildi trafiği tıkamak
adamın ruhu /
işte o aradığım evi taşıyordu
üstelik dedeme çok benziyordu.

Çağırdın, çağırdın da geldim, Girit!
dar sokaklarında pis tezgahlardan
Stelyo Amcamın boğma rakısından
içtim
cömertti gözleri / bakmadım maşrapanın kirine
değil mi ki sokaktan geçen birine
peynir / badem / rakı sunuyordu
Stelyo Amca,
unutmalı kemikleri / onarmalı eskileri
hem Sofia’nın bu rüzgar hem benim
kızları kızlarıma benzer /
oğlanları oğluma

Akdenizliyim ben, Egeliyim.
yıllarca çağırdın da işte geldim, Girit!
bulamadım evimi / yok oldu giden kemikler /
ama ninemin koynunda giden
yaseminleri geri getirdim!

Ayşe Lahur Kırtunç
23 Ekim 2004 / Resmo / Rethymnon


ΜΕ ΚΑΛΕΣΕΣ ΚΑΙ ΗΡΘΑ ΚΡΗΤΗ !

Σκάψανε τα μαυσωλεία
και πήρανε τα κόκκαλα και φύγανε
απ’το μικρό λιμάνι του Ρέθυμνου.

Κόκκινες μάλλινες κουβέρτες
και νερό για λίγες μέρες – παξιμάδια
και μερικά καλούπια σαπούνι,
και κόκαλα.

Στο λιμάνι, γύρισαν τη ράχη τους στις πέτρες
και στου Ρέθυμνου το κάστρο και στους τοίχους.
Οι γυναίκες θέλησαν να βάλουν στο σεντούκι
δυο τρείς γλάστρες σελλούκες,
δεν το επέτρεψαν οι άντρες τους

Έχωσε στον κόρφο της μια χούφτα γιασεμιά
η Σακιζέ χανουμί, η Σααντέτ χανουμί.
Μαυρίσανε στον κόρφο τους τα γιασεμιά
Όμως μετέφεραν στο Κορδελιό
φυτεμένους στην κοιλιά τους
τους πρασινομάτες Μουσά Κιαζίμ, τους Μεχμέτ Αλί
και μερικά δενδρύλλια ελιάς
μέσα σε ξύλινα κιβώτια.

Μείνανε πίσω οι πρόγονοι, οι μάνες τους
εκείνους τους εμπιστεύθηκαν στις νεραντζιές.
Κρήτη ! Αχ Κρήτη !
Μεγάλωσα με τους αέρηδες που φτάνανε από σένα,
σκεπάστηκα με τη μουσική σου τις νύχτες.
Κοιμήθηκα με γυναίκες μαυροφορεμένες.
Με κάθε πιάτο ραδίκια που έτρωγα,
εσένα θυμόμουνα, Κρήτη !

Μπέρδεψα τη γλώσσα μου στα παιδικά μου χρόνια,
έβρισα τους φίλους μου του δρόμου
αμολώντας ένα `` ας τον διάολο !``
Στενοχωρέθηκα όταν γελάσανε.

Με κάλεσες κι’έφτασα Κρήτη !
Δεν μπόρεσα να επιστρέψω τα κόκαλα
που μεταφέρθηκαν απ’τα μαυσωλεία.
Ψάχνω τα παληά σπίτια του Ρεθύμνου,
ποιο νάναι άραγε ; ποιο νάναι άραγε το σπίτι μου ;

Παράτησα το ψάξιμο του σπιτιού μου
σαν είδα εκείνον τον Κρητικό με τις μπότες
ν’αγκαλιάζεται μ’όλους γύρω του.
Ούτε που τον ένοιαζε αν παρεμπόδιζε την κυκλοφορία.
η ψυχή του κουβαλούσε μέσα της το σπίτι που έψαχνα,
κι’έμοιαζε πολύ του παππού μου !

Με κάλεσες, με κάλεσες κι’ήρτα Κρήτη !
Στα στενοσόκακά σου, πάνω απ’τους βρώμικους πάγκους
ήπια συκόρακο του θείου Στέλιου,
ήταν πολύ πρόθυμο το βλέμμα του δεν έδωσα σημασία
στη βρωμιά του μαστραπά, αφού
πρόσφερε την ώρα εκείνη
τυρί, αμύγδαλα, ρακί, σ’έναν περαστικό
ο θείος Στέλιος .

Πρέπει να ξεχάσουμε τα κόκαλα
ν’ανακαινίσουμε τα παλιά.
Αυτός ο άνεμος είναι της Σοφίας, είναι και δικός μου.
Οι κόρες της μοιάζουν με τις κόρες μου,
τα αγόρια της με τον γυιό μου.
Είμαι Μεσόγεια εγώ, Αιγεοπελαγίτισα.

Για χρόνια πολλά με καλούσες.
Και να ! που ήρτα Κρήτη !
Δεν μπόρεσα να βρώ το σπίτι μου
χάθηκαν τα κόκαλα που φύγανε
Όμως τα γιασεμιά που είχαν ταξιδέψει
στον κόρφο της γιαγιάς μου
τα έφερα πίσω !

Αϊσέ Λαχούρ Κιρτούντς
23 Οκτωβρίου 2004, Ρέθυμνο

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Από το βιβλίο του Ορχάν Παμούκ : "Ιστανμπούλ, Πόλη και αναμνήσεις", Ωκεανίδα 2005,
σελ. 276-284


Άλωση ή Πτώση: ο εκτουρκισμός της Κωνσταντινούπολης

Όπως τους περισσότερους Τούρκους της Ιστανμπούλ, το Βυζάντιο μ’ ενδιέφερε πάρα πολύ λίγο στα παιδικά μου χρόνια. Όταν ήμουν παιδί, η λέξη Βυζάντιο μου έφερνε στο νου τα τρομακτικά ρούχα και γένια των Ρωμιών ορθόδοξων παπάδων, τα βυζαντινά τόξα και τις καμάρες στα διάφορα μέρη της πόλης, τις παλιές εκκλησίες που ήταν χτισμένες από κόκκινα τούβλα, και την Αγιασοφιά. Όλα αυτά ανήκαν σε μια τόσο παλιά εποχή που δεν υπήρχε λόγος να την ξέρουμε. Ακόμη και οι Οθωμανοί που κατέκτησαν το Βυζάντιο μου φαίνονταν πολύ μακρινοί. Εμείς είμαστε η πρώτη γενιά του «καινούργιου πολιτισμού» που είχε έρθει στην Ιστανμπούλ μετά από κείνους. Τουλάχιστον οι Οθωμανοί, που τις παραδοξότητές τους μας περιέγραφε ο Ρεσάτ Εκρέμ Κοτσού, είχαν ονόματα που μοιάζανε με τα δικά μας, ενώ οι Βυζαντινοί είχαν εξαφανιστεί με την άλωση. Και οι εγγονοί των εγγονών των εγγονών τους ήταν ιδιοκτήτες των ζαχαροπλαστείων και των καταστημάτων που πουλούσαν ρούχα και παπούτσια στο Μπέγιογλου. Όταν ήμουν παιδί, το πηγαινέλα με τη μητέρα μου στο Μπέγιογλου για ψώνια, στα διάφορα καταστήματα των Ρωμιών, ήταν από τις σημαντικότερες διασκεδάσεις μου. Σε κάποια καταστήματα υφασμάτων δούλευε όλη η οικογένεια, πατέρας – μητέρα – κόρες, κι όταν η μητέρα μου πήγαινε για ν’ αγοράσει ύφασμα για κουρτίνες ή βελούδο για να ντύσει μαξιλάρια, τα μέλη της οικογένειας άρχιζαν να μιλάνε μεταξύ τους πολύ γρήγορα ελληνικά. Αργότερα στο σπίτι προσπαθούσα να μιμηθώ την παράξενη γλώσσα τους και τις ανήσυχες κινήσεις των πωλητριών με τους πατεράδες τους. Το ενδιαφέρον που δείχνανε για τις μιμητικές μου προσπάθειες, το ύφος των εφημερίδων όταν αναφέρονταν σ’ αυτούς, το «Μίλα τουρκικά!» που χρησιμοποιούσανε για να τους επιπλήξουν καμιά φορά, μ’ έκανε να υποψιάζομαι ότι οι Ρωμιοί, όπως οι φτωχοί της πόλης και οι κάτοικοι στις παράγκες, δεν ήταν «ευυπόληπτα» άτομα. Σκεφτόμουν πως γι’ αυτό έφταιγε λίγο και το γεγονός ότι ο Φατίχ, με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, τους είχε πάρει την πόλη. Τα πεντακόσια χρόνια της άλωσης, το «μεγάλο θαύμα» όπως λέγανε καμιά φορά, είχαν γιορταστεί ένα χρόνο μετά τη γέννησή μου, το 1953, αλλά τίποτε άλλο, πέρα από τη σειρά γραμματοσήμων που είχε κυκλοφορήσει με αυτή την ευκαιρία, δεν τραβούσε το ενδιαφέρον μου. Στα γραμματόσημα αυτής της σειράς παρήλαυναν όλες οι ιερές φαντασιώσεις που είχαν σχέση με το πορτρέτο του Μωάμεθ του Πορθητή του Μπελίνι, το Ρούμελη Χισάρ, η μεταφορά στον Κεράτιο των καραβιών από την ξηρά.
Παρατηρώντας πώς έχουν ονομαστεί ορισμένα γεγονότα μπορούμε να καταλάβουμε σε ποιο μέρος του κόσμου βρισκόμαστε, αν βρισκόμαστε στη Δύση ή στην Ανατολή. Αυτό που έγινε στις 29 Μαΐου 1453, ενώ για τους Δυτικούς είναι η Πτώση της Κωνσταντινούπολης, για τους Ανατολικούς είναι η Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Κοντολογίς «Πτώση» ή «Άλωση». Έπειτα από πολλά χρόνια, ο Αμερικανός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια όπου σπούδαζε η γυναίκα μου την κατηγόρησε για εθνικισμό, όταν σε μια εργασία της χρησιμοποίησε την λέξη άλωση. Αν και η καρδιά της γυναίκας μου, που η καταγωγή της από τη μεριά της μητέρας της ήταν ρωσική, χτυπούσε λίγο για τους ορθόδοξους, τα μάτια της έβλεπαν το γεγονός με τις λέξεις της τουρκικής εθνικής παιδείας, επειδή είχε τελειώσει το λύκειο στην Τουρκία. Ίσως πάλι να μην έβλεπε το γεγονός ούτε σαν άλωση ούτε σαν πτώση, αλλά να ένιωθε ότι ήταν ανάμεσα σε δυο κόσμους, σαν κάποιους άτυχους αιχμαλώτους πολέμου που έπρεπε να είναι ή χριστιανοί ή μουσουλμάνοι, μιας και δεν είχαν άλλη επιλογή.
Οι κάτοικοι της Ιστανμπούλ έμαθαν να γιορτάζουν το γεγονός ως «άλωση» στις αρχές του εικοστού αιώνα εξαιτίας του εκδυτικισμού και του τουρκικού εθνικισμού. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ο μισός πληθυσμός της Ιστανμπούλ δεν ήταν μουσουλμάνοι και το μεγαλύτερο μέρος του μη μουσουλμανικού πληθυσμού το αποτελούσαν οι Ρωμιοί που ήταν η συνέχεια των Βυζαντινών. Στα παιδικά και στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια υπήρχε μια κίνηση έντονου τουρκικού εθνικισμού που υποστήριζε ότι η χρήση της λέξης Κωνσταντινούπολη σήμαινε ότι οι Τούρκοι δεν ανήκουν σε αυτή την πόλη, ότι οι πρώτοι ιδιοκτήτες της πόλης αυτής μια μέρα θα έρχονταν και θα έδιωχναν εμάς τους κατακτητές εδώ και χίλια πεντακόσια χρόνια ή, το λιγότερο, θα μας μετέτρεπαν σε υπηκόους δεύτερης κατηγορίας. Για τους οπαδούς του τουρκικού εθνικισμού η χρήση της λέξης άλωση είχε πολύ μεγάλη σημασία. Υπήρχαν βέβαια περιπτώσεις που ακόμη και οι Οθωμανοί λέγανε την πόλη Κωνσταντινούπολη.
Οι Τούρκοι που ήθελαν τον εξευρωπαϊσμό προτίμησαν να μην τονίζουν την «άλωση». Το 1953, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Τζελάλ Μπαγιάρ και ο πρωθυπουργός Αντνάν Μεντερές, για να μη δυσαρεστήσουν τους δυτικούς φίλους των Τούρκων τους Έλληνες, δεν συμμετείχαν στην επέτειο του εορτασμού των πεντακοσίων χρόνων της άλωσης, που η προετοιμασία της είχε κρατήσει χρόνια. Τα πρώτα χρόνια του ψυχρού πολέμου η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, δεν ήθέλε να θυμίζει στον κόσμο την «άλωση». Αν και έπειτα από δύο χρόνια, το 1955, καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν οι περιουσίες των Ρωμιών και των άλλων μειονοτήτων στην Ιστανμπούλ, επειδή ήταν αδύνατο να συγκρατηθούν τα πλήθη που είχαν υποκινηθεί από την τουρκική κυβέρνηση. Τα γεγονότα αυτά που συμπεριλάμβαναν καταστροφές εκκλησιών και δολοφονίες παπάδων, μοιάζουν σε λεηλασία και ωμότητα με τα γεγονότα που περιγράφουν οι «Δυτικοί» ιστορικοί της «πτώσης». Οι Ρωμιοί που εγκατέλειψαν τα τελευταία πενήντα χρόνια την Ιστανμπούλ εξαιτίας των λαθών των τουρκικών και των ελληνικών κυβερνήσεων που συμπεριφέρονταν στις μειονότητές τους, από τότε που η Ελλάδα και η Τουρκία έγιναν εθνικά κράτη, σαν να ήταν όμηροι, είναι περισσότεροι από κείνους που την εγκατέλειψαν στα πενήντα χρόνια μετά το 1453.
Το 1955 όταν οι Εγγλέζοι ετοιμαζόταν να φύγουν από την Κύπρο και οι Έλληνες να αναλάβουν ολοκληρωτικά τη διακυβέρνηση του νησιού, ένας πράκτορας των μυστικών τουρκικών υπηρεσιών έβαλε βόμβα στο σπίτι που γεννήθηκε ο Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. Όταν οι εφημερίδες με έκτακτες εκδόσεις και μεγαλοποιώντας το περιστατικό κυκλοφόρησαν την είδηση, το εχθρικό προς τις μη μουσουλμανικές μειονότητες πλήθος που μαζεύτηκε στην πλατεία Τακσίμ, έκαψε, γκρέμισε και λεηλάτησε μέχρι το πρωί, πρώτα τα καταστήματα απ’ όπου ψωνίζαμε με τη μητέρα μου στο Μπέγιογλου κι έπειτα όλη την πόλη.
Οι καταστροφικοί τσέτες, στις περιοχές όπως το Ορτάκιοϊ, το Μπαλουκλί, τα Ψωμαθειά, το Φανάρι, όπου ζούσαν πολλοί Ρωμιοί, με βιαιότητα που προκαλούσε φρίκη, έκαψαν και λεηλάτησαν μικρά φτωχικά ρωμαίικα μπακάλικα, γκρέμισαν μάντρες και μπήκαν σε σπίτια, βίασαν Ρωμιές και Αρμένισσες· μπορεί κανείς να πει ότι φέρθηκαν το ίδιο ανελέητα με τους στρατιώτες που λεηλάτησαν την Ιστανμπούλ, όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής μπήκε στην πόλη. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι οι οργανωτές, τους οποίους στήριζε η κυβέρνηση, για να κινητοποιήσουν τους πλιατσικολόγους, που για δύο μέρες σκόρπισαν την φρίκη στην πόλη και μετέτρεψαν την Ιστανμπούλ σε κόλαση χειρότερη κι από τους πιο κακούς εφιάλτες των χριστιανών και των Ευρωπαίων, τους είχαν πει ότι το πλιάτσικο ήταν ελεύθερο.
Το πρωί της νύχτας όπου στους δρόμους κινδύνευε να λιντσαριστεί όποιος δεν ήταν μουσουλμάνος, το Μπέγιογλου και η λεωφόρος Ιστικλάλ ήταν γεμάτη από αντικείμενα που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν από τα λεηλατημένα μαγαζιά με τις σπασμένες βιτρίνες και πόρτες, αλλά είχαν καταστραφεί με πολλή χαρά. Χρώματα χρώματα, τόπια τόπια τα υφάσματα, χαλιά και φορέματα και από πάνω αναποδογυρισμένα ψυγεία, ραδιόφωνα, πλυντήρια ρούχων, καινούργια ακόμη τότε στην τουρκική αγορά· το οδόστρωμα δε φαινόταν από τις σπασμένες πορσελάνες, τα παιχνίδια (τα καλύτερα καταστήματα παιχνιδιών ήταν στο Μπέγιογλου), τα έπιπλα κουζίνας, τα ενυδρεία που ήταν της μόδας τότε, τα κρύσταλλα φωτιστικών. Ποδήλατα, αναποδογυρισμένα ή καμένα αυτοκίνητα, σπασμένα πιάνα, ακρωτηριασμένες κούκλες που κοίταζαν τον ουρανό, πεσμένες ανάσκελα από τη βιτρίνα κάποιου μεγάλου καταστήματος, και μερικά τανκς που έστω και αργά είχαν βγει στους δρόμους για να επαναφέρουν την τάξη.
Όλα αυτά επειδή περιγράφονταν για πολλά χρόνια συχνά στο σπίτι, είναι ζωντανά στο νου μου, με όλες τους τις λεπτομέρειες, σαν να τα έχω δει ο ίδιος. Το θέμα που συζητούσαν πιο πολύ στην οικογένειά μου, όταν οι χριστιανοί καθάριζαν τα σπίτια τους και τα καταστήματά τους, ήταν πως η γιαγιά μου κι ο θείος μου τρέχανε από το ένα παράθυρο του σπιτιού στο άλλο και κοίταζαν γεμάτοι αγωνία καθώς οι πλιατσικολόγοι σταματούσαν μπροστά στο σπίτι μας, τρέχανε από τη μια άκρη του δρόμου μας στην άλλη, έσπασαν τις βιτρίνες των καταστημάτων φωνάζοντας συνθήματα ενάντια στους Ρωμιούς, στους χριστιανούς, στους πλούσιους. Εξαιτίας του ανερχόμενου τουρκικού εθνικισμού εκείνο τον καιρό ο Αλαντίν είχε αρχίσει να πουλάει στο ψιλικατζίδικο του μικρές πάνινες τουρκικές σημαιούλες. Ο αδελφός μου, που του άρεσαν οι σημαιούλες, είχε αγοράσει μία μερικές μέρες πριν και την είχε βάλει κάπου μέσα στο αυτοκίνητο. Το αποτέλεσμα ήταν να μη σπάσουν τα τζάμια ούτε να αναποδογυρίσουν την Ντοτζ του θείου μου.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012

ΣΜΥΡΝΗ - Το ταξίδι μας
İZMİR - Seyahatımız


ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΜΑΣ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ και στη ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ
( από 13-4-2011 έως 18-4-2011 )

Όταν οι καθηγητές μας μάς πληροφόρησαν ότι το Πρόγραμμά μας θα έκλεινε με ένα ταξίδι στη Σμύρνη και τη Μικρά Ασία ο ενθουσιασμός μας ήταν τέτοιος που μας έκανε να ξεχάσουμε τον κανονικό του τίτλο «Οθωμανική Αθήνα» και να το … βαφτίσουμε «Σμύρνη».
Έκτοτε στις συναντήσεις μας τις Παρασκευές ή στις ξεναγήσεις του Σαββάτου, όταν θέλαμε να ξεφύγουμε λίγο ή να ονειροπολήσουμε… σχεδιάζαμε και λέγαμε…
«Θα περπατήσουμε στην προκυμαία της Σμύρνης»!
«Θα γνωρίσουμε επιτέλους τους Τούρκους φίλους μας»!
«Θα ταξιδέψουμε με αεροπλάνο»!
«Θα κάνουμε πολλές βόλτες στην πόλη»!
«Θα κάνουμε απίθανα ψώνια»!
«Το ξενοδοχείο μας θα είναι … τέλειο»!
Στις 13 Απρίλη το όνειρο άρχισε να γίνεται πραγματικότητα, όταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε στις 2.00 το μεσημέρι στην πόλη που μας κέρδισε από την πρώτη στιγμή ( Ρωμαϊκή αγορά, εκκλησία του Αγίου Βουκόλου, το όρος Πάγος, το λιμάνι, τα πάρκα, η προκυμαία το «Και», τα κτήρια, η Αγία Φωτεινή, το Κονάκ με το ρολόι, το Παζάρι, το πιο παλιό τζαμί της πόλης, οι δρόμοι με τους φοίνικες )…
Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε το Κολέγιο, γνωρίσαμε από κοντά τους φίλους μας, περιηγηθήκαμε στους χώρους του, παρουσιάσαμε το Πρόγραμμά μας, κάναμε από κοινού δραστηριότητες, διασκεδάσαμε στο party που είχαν οργανώσει για μας, γευτήκαμε τη ζεστή φιλοξενία και την απέραντη αγάπη τους.
Τις τρεις επόμενες ημέρες γνωρίσαμε τη μαγευτική Μικρά Ασία ξεκινώντας από την Αφροδισιάδα, και συνεχίζοντας στην Ιεράπολη, στα Δίδυμα, στη Μίλητο, στην Πριήνη,σ την Έφεσο ,στον Κιρκιντζέ, στο Αϊβαλί, στα Μοσχονήσια, στην Πέργαμο, στη Φώκαια. Εξαιρετικοί αρχαιολογικοί χώροι, πανέμορφη φύση, γραφικές πόλεις.
Στις 18 Απρίλη επιστρέψαμε με παρακαταθήκη τις όμορφες αναμνήσεις, τις χιλιάδες εντυπώσεις, τις ανεπανάληπτες εμπειρίες… και μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι… (από τις μαρτυρίες των μαθητών)
«Το ταξίδι στη Σμύρνη για μένα ήταν πολύ σημαντικό. Περισσότερο μου άρεσε το Pammukale εξαιτίας της φυσικής ομορφιάς και της καταπληκτικής θέας. Επίσης πέρασα πολύ ωραία με τους φίλους μου!! Είμαι πολύ ενθουσιασμένη που πήγα αυτό το ταξίδι και πιστεύω ότι θα το θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή»
«Η Σμύρνη είναι μια μεγάλη πόλη με φιλόξενους ανθρώπους, πλούσια σε αξιοθέατα και σε αρχαιολογικούς χώρους με αξιόλογο ιστορικό παρελθόν. Μια πόλη που σου μένει αξέχαστη. Περπατώντας στην προκυμαία το βράδυ μπορείς να δεις μικρά καΐκια γεμάτα φώτα να πλέουν ήρεμα στη θάλασσα. Το όμορφο τοπίο σε συναρπάζει. Εάν γνωρίσεις καλύτερα τη Σμύρνη, δε θα μπορέσεις να την αποχωριστείς».
«Ήταν μια αξέχαστη εμπειρία. Η Έφεσος ήταν το ομορφότερο μέρος αλλά και το Αϊβαλί το πιο ζεστό και φιλικό».
«Από το ταξίδι στη Σμύρνη αποκόμισα εντυπώσεις και έμαθα καινούργια πράγματα τόσο για την πόλη, όσο και για την κουλτούρα και τους ίδιους τους ανθρώπους. Επισκεφθήκαμε πολλούς αρχαιολογικούς χώρους και άλλες πόλεις, αλλά το κυριότερο συνδεθήκαμε με τα παιδιά του τούρκικου σχολείου με το οποίο συνεργαζόμασταν. Αν μου ξαναδινόταν η ευκαιρία, θα πήγαινα ευχαρίστως πάλι, αφού πέρασα έξι φανταστικές μέρες εκεί».
"Το ταξίδι στη Σμύρνη ήταν , είναι και θα είναι μια πολύ όμορφη και σημαντική εμπειρία στη ζωή μου"
«Η αγαπημένη μου εικόνα από το ταξίδι είναι τα παιδιά ενός Λυκείου που μας χαιρετούσαν από τα παράθυρα στην πρώτη μας επίσκεψη έξω από τη Ρωμαϊκή Αγορά».
«Με εντυπωσίασε πάρα πολύ ο φυσικός σχηματισμός των «βαμβακερών βουνών», ο αριθμός των θεάτρων της αρχαιότητας από τα οποία πολλά διατηρούνται πάρα πολύ καλά.Δε θα ξεχάσω όμως ποτέ τη βόλτα στην προκυμαία της πόλης και τη γνωριμία με τα παιδιά από το τούρκικο σχολείο».
«Ένιωσα χαρά για τα παιδιά της γειτονικής χώρας που γνώρισα και που μου έδωσαν το μήνυμα ότι οι νέοι άνθρωποι θέλουν την ειρήνη και τη φιλία των λαών».
«Αυτό που με εντυπωσίασε πιο πολύ στη Σμύρνη είναι τα τζαμί που επισκεφθήκαμε ,ιδιαίτερα η εσωτερική του διαρρύθμιση».
«Η φιλοξενία των παιδιών του σχολείου και η χαρά με την οποία μας ξεναγούσαν είναι η καλύτερή μου ανάμνηση από το ταξίδι μας στη Σμύρνη».
"Θα μπορούσα να πω ότι στη Σμύρνη ήταν τέλεια!!! Πέρα από τα μέρη που επισκεφθήκαμε μου άρεσαν τα παιδιά από το κολέγιο τα οποία ήταν πολύ καλά και έτσι γίναμε φίλοι γρήγορα"
«Μέσα από αυτό το ταξίδι είχαμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε καλύτερα τη γειτονική μας χώρα, την Τουρκία και κυρίως τον πολιτισμό της. Εντυπωσιάστηκα από το φιλικό κλίμα που επικρατούσε εντελώς αντίθετο προς τις … ιδιόρρυθμες αρχές με τις οποίες είχαμε μεγαλώσει»
«Πιστεύω πως το ταξίδι και η παρουσίαση του Προγράμματος στέφθηκαν με επιτυχία δημιουργώντας έτσι μια στενή συνεργασία ανάμεσα σε μαθητές και καθηγητές».
"Το αγαπημένο μου μέρος ήταν το μαγευτικό και άσπρο σαν χιονισμένο Pammukale. Αλλά και ολόκληρο το ταξίδι ήταν μια όμορφη εμπειρία που θα μετάνιωνα αν δεν την είχα ζήσει".
«Στο ταξίδι μας στη Σμύρνη- Μικρά Ασία μπορώ να πω πως πέρασα υπέροχα.Μέσω του προγράμματος γνωρίσαμε μια ξένη χώρα, ήρθαμε σε επαφή με τους κατοίκους και τον πολιτισμό της. Ήταν πραγματικά μια ξεχωριστή εμπειρία που θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη μου και αναμφίβολα θα ήθελα να ξαναζήσω».
«Ένα ταξίδι μακριά από την πατρίδα σου με άτομα που βρίσκονται στη ζωή σου δεν περιγράφεται με λέξεις γραμμένες σε ένα κομμάτι χαρτί. Απερίγραπτες μέρες και στιγμές»!



Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Με αφορμή την έκθεση φωτογραφίας και το ιστορικό ντοκιμαντέρ με τίτλο:
"Διωγμός και Aνταλλαγή πληθυσμών ( Τουρκία- Ελλάδα:1922-1924 )"
στο Μουσείο Μπενάκη.

Η σκηνοθέτις και επιμελήτρια της έκθεσης Μαρία Ηλιού και ο ιστορικός Αλέξανδρος Κιτροέφ, που πρόσφατα παρουσίασαν στο Μουσείο Μπενάκη, το έργο :
"Σμύρνη Η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης 1900-1922", μετά από τέσσερα χρόνια συνεργασίας και έρευνας στην Ευρώπη και την Αμερική, φέρνουν πίσω στο κοινό, εικόνες ξεχασμένες σε «κλειστά» αρχεία αλλά και μια νέα οπτική σε σχέση με το Διωγμό και την Ανταλλαγή των πληθυσμών (Τουρκία - Ελλάδα 1922-1924).

Το ιστορικό ντοκιμαντέρ και η έκθεση είναι μεγάλης σημασίας όχι μόνο γιατί το ελληνικό κοινό θα δει άγνωστες εικόνες από το Διωγμό και την Ανταλλαγή αλλά και γιατί συγχρόνως οι δύο συνεργάτες, φέρνουν μια νέα οπτική στον τρόπο με τον οποίο διηγούνται την ιστορία. Μια ματιά που κρατά αποστάσεις τόσο από μια υπέρμετρα εθνικιστική αφήγηση όσο και από νεώτερες απόπειρες που υπερτονίζουν τις κοινές εμπειρίες, ξεχνώντας τις διαφορές, ξεχνώντας ότι πριν την Ανταλλαγή ζήσαμε ένα Διωγμό.
Απόσπασμα από την ιστοσελίδα του Μουσείου Μπενάκη

Η Μαρία Ηλιού αναφέρει:
"Αυτή η ταινία και αυτή η έκθεση έγιναν με την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει προνόμιο στον ανθρώπινο πόνο. Συγχρόνως έγιναν με την πεποίθηση και την ανάγκη της αναγνώρισης ότι οι μικρασιάτες πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα υπό τραγικές συνθήκες το 1922, προσέφεραν πολλά σε αυτή τη χώρα μεταμορφώνοντάς τη για πολλές δεκαετίες με τη διαφορετική τους ματιά και τη δημιουργικότητά τους"
Στη συνέχεια η κυρία Ηλιού σε σχετικό ερώτημα παραδέχεται ότι τόσο μέσα από το ντοκιμαντέρ όσο και μέσα από την έκθεση αναδύεται αυτό που λέμε " συλλογική οδύνη" αλλά επισημαίνει ότι:
"Με τη δεύτερη και την τρίτη γενιά προσφύγων ζητείται η ισορροπία, ζητείται να μελετήσουμε και να καταλάβουμε τι συνέβη. Να ελπίσουμε ότι είμαστε σε μια καινούργια περίοδο ειρήνης, κατανόησης και συνεργασίας. Σε μια στιγμή που, λόγω κρίσης, όλες οι βεβαιότητες καταρρέουν, νομίζω ότι είμαστε πιο έτοιμοι από ποτέ να κοιτάξουμε πιο νηφάλια την ιστορία μας με τον ίδιο τρόπο που έχουμε ανάγκη να ξανακοιτάξουμε όλη μας τη ζωή¨.
Απόσπασμα από το ΒΗΜΑ -ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ 24-3-2012

...Σίγουρα οι διαδοχικοί διωγμοί των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία ήταν τρομακτικά τραγικοί και βίαιοι με αποκορύφωμα το μεγάλο διωγμό του 1922 που μόνο τότε οι πρόσφυγες ξεπέρασαν το εκατομμύριο. Αλλά και η αποχώρηση των Μουσουλμάνων από την Ελλάδα και τα Βαλκάνια τόσο κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων όσο και κατά τη διάρκεια της Ανταλλαγής από αυτή τη μεριά του Αιγαίου ήταν επίσης μια ιστορία ξεριζωμού.
Απόσπασμα από το ανηρτημένο εισαγωγικό κείμενο αναφορικά με την έκθεση φωτογραφίας : "Διωγμός και Aνταλλαγή πληθυσμών ( Τουρκία-Ελλάδα: 1922-1924 )".

... Τα παιδιά και τα εγγόνια των προσφύγων τα τελευταία χρόνια διασχίζουν το Αιγαίο, επισκέπτονται τις οικογενειακές εστίες,γυρεύοντας τα νήματα του παρελθόντος και ένα νέο τρόπο αντιμετώπισης της ιστορίας που περιλαμβάνει αφηγήσεις και από τις δύο πλευρές της θάλασσας. Γυρεύουν να καταλάβουν το ολόκληρο και όχι το μισό.
Απόσπασμα κειμένου κάτω από τη φωτογραφία του Τάκη Νασούφη από το αρχείο της οικογένειας Γιάννη Νασούφη και το αρχείο Μαρίας Ηλιού.

...Στη δεύτερη ταινία της Μαρίας Ηλιού, ένας Τούρκος, ξεριζωμένος με την ανταλλαγή των πληθυσμών από τα Χανιά της Κρήτης και μεταφυτευμένος κάπου στην Ανατολία, παραβάλλεται με μιαν Ελληνίδα ξεριζωμένη από την Καππαδοκία και μεταφυτευμένη σε προάστιο της Αθήνας. Θρηνούν και οι δυο για τη χαμένη τους πατρίδα, νοσταλγούν τη γενέθλια γη με αγιάτρευτο πόνο. Η Καππαδοκία ήταν πανάρχαιη κοιτίδα του Ελληνισμού, τα Χανιά πόλη κατακτημένη πριν κάποιους αιώνες από τους Τούρκους. Αλλά στα ελληνικότατα Χανιά έχει τις ρίζες της ζωής του, ρίζες πατρίδας , ο Τούρκος. Και στην τουρκεμένη Καππαδοκία έχει ζωντανές ρίζες πατρίδας η Ελληνίδα. "Ο άνθρωπος έχει ρίζες, κι όταν τις κόψουν πονεί, βιολογικά, όπως όταν τον ακρωτηριάσουν" έγραφε ο έμπειρος του ξεριζωμού Σεφέρης.
Απόσπασμα από τη Επιφυλλίδα με τίτλο " Κοσμοπολίτες, όχι απάτριδες" του Χρήστου Γιανναρά στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής ( 8/4/2012 )

... O Bruce Clark Βρετανός δημοσιογράφος, συγγραφέας του βιβλίου "Δύο φορές ξένος"που ασχολείται με τις μαζικές απελάσεις που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη Ελλάδα και την Τουρκία, λέει χαρακτηριστικά ..." εκεί που οι πολιτικοί τράβηξαν μια γραμμή για να λύσουν το πρόβλημα (της μοίρας 2.000.000 περίπου ανθρώπων) όσο πιο αποτελεσματικά μπορούσαν, εκατομμύρια ζωές κόπηκαν στα δύο". Θεωρεί ακόμα προσεγγίζοντας ετυμολογικά τον όρο "ανταλλαγή" ότι περιέχει μια δόση συγκατάβασης.
Όσοι μεγάλωσαν με ανθρώπους που βίωσαν την προσφυγιά του 1922 ξέρουν πως μια τέτοια συγκατάθεση δε δόθηκε ποτέ. Σε κάθε ιστορία που ειπώθηκε σε σπίτια προσφυγικά η πατρίδα ήταν πάντα απέναντι. Το ίδιο όμως φαίνεται πως συνέβαινε και από την άλλη πλευρά. Στις οικογένειες των περίπου 300.000 μουσουλμάνων που άφησαν τα σπίτια τους στην Κρήτη ή στη Βόρεια Ελλάδα.
Απόσπασμα από τo άρθρο της Άννας Ζαρίφη " Ανταλλάσσοντας Πατρίδες", Free Sunday ( 8/4/2012 ).

Σάββατο 7 Απριλίου 2012

[ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ - ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ]
Η οθωμανική περίοδος στην Αθήνα αρχίζει στα 1456, όταν οι Φράγκοι δούκες παρέδωσαν την πόλη αμαχητί στους νέους κατακτητές. Δύο χρόνια μετά την επισκέπτεται ο Μωάμεθ ο Πορθητής ο οποίος, παραχώρησε στους Αθηναίους ειδικά προνόμια. Για τους Ευρωπαίους ζωγράφους-περιηγητές, η Αθήνα, όπως άλλωστε και η Ελλάδα, υπήρξαν περισσότερο ένα όραμα, μια ιδέα, και όχι ένα υπαρκτός γεωγραφικός χώρος. Μετά την πτώση του Βυζαντίου, οι Ευρωπαίοι ουμανιστές, παρά τον ενθουσιασμό που εκδήλωναν για τις παρακαταθήκες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, ελάχιστα ενδιαφέρθηκαν για την ίδια τη γη της Ελλάδας. Η Αθήνα, το κέντρο του αρχαίου κόσμου, μακριά από τις κύριες εμπορικές αρτηρίες που ένωναν Ανατολή με Δύση, απομονώνεται και σταδιακά λησμονιέται. Είναι ενδεικτικό ότι η πρώτη πόλη της αρχαίας Ελλάδας απουσιάζει από τις περισσότερες εικονογραφημένες εκδόσεις του 15ου αιώνα, όπου αναπαριστάνονται οι μεγάλες πολιτείες του τότε γνωστού κόσμου. Η Αθήνα εμφανιζόταν στους Ευρωπαίους αναγνώστες με τα χαρακτηριστικά μιας οποιασδήποτε κωμόπολης της βόρειας Ευρώπης, δίχως το παραμικρό αξιοθέατο και δίχως την παραμικρή νύξη του Παρθενώνα. Οι σπάνιες απεικονίσεις της Αθήνας στους ευρωπαϊκούς άτλαντες της εποχής συνοδεύονται συνήθως από της ένδειξη «Σετίνες», όπου η Αθήνα απεικονίζεται σαν παραθαλάσσια πόλη, πιθανόν για να υποδηλωθεί και ο Πειραιάς. Τα αθηναϊκά σπίτια είναι καλοχτισμένα και τα περισσότερα είναι ισόγεια ή, το πολύ, διώροφα. Μερικά έχουν και στοές με τρεις ή τέσσερις μαρμάρινες κολόνες. Κάθε σπίτι έχει φούρνο και πηγάδι. Επιπλέον υπάρχουν και 14 δημόσιες κρήνες, που τροφοδοτούνται με νερό απ’ το Δίπυλο και τον Υμηττό. Η Αθήνα είναι έδρα αρχιεπισκοπής και ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών χαρακτηρίζεται μητροπολίτης Ελλάδος. Ανάμεσα στις αρμοδιότητες του αρχιεπισκόπου είναι και η ρύθμιση διαφορών ανάμεσα στους ορθόδοξους Έλληνες, κυρίως όταν πρόκειται για κληρονομικής ή οικονομικής φύσεως... Οι τουρκικές αρχές της πόλης είναι ο βοεβόδας (=κυβερνήτης), ο Σερδάρης (=αρχηγός στρατού), ο Κεχαγιάς (=εκπρόσωπος του Βαλή= είδος νομάρχη), ο Καδής (=δικαστής) και ο Αγάς (=διοικητής) του κάστρου της Ακρόπολης. Το μεγαλύτερο μέρος των γαιών ανήκει στους Τούρκους, ενώ οι Έλληνες κατέχουν τους περισσότερους ελαιώνες και λιγοστά χωράφια. Οι Αθηναίοι πληρώνουν στον Βοεβόδα δικαίωμα πάνω σ’ όλα τα προϊόντα τους, καθώς και τελωνειακό φόρο για όλα τα εμπορεύματα που φορτώνουν ή ξεφορτώνουν στο λιμάνι του Πόρτο Λεόνε.(Πειραιάς) Στους επισκέπτες της Αθήνας του 17ου αιώνα εξαιρετικά χρήσιμο ήταν το τοπογραφικό σχέδιο της πόλης που είχαν συντάξει την εποχή αυτή οι Καπουτσίνι μοναχοί, οι οποίοι το 1669 ίδρυσαν τη μονή τους στην περιοχή του μνημείου του Λυσικράτη. Το εγκώμιο της αρχαιολογικής εταιρείας συμπεριλαμβάνει τον Γάλλο πρέσβη Francois Olivier Marquis de Nointel, ο οποίος κατορθώνοντας χάρη στην ιδιότητά του να μπει στην Ακρόπολη που ήταν στρατιωτικός χώρος, έγραψε στον Λουδοβίκο ΙΔ΄: «Η θέση αυτών των έξοχων γλυπτών είναι στα γραφεία της μεγαλειότητας σας, όπου θα είχαν την προστασία του Μεγάλου Μονάρχη που τιμά τις επιστήμες και τις τέχνες». Ο ζωγράφος Jacques Carrey είναι ευρύτερα γνωστός ως «ο σχεδιαστής του Παρθενώνα». Μαρτυρία της καλλιτεχνικής ωριμότητας του δημιουργού, η μνημειακή αυτή σύνθεση αποδίδει με κάθε λεπτομέρεια το σύνολο της πόλης, καθώς και την τοπογραφία της. Η αύξηση του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος για την Αθήνα και την ελληνική αρχαιότητα την εποχή αυτή δεν ήταν άσχετη από τις πολιτικές επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου. Στα χρόνια του βενετοτουρκικού πολέμου σημαντικές γεωγραφικές μελέτες πραγματοποιήθηκαν υπό την Αιγίδα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας. Παράλληλα, λεπτομερειακά τοπογραφικά σχέδια και απόψεις των κυριότερων πεδίων των μαχών εκπονήθηκαν από μηχανικούς του βενετικού στρατού, γεγονός που στάθηκε αφορμή για μια σειρά απεικονίσεων του καταστροφικού βομβαρδισμού του Παρθενώνα από τα στρατεύματα του Morosini το 1687. Ας θυμηθούμε το ιστορικό αυτού του τραγικού γεγονότος: Η Βενετία κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία το 1684, προτού περάσει εικοσαετία από την ήττα της στην Κρήτη. Αρχιστράτηγος των επιχειρήσεων ήταν ο ναύαρχος Francesco Morosini. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1687 ο βενετικός στόλος αποβιβάζει ισχυρές δυνάμεις στον Πειραιά, ενώ ταυτόχρονα οι δυνάμεις των μισθοφόρων καταλαμβάνουν τους Ελαιώνες της Ιεράς Οδού προς την Ελευσίνα. Ο άμαχος πληθυσμός έσπευσε να εκκενώσει την Αθήνα, ενώ η φρουρά παρέμεινε οχυρωμένη στην Ακρόπολη. Έτσι η μάχη για την Αθήνα μετατράπηκε σε πολιορκία της Ακρόπολης με καταστροφικές συνέπειες για τα -ως τότε- άθικτα μνημεία. Στις 25 Σεπτεμβρίου μια βενετική βόμβα πέφτει στα Προπύλαια και γκρεμίζει ένα τμήμα του μνημείου. Το επόμενο βράδυ, μια άλλη βόμβα βρίσκει την οροφή του Παρθενώνα. Ο ναός σκίσθηκε στα δύο και το μεγαλύτερο μέρος των μακριών πλευρών του σωριάστηκε σε συντρίμμια. Ο Μοροζίνι μπήκε θριαμβευτικά στην Ακρόπολη κι αναζήτησε τρόπαια για τη νίκη του. Ο Μοροζίνι δεν εγκατέλειψε την Αθήνα χωρίς τρόπαια. Φεύγοντας, πήρε μαζί του και δύο μαρμάρινα λιοντάρια, που μνημονεύουν όλοι οι περιηγητές, το ένα από τα οποία βρισκόταν κοντά στο Θησείο και το άλλο στόλιζε την είσοδο του λιμανιού του Πειραιά και είχε δώσει το όνομά του στο λιμάνι: «Πόρτο Λεόνε». Και τα δύο κοσμούν σήμερα την είσοδο του ναύσταθμου (Arsenale) της Βενετίας. Η κατοχή της Αθήνας από τους Βενετούς, αν και κράτησε μόνο πέντε μήνες (Οκτώβριος 1687 – Απρίλιος 1688), στάθηκε μοιραία για τα μνημεία και οδυνηρή για τους κατοίκους, οι οποίοι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στα παραδοσιακά τους καταφύγια, την Αίγινα και τη Σαλαμίνα, εγκαταλείποντας την πόλη τους, που θα ξαναβρεί το ρυθμό της μετά το 1690. Οι απεικονίσεις των οδοιπορικών εμφανίζονται επαρκέστερες, δεδομένου ότι οι περιηγητές του 18ου αιώνα, που ήταν καλύτερα οργανωμένοι, συνοδεύονταν από κάποιον επαγγελματία ζωγράφο. Το 1749 βρίσκεται στην Αθήνα ο Βρετανός αριστοκράτης Earl of Charlemont συνοδευόμενος από τον σχεδιαστή Richard Dalton, στο βιβλίο του οποίου παρουσιάζεται η πρώτη, επαρκής απεικόνιση του Παρθενώνα στην πραγματική του κατάσταση και όχι σε μια υποθετικά αποκατεστημένη μορφή. Με στόχο την προώθηση της «αρχαιοελληνικής καλαισθησίας», η αρχαιόφιλη αγγλική Εταιρεία των Dilettanti απέστειλε το 1751 στην Αθήνα τους ζωγράφους-αρχιτέκτονες James Stuart και Nicholas Revett, προκειμένου να μελετήσουν και να αποτυπώσουν συστηματικά τα αρχαία μνημεία. Οι δύο Βρετανοί συγκέντρωσαν σε τέσσερις τόμους τις αρχαιολογικές τους παρατηρήσεις, τις περιηγητικές τους εντυπώσεις και περισσότερες από 300 χαλκογραφίες με παραστάσεις των αθηναϊκών αρχαιοτήτων. Τα μνημεία απεικονίζονται με ποικίλους τρόπους. Συνήθως προηγείται μια γενική Άποψη, όπου αναπαριστάνονται και σκηνές καθημερινής ζωής, ενώ σε επόμενες παραστάσεις εικονίζονται με ιδιαίτερη επιμέλεια η κάτοψη και η πρόσοψη του κτίσματος, καθώς επίσης τα αρχιτεκτονικά μέλη και ο γλυπτός διάκοσμος. Η έκδοση αυτή αποτελεί σταθμό στην ιστορία της αρχαιολογίας λόγω της εμπεριστατωμένης καταγραφής και της αυθεντικής απεικόνισης των αθηναϊκών μνημείων, αλλά και της αισθητικής προσέγγισης, ιδιαίτερα στην απόδοση των ερειπίων. Την προβολή των αρχαίων μνημείων έχουν ως επίκεντρο οι περισσότερες αθηναϊκές εικόνες της εποχής. Η οχύρωση της Αθήνας αποτέλεσε κύριο μέλημα των Τούρκων μετά των τουρκοβενετικό πόλεμο. Το 1778 ο βοεβόδας Χατζή Αλή Χασεκής θα περιβάλει ολόκληρη την πόλη με τείχος, που έμεινε γνωστό με το όνομά του. Ο τουρκικός αυτός περίβολος, με τις επτά πύλες, χτίστηκε πάνω στα ερείπια είτε πολύ κοντά στο αρχαίο τείχος, με αρχαίες πέτρες και μάρμαρα. Δυστυχώς ο Χασεκής κατεδάφισε πολλά αρχαία και μεσαιωνικά μνημεία, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως οικοδομικό υλικό, όπως τον ιωνικό ναό της Αγροτέρας Αρτέμιδος κοντά στον Ιλισό, που είχε στο μεταξύ μετατραπεί σε εκκλησία με την ονομασία «Παναγία στην Πέτρα», τη γέφυρα του Ιλισού απέναντι από το στάδιο και την πρόσοψη του Υδραγωγείου του Αδριανού κοντά στο Λυκαβηττό.
" Η ΑΘΗΝΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΖΩΓΡΑΦΩΝ- ΠΕΡΙΗΓΗΤΩΝ" , 16ος-19ος αιώνας
Φανή-Μαρία Τσιγκάκου , εκδ. ΟΙΣΤΡΟΣ
ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΘΗΝΑ

... Σύμφωνα με συμβόλαια που αφορούσαν αγοραπωλησίες ακινήτων , διαχωρισμός συνοικιών κατά εθνικότητες , δεν υπήρχε.
Ο Σκουζές στην περιγραφή της πόλης , δίνει λεπτομέρειες για τη συνύπαρξη αυτή :
"...... Τα τούρκικα σπίτια ήταν το ήμιση συσωματωμένα και τα άλλα ήμιση περιπλεγμένα με τα χριστιανικά.
Επερνούσαν ήσυχα οι Τούρκοι με τους Χριστιανούς......"
Η πλειοψηφία των Τούρκων μιλούσε ελληνικά κι αυτό διευκόλυνε τις σχέσεις των δύο κοινοτήτων.
" ...... Το ένα τρίτο των Τούρκων , και πλέον , πτωχοί. ..... Οι πλούσιοι κτηματίες εζούσαν με τα εισοδήματά τους.
Επωλούσαν τα προϊόντα τους , οι περισσότεροι , πριν γίνουν ευθηνά εις τους εμπόρους χριστιανούς και τα έδιδαν
δίχως να δυσκολευθούν και δίχως έγγραφα...." ( Π. Σκουζές )

Λ. Μιχελή , "Μοναστηράκι", εκδ. Ωκεανίδα 1985 , σελ. 70

[ ΠΑΖΑΡΙ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ]

Το Παζάρι συγκέντρωνε ολόκληρη τη ζωή της πόλης.Εκεί βρίσκονταν τα κτήρια της Διοικήσεως οι εκκλησίες και τα τζαμιά,τα καταστήματα και τα εργαστήρια όπου οι Έλληνες και οι Τούρκοι πέρναγαν όλη σχεδόν την ημέρα τους. Αλλά και, όταν τελείωναν τις δουλειές τους, πάλι εκεί παρέμεναν στα καφενεία κάτω από τις γραφικές κληματαριές συζητώντας για τις δουλειές τους και για όσα θέματα τους ενδιέφεραν όπως ακριβώς οι αρχαίοι Έλληνες στην αγορά τους.
Οι θαυμάσιες απεικονίσεις αλλά και οι περιγραφές των πριηγητών δίνουν μια σαφή εικόνα της ζωής στο Παζάρι αυτή την περίοδο.
Ιω. Τραυλός , "Η πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών" , εκδ. ΚΑΠΟΝ , 2008