Σάββατο 18 Μαΐου 2013


Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ στη ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΑΡΘΡΟ της Χρύσας Σπυροπούλου ( 9/10/2012 )

Η ελληνική λογοτεχνία επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό, όχι από την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, αλλά από τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 και από τις συνέπειές της στους πληθυσμούς που αναγκάστηκαν να αφήσουν τις εστίες τους. Πεζογράφοι που κατάγονται από τη Μικρά Ασία γίνονται μάρτυρες αυτής της τόσο ολέθριας για τον ελληνισμό περιόδου, καταγράφουν, σχολιάζουν, περιγράφουν με τον πιο πειστικό τρόπο τις εντυπώσεις τους από όσα άκουσαν και όσα έζησαν οι ίδιοι, ενώ ο «απόηχος» αυτού του μεγάλου ιστορικού γεγονότος φτάνει μέχρι και τις μέρες μας, μια και δεν λίγοι εκείνοι οι συγγραφείς οι οποίοι ακόμα και σήμερα επιλέγουν να γράψουν για το πριν και το μετά εκείνης της ταραγμένης και καθοριστικής για την πορεία της χώρας εποχής, κάτι που ενίοτε γίνεται εμμονή, μια επίμονη τάση να επιστρέφει κανείς στο παρελθόν χωρίς να δίδεται καινούργια προοπτική, να ανιχνεύονται δυναμικές που συνδέουν το παρόν με το παρελθόν. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, πάντως, κατά τις οποίες ακόμα και στο ίδιο έργο, στο οποίο γίνονται αναφορές στον Αύγουστο του 1922 και στα επακόλουθά του, δίδονται περιγραφές από τη ζωή στη Μικρά Ασία πριν από την έναρξη του πολέμου. Έτσι, φαίνεται η αντίθεση ανάμεσα στην περίοδο της ευδαιμονίας και της δυστυχίας. Στο πριν και το μετά.
Η έλευση των Ελλήνων της ευρύτερης Μικράς Ασίας, συμπεριλαμβανομένων και των πληθυσμών από τον Πόντο, δημιούργησε καινούργια δεδομένα, όπως είναι φυσικό, στον ελλαδικό χώρο. Πρώτον, οι πρόσφυγες, όπως τους αποκαλούσαν, βρήκαν καχυποψία και πολλές φορές εχθρότητα από την πλευρά των ντόπιων, κάτι που μπορεί να δει κανείς σε αναφορές που γίνονται σε μυθιστορήματα, όπως σε έργα της Διδώς Σωτηρίου ή του Ηλία Βενέζη. Πάντως, η έλευσή τους στην Ελλάδα είχε ως αποτέλεσμα να ανανεωθεί το δυναμικό και να τονωθούν τομείς όπως η οικονομία, αλλά επίσης να γίνουν αλλαγές στην κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ζωή. Η προσφορά των προσφύγων υπήρξε σημαντική, καθώς πολλοί από αυτούς διέπρεψαν στο εμπόριο, στη βιομηχανία, στη ναυτιλία (Ωνάσης, Μποδοσάκης), στα γράμματα και στις τέχνες. Παράλληλα, τονώθηκαν από τον καινούργιο πληθυσμό περιοχές όπως η Μακεδονία.
Είναι φυσικό, λοιπόν, πολλοί συγγραφείς που ήρθαν από την Τουρκία να αναφερθούν στο θέμα της χαμένης πατρίδας και της προσφυγιάς, με κυρίαρχο, ωστόσο, εκείνο της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η οπτική γωνία των συγγραφέων αυτών δεν είναι δυνατόν να μην είναι επηρεασμένη από τις συνέπειες της ήττας και τις ταλαιπωρίες που υπέστησαν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους. Και δεν είναι τυχαίο που από την τουρκική πλευρά το θέμα αυτό απασχόλησε πολύ περιορισμένα τους συγγραφείς, όπως τον Αχμέτ Γιορουλμάζ (Ahmet Yorulmaz, Αϊβαλί, 1932-), ο οποίος έγραψε για τους Τουρκοκρητικούς που εγκαταστάθηκαν στο Αϊβαλί στο μυθιστόρημά του Τα παιδιά του πολέμου – Από την Κρήτη στο Αϊβαλί. Σ’ αυτό, περιγράφει το δράμα της προσφυγιάς, το οποίο γνωρίζει και ο ίδιος πολύ καλά, αφού η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί στο Αϊβαλί όταν εγκατέλειψε την Κρήτη. Ένας άλλος σημαντικός συγγραφέας, που ασχολήθηκε με το ίδιο θέμα, είναι ο Νετζατί Τζουμαλί (NecatiCumali, Φλώρινα, 1921-2001). Στο γνωστό μυθιστόρημά του, που έγινε και τηλεταινία το 2001, Κατεστραμμένα βουνά: Μακεδονία 1900, έγραψε για τους Τούρκους και για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας.
Επανέρχομαι, όμως, στο θέμα μου. Οι εικόνες από τις πατρίδες που εγκατέλειψαν, ο πόλεμος, αλλά και οι ευτυχισμένες στιγμές, ακολουθούσαν εκείνους οι οποίοι έγιναν μετέπειτα συγγραφείς ή ποιητές, και καθόρισαν τη θεματική του λογοτεχνικού έργου τους. Ας σημειωθεί ότι όσοι ήρθαν από τα μέρη αυτά διέθεταν ένα καταπληκτικό εργαλείο, την αφηγηματική δεινότητα, την εκφραστική άνεση. Και με ανάμεικτα συναισθήματα απέδωσαν την πραγματικότητα όπως την είχαν ζήσει εκείνοι.
Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθώ σε συγκεκριμένους συγγραφείς και να μιλήσω για το έργο τους και πώς σ’ αυτό παρουσιάζονται τα γεγονότα που σημάδεψαν τη σύγχρονη ιστορία μας.
Ο Ηλίας Βενέζης (Αϊβαλί, 1904-1973) είναι ένας από τους σημαντικούς συγγραφείς της γενιάς του ’30, ο οποίος έζησε την αιχμαλωσία και τον ξεριζωμό. Σχεδόν σε όλα του τα έργα γράφει για τις αναμνήσεις του από τη ζωή του στη Μικρά Ασία, για το τι είχανε και τι έχασαν. Αναφέρεται στην ειρηνική συμβίωση των Ελλήνων με τους Τούρκους στην σΑιολική Γητην οποία ο πρωταγωνιστής μιλά για τις περιπέτειές του πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Περιγράφει τα όνειρά του και τον ευδαιμονικό τρόπο ζωής κοντά στη φύση, έναν τρόπο που διαταράχθηκε από τον πυροβολισμό που σήμανε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε άλλο του έργο, στο μυθιστόρημά του Γαλήνη, περιγράφονται οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες από τη Φώκαια όταν έρχονται να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Στο έργο του Νούμερο 31328 γίνονται αναφορές στις περιπέτειες που έζησε κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, ενώ στο Μικρασία, χαίρε, συγκέντρωσε κείμενά του τα οποία είχαν δημοσιευθεί στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ το 1972, πενήντα χρόνια δηλαδή μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Όπως σημειώνει: «Στα εφηβικά μου χρόνια η μοίρα μου ήταν να βρεθώ μες στην πύρινη ζώνη της καταστροφής εκείνης. Η ζωή μου συνδέθηκε με αυτά τα συμβάντα που σφράγισαν και τη μοίρα μου ως συγγραφέα: τα περισσότερα βιβλία μου έγιναν χρονικό και αφιέρωμα στο δράμα της Μικρασίας».
Ένας άλλος σημαντικός συγγραφέας της ίδιας εποχής είναι ο Κοσμάς Πολίτης (Αθήνα, 1888-1974). Η οικογένειά του είχε μετακομίσει το 1889 στη Σμύρνη εξαιτίας της οικονομικής καταστροφής που υπέστη. Φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή και το Αμερικανικό Κολέγιο Σμύρνης. Στο καλύτερό του μυθιστόρημα, Στου Χατζηφράγκου, που είναι εμπνευσμένο από τη Μικρασιατική Καταστροφή, η ιστορία του αναφέρεται σε μια λαϊκή συνοικία της Σμύρνης. Αναπλάθει την παιδική ηλικία των ηρώων του στη Σμύρνη, τις ευτυχισμένες και ξέγνοιαστες στιγμές, αλλά και τη δραματική αλλαγή της ζωής τους κατά τη διάρκεια του πολέμου και αργότερα με τον ξεριζωμό.
Ο Στρατής Δούκας (Αϊβαλί, 1895-1983) δεν έγραψε πολλά βιβλία, αλλά θα τον θυμόμαστε για την εξαιρετική νουβέλα Η ιστορία ενός αιχμαλώτου. Με λιτό και κοφτό τρόπο ο Δούκας αφηγείται μια αληθινή ιστορία ενός τουρκόφωνου Έλληνα, ο οποίος είχε συλληφθεί αιχμάλωτος, και αφού απέδρασε για να σωθεί, προσποιήθηκε τον Τούρκο. Ο συγγραφέας πήγαινε στα χωριά της Μακεδονίας και άκουγε τις ιστορίες των προσφύγων και κρατούσε σημειώσεις. Στην Κατερίνη γνώρισε τον ήρωα του βιβλίου του και απέδωσε τις περιπέτειές του με αυθεντικότητα και αντικειμενικότητα. Δεν αναζητεί ευθύνες για τον πόλεμο και δεν καταφεύγει στις απλουστεύσεις ή στα αίτια του πολέμου. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να φανεί η φρίκη του πολέμου σε όποια πλευρά κι αν βρίσκεται κανείς. Το μήνυμα είναι αντιπολεμικό, μια και ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο του «στα κοινά μαρτύρια των λαών».
Ο Δούκας είχε στενούς δεσμούς με τον συμπατριώτη του Φώτη Κόντογλου (Αϊβαλί, 1895-1965), ο οποίος στο έργο του Το Αϊβαλί η πατρίδα μου (1962) –να επισημάνω σ’ αυτό το σημείο ότι και ο Γιορουλμάζ έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο Γενιές ή η ζωή στο Αϊβαλί (1999), αλλά, αν και έχουν κοινά στοιχεία, έχουν και διαφορές, κάτι αναπόφευκτο, άλλωστε;– θυμάται με νοσταλγία τις ευτυχισμένες στιγμές στην πατρίδα του και σχολιάζει τις σχέσεις ανάμεσα στους δύο λαούς, τα δεινά των Ελλήνων.
Γνωστή σε όλους είναι η Διδώ Σωτηρίου (Αϊδίνι, 1911-2004), το έργο της οποίας είναι πολυμεταφρασμένο στα τουρκικά. Στο πιο δημοφιλές, τπ Ματωμένα χώματα, η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από το πρόσωπο του Μανώλη Αξιώτη, ενός νεαρού που έχει μεγαλώσει στο Κιρκιτζέ. Η φρίκη του πολέμου φέρνει το τέλος στον παράδεισο στον οποίο ζούσαν οι ήρωες πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μια από τις πιο δυνατές σκηνές του βιβλίου είναι αυτή της άφιξης των προσφύγων στο λιμάνι του Πειραιά και στην αναφορά που γίνεται στη μικρή περιουσία που είχαν φέρει μαζί τους: λίγα κοσμήματα, το μονόκλ, προσωπικά αντικείμενα, όχι και τα πιο χρήσιμα, που θα τους συνδέουν με το παρελθόν και αυτά θα διατηρούν πάντα τη συναισθηματική τους αξία.
Στο μυθιστόρημά της Μέσα στις φλόγες, ένα ταξίδι στη Σμύρνη το καλοκαίρι του 1918 θα γίνει η αφετηρία μιας καινούργιας ζωής για τη μικρή ηρωίδα και την οικογένειά της. Το κοριτσάκι εισέρχεται σταδιακά στα γεγονότα που φέρνουν το τέλος της ειρήνης και την προσφυγιά. Η καινούργια πατρίδα της είναι αφιλόξενη και οι άνθρωποι εχθρικοί. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον είναι αναγκασμένη να επιβιώσει η ηρωίδα.
Ο διηγηματογράφος Γιώργος Ιωάννου (1927-1985), που έζησε στη Θεσσαλονίκη, έγραψε για τους πρόσφυγες και την προσφυγιά σ’ αυτή την πόλη. Στο διήγημά του Στου Κεμάλ το σπίτι, περιγράφει τη συγκίνηση μιας Τουρκάλας που επισκέπτεται την οικογένεια, η οποία κατοικεί σ’ ένα παλιό σπίτι δίπλα σ’ εκείνο στο οποίο είχε ζήσει τα πρώτα παιδικά του χρόνια ο Κεμάλ Ατατούρκ. Ερχόταν πάντα κατά την περίοδο που οι μουριές είχαν καρπούς και κοίταζε το σπίτι και έδινε ευχές στους καινούργιους ενοίκους. Το διήγημα αυτό μου θύμισε ένα ανάλογο του Ντενίζ Καβοκτσούογλου, με τον τίτλο Μαντάμ Κατίνα (ανήκει στη συλλογή διηγημάτων τουΚαθημερινές Πολίτικες Ιστορίες).
Αξίζει να αναφερθεί και το βιβλίο Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη, ο δεύτερος τόμος, του Θανάση Βαλτινού (Καστρί Κυνουρίας, 1932), στον οποίο γίνονται αναφορές στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Εκστρατεία της Κριμαίας καθώς και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Και ενώ στον πρώτο τόμο του ίδιου έργου παρακολουθούσε κανείς την αποτυχία του ατομικού οράματος, στον δεύτερο γίνεται μάρτυρας στην αποσύνθεση του συλλογικού ονείρου, καθώς αυτή τη φορά η αποτυχία και η πτώση είναι συλλογική, αφορά έναν ολόκληρο λαό.
Ξεχωριστή είναι και η περίπτωση του ποιητή Γιώργου Σεφέρη (Σμύρνη, 1900-1971), του διπλωμάτη που υπηρέτησε στην ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα και τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1963. Σε πολλά του ποιήματα διακρίνεται η νοσταλγία για την πατρίδα που χάθηκε καθώς και τα επακόλουθα του πολέμου, η πίκρα και η δυστυχία.
Κάποια συμπεράσματα: Κοινός παρονομαστής αυτών των έργων, αλλά και άλλων, που δεν ήταν δυνατό να αναφέρω στην εισήγησή μου, είναι η συμπάθεια η οποία εκφράζεται προς τον τουρκικό λαό. Άλλωστε, οι αναφορές στην ειρηνική συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν είναι λίγες. Έτσι, διαβάζουμε στο Μέσα στις φλόγες της Σωτηρίου: «Κι όμως, όταν λείπαμε εμείς, όλα εκείνα τα ξυπόλυτα εργατόπαιδα, τουρκάκια και ελληνόπουλα, παίζανε φιλιωμένα, όπως παίζαμε κι εμείς με τα παιδιά των μπέηδων…», ενώ αλλού, στο ίδιο βιβλίο, μιλάει για την προσφυγιά και τις δυσκολίες της: «Μόλις ξεμπαρκάραμε στον Πειραιά βρεθήκαμε μπρος σ’ ένα παράδοξο θέαμα. Κόσμος ήτανε μαζεμένος εδώ κι εκεί, σκυθρωπός και μουδιασμένος. Να οι πρώτοι πρόσφυγες! Ήρθαν οι πρώτοι πρόσφυγες!…»
Στα Ματωμένα χώματα η Σωτηρίου γράφει: «Οι Τούρκοι απ’ τα γύρω χωριά, το Κιρετσλί, το Χαβουτσλί, το Μπαλατζίκ, μας τιμούσανε και μας θαυμάζανε, έκοβε το μυαλό μας και ήμασταν εργατικοί…»
Ο Κοσμάς Πολίτης παρατηρεί στο μυθιστόρημά του Στου Χατζηφράγκου: «Περνούσαμε όμορφα και ευτυχισμένα…», ενώ ο Ηλίας Βενέζης στο Μικρασία, χαίρε κάνει αναφορές στο θάνατο πολλών ανθρώπων και στη δυστυχία: «Μόνο στην παραλία του Αδραμυτηνού κόλπου είχαν μαζευτεί 30.000 γυναικόπαιδα περιμένοντας πλοία. Χάθηκαν όλοι».
Μερικά ονόματα από αυτούς που έδωσαν τη δική τους εκδοχή για την προσφυγιά είναι τα ακόλουθα:
Ο Δημήτρης Ψαθάς (1907-1979) από την Τραπεζούντα, γνωστός δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας, που διακρίθηκε για το χιούμορ του, έγραψε τη Γη του Πόντου. Ο παππούς μου είχε αυτό το βιβλίο στη βιβλιοθήκη μας και τώρα το έχω φυσικά στη δική μου.
Ο Γιώργος Ανδρεάδης, στο μυθιστόρημα του, που, όπως δηλώνει, στηρίζεται σε αληθινό γεγονός, Ταμάμα, η αγνοούμενη του Πόντου, και η Thea Halo, στο Not even my name –γραμμένο στα αγγλικά και μεταφρασμένο στα ελληνικά– δίνουν τη δική τους εκδοχή για τον πόλεμο και την προσφυγιά. Η δεύτερη αφηγείται την ιστορία της μητέρας της που αναγκάστηκε, ορφανή, να εγκαταλείψει το χωριό της, να παντρευτεί μόλις 15 χρόνων έναν Ασσύριο και να μεταναστεύσει μαζί του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Χρόνια αργότερα με την κόρη της επιστρέφει στην Τουρκία και από την Άγκυρα ξεκινά το οδοιπορικό της αυτογνωσίας.
Τα συστατικά τα οποία δίνουν την ταυτότητα στο έργο πολλών συγγραφέων που αναφέρονται σε όσα έζησαν οι ίδιοι ή άκουσαν να τοΟ πόνος, ο φόβος, η πίκρα, η αγωνία για την επόμενη ημέρα, η αποδοχή του διαφορετικού και η αναγνώριση της προσφοράς του στη ζωή των Ελλήνων που έφυγαν από τις πατρίδες τους είναι μερικά από τυς διηγούνται άλλοι για τη ζωή στη Μικρά Ασία, στον Πόντο, στην Τουρκία εν γένει. Μέσω των μυθιστορημάτων τους κρατούν ζωντανή τη μνήμη γιατί γνωρίζουν καλά ότι υπάρχει κάτι όσο το θυμόμαστε.

     

                                            

Κυριακή 5 Μαΐου 2013


Απόσπασμα από τις "Aδερφοφάδες"  του   Ν. Καζαντζάκη

Μα ξαφνικά, γιατί ; ποιος έφταιξε ; Καμιά μεγάλη αμαρτία δεν πλάκωσε το χωριό. όπως πάντα οι χωριανοί νήστευαν τις σαρακοστές, Τετάρτη και Παρασκευή δεν έτρωγαν κρέας και ψάρι, δεν έπιναν κρασί, πήγαιναν κάθε Κυριακή στη λειτουργία, έφερναν πρόσφορα, έκαναν κόλλυβα, ξομολογιούνταν και μεταλάβαιναν, γυναίκα δε σήκωνε τα μάτια της να κοιτάξει ξένον άντρα, άντρας δε σήκωνε τα μάτια να κοιτάξει ξένη γυναίκα, όλοι ακλουθούσαν τη στράτα τού θεού... Όλα πήγαιναν καλά και ξαφνικά, εκεί πού ήταν ο θεός σπλαχνικά σκυμμένος κατά το ευτυχισμένο χωριό, απόστρεψε πέρα το πρόσωπό του. το χωpιό ευτύς σκοτείνιασε, κι ένα πρωί φωνή σπαραχτικιά ακούστηκε στην πλατεΙα του χωριού : «Ξεριζωθείτε, οι Δυνατοί της Γης προστάζουν, φύγετε ! "Όλοι οι Έλληνες στην 'Ελλάδα, όλοι οι Τούρκοι στην Τουρκιά ! Πάρτε τα παιδιά σας, τις γυναίκες σας, τα κονίσματα, ξεκουμπιστείτε ! Δέκα μέρες διορία».
Θρήνος σηκώθηκε μέσα στο χωριό, σάστισαν γυναίκες κι άντρες, πήγαιναν κι έρχονταν κι αποχαιρετούσαν τους τοίχους, τους αργαλειούς, τη βρύση του χωριού, τα πηγάδια. Κατέβαιναν στην ακρογιαλιά, κυλίονταν στα χοχλάδια του γιαλού,αποχαιρετούσαν τη θάλασσα κι έσερναν μοιρολόι. Δύσκολα, δύσκολα πολύ, μαθές, ξεκολνάει η Ψυχή από τα γνώριμά της νερά κι από τα χώματα! Κι ένα πρωί ο γέρο παπα-Δαμιανός, μοναχός του, δεν αφήκε τον τελάλη, μήτε τον άλλο νιότερο παπά, τον Παπα- Γιάνναρο, μοναχός του σηκώθηκε αξημέρωτα, πήρε σβάρνα το χωριό, γύριζε από πόρτα σε πόρτα, φώναζε : «Στ' όνομα του θεού, παιδιά, ήρθε η ώρα ! 
Από τις βαθιές αυγές χτυπούσαν λυπητερά οι καμπάνες, οληνύχτα οι γυναίκες ζύμωναν, οι άντρες διαγούμιζαν βιαστικά από τα σπίτια τους ό,τι μπορούσαν να πάρουν μαζί τους, κάπου κάπου μια γριούλα έσερνε ακόμα το μοιρολόι, μα οι άντρες, με πρησμένα μάτια, γύριζαν και της φώναζαν να πάψει. Τι φελούν τα κλάματα; είπε ο Θεός θα γίνει, ας γίνει το λοιπόν να ξεμπερδεύουμε ! Και γρήγορα γρήγορα, προτού να λυγίσει η Ψυχή μας και πριν καλά καλά να καταλάβουμε τη συφορά. Ελάτε, γρήγορα χέρια, βρε παιδιά! Ας φουρνίσουμε τα ψωμιά, ας σακιάσουμε όσο αλεύρι μπορούμε, μακρινή πολύ 'ναι η στράτα, ας πάρουμε μαζί μας ό, τι μας χρειάζεται για να ζήσουμε, τσουκάλια, σκάφες, στρώματα, άγια κονίσματα, μη φοβάστε, αδέρφια ! Οι ρίζες μας δεν είναι μονάχα εδώ κάτω στη γης, πιάνουν και τον ουρανό και θρέφονται και γι΄ αυτό η ράτσα μας είναι αθάνατη. Όρτσα το λοιπόν, παιδιά, Κουράγιο !
Φυσούσε αγέρας, χειμώνας καιρός, τα κύματα είχαν αγριέψει, ο ουρανός γεμάτος σύννεφα, Κανένα αστέρι. Οι δυο παπάδες του χωριού, ο γερο-Δαμιανός κι ο μαυρογένης παπα-­Γιάνναρος, πηγαινόρχουνταν μέσα στην εκκλησιά, μάζευαν τα κονίσματα, το άγιο δισκοπότηρο, τ' ασημένιο Βαγγέλιο, τα χρυσοκέντητα άμφια, στέκουνταν κι αποχαιρετούσαν τον Παντοκράτορα, που ενέδρευε ζωγραφισμένος στον τρούλο, ο γερο­ Δαμιανός γούρλωνε τα μάτια και τον κοίταζε. πρώτη φορά είχε δει πόσο ήταν άγριος, πως έσφιγγε τα χείλια του με θυμό και καταφρόνεση και κρατούσε το Βαγγέλιο σαν κοτρόνα κι ετοιμάζουνταν να το σφεντονίσει κατακέφαλα στους ανθρώπους. 

Κούνησε ο γερο-Δαμιανός το κεφάλι ήταν χλωμός, αδύναμος. Ρουφηγμένα τα μαγουλά του, δεν τού 'μεναν στο πρόσωπο παρά δυο μάτια μεγάλα. Τού 'χαν φάει το κορμί η νήστια, η προσευκή κι η αγάπη για τους ανθρώπους. Κοίταζε με τρόμο τον Παντοκράτορα, τόσα χρόνια και πώς να μην τον δει ! Στράφηκε στον παπα-Γιάνναρο : «Έτσι άγριος ήταν πάντα ;» έκαμε να τον ρωτήσει, μα ντράπηκε. 
-Παπα - Γιάνναρε, είπε, κουράστηκα. Μάζεψε εσύ τα κονίσματα που θα πάρουμε μαζί μας και τ' άλλα να τα κάψουμε, παιδί μου, κι ο θεός θα μας συχωρέσει, να τα κάψουμε να μην τα μαγαρίσουν οι Αγαρηνοί. Και μάζεψε τη στάχτη, μοίρασέ τη στους χωριανούς, να την κρατούν φυλαχτό. Κι εγώ θα σηκωθώ να κουρταλώ τις πόρτες και να φωνάζω : Ήρθε η ώρα!
Πήρε να ξημερώσει - μέσα από μαύρα σύννεφα πρόβαλε ο ήλιος, φαλακρός, άρρωστος. Ένα φως θλιμμένο άγλειψε το χωριό, ξεχάσκισαν οι πόρτες, κατάμαυρες. Λάλησαν λιγοστά κοκόρια, για στερνή φορά, απάνω στις κοπριές της αυλής. Άνοιγαν οι στάβλοι, πρόβαιναν τα βόδια, τα μουλάρια, τα γαϊδουράκια και πίσω τους τα σκυλιά κι οι άνθρωποι. Μύριζε το χωριό ψωμί ξεφουρνισμένο.
-Νά 'χετε την ευκή του θεού, παιδιά μου, παρακαλούσε ο γέρο-Δαμιανός και πήγαινε από το ένα σπίτι στο άλλο, μην κλαίτε, μη βλαστημάτε. Θεού 'ναι θέλημα, μπορεί και για καλό μας. Σίγουρα για καλό μας! Πατέρας μαθές είναι ο θεός. Γίνεται ένας πατέρας να θέλει το κακό των παιδιών του ; δε γίνεται ! Θα δείτε το λοιπόν, παιδιά μου, πως ο θεός μας έχει ετοιμάσει εκεί πέρα πιο καρπερά χωράφια να ριζώσουμε. Σαν τους Όβραίους ξεσηκωνόμαστε κι εμείς από τη γη των άπιστων και πάμε στη Γη της Επαγγελίας ! Εκεί τρέχει το μέλι και το γάλα και τα σταφύλια γίνονται ένα μπόι ανθρώπου.
Την παραμονή του μισεμού κίνησαν όλοι μαζί, λιτανεία, άντρες και γυναικόπαιδα, για το μικρό χαριτωμένο νεκροταφείο απόξω από το χωριό, ν' αποχαιρετήσουν τους προγόνους. Άνακλαημένος ήταν ο καιρός, τη νύχτα είχε βρέξει και κρέμουνταν ακόμα στα φύλλα της ελιάς σταλαγματιές βροχή. Και κάτω το χώμα ήταν μαλακό και μύριζε. Ο παπα-Δαμιανός πήγαινε μπροστά, ντυμένος τα καλά του άμφια, με το χρυσοκεντημένο πετραχήλι του και με το ασημένιο Βαγγέλιο στην αγκαλιά του, πίσω του ακολουθούσε ο λαός, και στερνός, ουραγός, ο παπα-Γιάνναρος, με το ασημένιο σικλί γεμάτο αγιασμό και με την αγιαστούρα του από φουντωμένο δεντρολίβανο. Δεν έψελναν, δεν έκλαιγαν, δε μιλούσαν, πήγαιναν βουβοί, σκυφτοί και μονάχα κάπου κάπου μια γυναίκα στέναζε, ένα βαθύ Κύριε, ελέησαν! ακούγονταν από κανένα γέρικο στόμα κι οι νέες μανάδες είχαν ανοίξει τον κόρφο τους και βύζαιναν τα μωρά τους. Έφτασαν στα κυπαρίσσια, έδωκε μια ο παπάς, άνοιξε την πορτούλα, μπήκε, και πίσω του ο λαός. Οι μαύροι ξύλινοι σταυροί ήταν μουσκεμένοι, μερικά φαναράκια έκαιγαν στους τάφους, μισοσβημένες φωτογραφίες πίσω από το γυαλί μαρτυρούσαν πως ήταν οι κοπέλες, πως ήταν οι λεβέντες με τα στριφτά μουστάκια, όταν εζούσαν. Κατασκορπίστηκε ο λαός, βρήκε καθένας τον αγαπημένο του τάφο, έπεσαν κάτω οι γυναίκες και προσκύνησαν το χώμα, οι άντρες, όρθιοι, έκαναν το σταυρό τους και σφούγγιζαν με την άκρα του μανικιού τους τα μάτια. Ο παπα-Δαμιανός στάθηκε στη μέση του κοιμητήριου, σήκωσε τα χέρια : - Πατέρες, φώναξε, Παππούδες, έχετε γεια ! Έχετε γεια, φεύγουμε ! Δε μας αφήνουν πια οι Δυνατοί της Γης να ζούμε πλάι σας, να πεθάνουμε και να ξαπλώσουμε πλάι σας, να ξαναγίνουμε κι εμείς χώμα μαζί σας. Μας ξεριζώνουν !

Ανάθεμα στους αίτιους ! Ανάθεμα στους αίτιους ! Ανάθεμα στους αίτιους !
Σήκωσε ο λαός τα χέρια στον oυρανό, σήκωσε βουή μεγάλη: Ανάθεμα στους αίτιους!
ΚυλΙστηκαν όλοι χάμω, φιλούσαν το μαλακωμένο από τη βροχή χώμα, το 'τριβαν στην κορφή τού κεφαλιού τους, στα μάγoυλα, στο λαιμό, έσκυβαν, το ξαναφιλούσαν. Φιλούσαν τους πατέρες και τους παππούδες, φώναζαν : -Έχετε γεια !».
Προχώρησε με την αγιαστούρα του ο παπα-Γιάνναρος και πήρε αράδα να ραντίζει τα μνήματα.
-Έχετε γεια ! Έχετε γεια ! φώναζαν ακολουθώντας οι συγγενείς των πεθαμένων, έχετε γεια, αδέρφια, ξαδέρφια, παππούδες ! Σχωρέστε μας που σας αφήνουμε στα χέρια των Αγαρηνών, δε φταίμε εμείς, ανάθεμα στον αίτιο !  



     



Παρασκευή 3 Μαΐου 2013


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου
" ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ"

Αρχίσαμε να βαδίζουμε πιασμένοι απ΄ το χέρι , κοντά ο ένας στον άλλον, χαμένοι, μουδιασμένοι, δισταχτικοί, σαν να ΄μαστε τυφλοί και δεν ξέρουμε που θα μας φέρει το κάθε βήμα που αποτολμούσαμε. Γυρεύαμε ξενοδοχείο στο λιμάνι για ν΄ ακουμπήσουμε και να περιμένουμε τους δικούς μας. Όπου όμως κι αν ρωτούσαμε, παίρναμε την ίδια στερεότυπη απόκριση:
-Απ΄ τη Σμύρνη έρχεστε; Δε δεχόμαστε πρόσφυγες.
-Μα θα σας πληρώσουμε καλά, άνθρωποι του Θεού, έλεγε η θεία Ερμιόνη.
Εκείνοι επέμεναν στην άρνησή τους:
-Φοβόμαστε τις επιτάξεις . Δε μάθατε λοιπόν πως στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στη Σάμο έφτασε προσφυγολόι, κι επιτάξανε όλα τα σχολεία, τα ξενοδοχεία, τα πάντα;
-Τι θέλαμε, τι γυρεύαμε μεις να ΄ρθούμε σε τούτον τον αφιλόξενο τόπο, έλεγε η κυρία Ελβίρα. Τι θέλαμε και τι γυρεύαμε να χωριστούμε από τους άνδρες μας!
Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε.
Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ΄ άλλο και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, το λιμάνι οι εκκλησιές, τα σχολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι .
Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ΄ την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δένδρα και στα χωράφια το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν να φεύγουν κυνηγημένοι απ΄ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί  τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ΄ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της  Σαλονίκης, της Καβάλας του Βόλου, της Πάτρας.
Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπαρκάρανε στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!» Που να ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; τι να ξεχάσουν; τι να πράξουν; που να δουλέψουν; πώς να ζήσουν;
Τρέμαν ακόμα απ΄ το φόβο. Τα μάτια τους  ήταν κόκκινα απ΄ το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της.  Μ΄ αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές….
Κι είπαν : περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως  όπως , κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα σαν το ψωμί το νερό και τ΄ αλάτι.
Τόσοι ήταν, ενάμισι  εκατομμύριο ρωμιοί μικρασιάτες, που στριφογύριζαν τώρα στο καύκαλο της Ελλάδας, σαν περιπλανώμενοι ιουδαίοι διωγμένοι από τη γη της Χαναάν. Χωρίς  πατρίδα χωρίς δουλειά χωρίς σπίτι. Και μόλις χτες να θυμάσαι πως ήσουνα νοικοκύρης.
Ψάχναν για τον αίτιο , αναθεμάτιζαν τον ουρανό, τη γης ,τον Κεμάλ το Βενιζέλο τον Κωνσταντίνο, την Αντάντ, τον πόλεμο. Μα πριν  απ΄ όλα τον ύπουλο τον Άγγλο ,τον υπολογιστή ,το διπλοπρόσωπο, το σφετεριστή που έκανε μπίζνες και αυτοκρατορική πολιτική με το αίμα και τη δυστυχία ενός λαού….

[ Η ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ τιμήθηκε με το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί, το 1983.Το 2001 η Εταιρεία Συγγραφέων καθιέρωσε προς τιμήν της το βραβείο "Διδώ Σωτηρίου", το οποίο απονέμεται "σε ξένο ή Έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών μέσα από την πολιτισμική διαφορετικότητα". Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Επιτροπής για την ελληνοτουρκική φιλία ].






Πέμπτη 2 Μαΐου 2013


... Είναι ψυχές που έχουνε
γαλάζια αστέρια,
μαραμένα πρωινά
ανάμεσα στου χρόνου τα φύλλα,
και κόχες αγνές
που φυλάνε μια παλιά
μουσική νοσταλγίας
κι ονείρων...

Φρεντερίκο Γκαρσία Λόρκα

Αυτοί οι στίχοι έρχονται στο νου , όταν αναπολούμε  ένα πρωινό του Απρίλη στα Αλάτσατα της Τουρκίας όπου συναντήσαμε τον Τζαζίμ με καταγωγή από την Κρήτη  να μιλαέι άπταιστα ελληνικά.Τη ζεστασιά, την απλότητα , τη   φιλόξενη παρουσία του στην Παναγία την Αλατσατιανή αλλά κυρίως τις μαντινάδες του  κουβαλήσαμε στις αποσκευές μας πίσω στην Ελλάδα.


 







Φωτογραφίες από τα Αλάτσατα


Αποσπάσματα από το βιβλίο της Σωτηρίας Μαραγκοζάκη
«Ο ΥΠΑΤΟΣ της ΣΜΥΡΝΗΣ»

Ο «κύριος Αμετάκης» ( Τουρκοκρητικός προσωπικός φρουρός του Αριστείδη Στεργιάδη ) , όπως τον αποκαλούσε ο εξοχώτατος , δεν δυσκολεύτηκε να βρει τον καφενέ του Μουσταφά Καραγκιουλάκη. 
Κι εκείνος ο μπεσαλής Χανιώτης, ομορφάντρας ακόμα παρά τα πρώτα γεράματα, λεβεντάνθρωπος, με το ωραίο στριφτό μουστάκι, μόλις αγρίκησε τον σύντεκνο από την πατρίδα, πάτησε γερά στα δύο του πόδια και άνοιξε διάπλατα τις μακριές του χέρες να τον υποδεχτεί. 
«Χος γκελντινίζ, σύντεκνε Αμέτη. Καλωσόρισες. Είντα κάνεις;»
«Καλώς σε βρήκα. Χος μπολντούκ, σύντεκνε Μουσταφά. Μέρχαμπα. Τι χαμπάρια;»
...
«Πώς από τούτα δω τα μέρη, τα μέρη μας τώρα πια, σύντακνε Αμέτ;» τον ρώτησε παπαρίζοντάς τον στην πλάτη.
«Όλα με τη σειρά τους θα σ`τα είπω, Μουσταφά. Να κάτσω πρώτα επαέ. Αγάλι αγάλι. Και φέρε να χαρείς, ένα κανάτι με νερό να ξαποστάσω. Απόκαμα στην ανηφόρα.»
Ο καφετζής χάθηκε πίσω από ένα ξεθωριασμένο παραβάν κι εμφανίστηκε με το νερό , μια γαβάθα τσακιστές ελιές κι ένα κομμάτι ψωμί. Όσο ο άλλος έπινε κι έτρωγε, ξεκρέμασε το βιολί από τον αντικρινό τοίχο κι έπιασε το δοξάρι. Ο Μουσταφάς Καραγκιουλάκης, από τα Καλλεργιανά Κισάμου, ήταν από τους πιο γνωστούς Χανιώτες Τουρκοκρητικούς μουσικούς. Στην Κρήτη η μουσική των υπόδουλων χριστιανών τον είχε κατακτήσει. Μερακλής. Έπαιζε το βιολί του και τραγουδούσε γλυκά σε κάθε χαρά. Δεν έκανε διάκριση σε χριστιανούς και Τούρκους. Σκορπούσε τη γλυκάδα του δοξαριού του σε οντάδες και σε κατώγια και των δύο φυλών. Έτσι  , με μια μουσική μονοκοντυλιά έσβηναν τα μίση, σιγούσαν τα πάθη. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα διασκέδαζαν μαζί χριστιανοί και Τούρκοι.
Ήταν πλούσιος. Είχε σαράντα μαζώχτρες και πολλούς μετοχάρηδες στα σπαρτά του και στ` ανοιχτά χωράφια του. Οθωμανός από πάππου προς πάππου αλλά αφανάτιστος. Γι` αυτό είχε παραχωρήσει μεγάλο κομμάτι από το χωράφι του για να επεκταθεί ο περίβολος της εκκλησίας του χωριού. Ήταν κοντά το αλώνι του και , έτσι όπως λίχνιζαν τα άχυρα, έμπαιναν στον χριστιανικό ναό. Μετέφερε λοιπ[όν αλλού το αλώνι και χάρισε στον άγιο το μεγαλύτερο μέρος από το χωράφι του. Κάποιοι τότε είπαν πως φανερώθηκε στον ύπνο του ο Αϊ Γιώργης, τον έδειρε, τον λόγχισε, γι αυτό φάνηκε γενναιόδωρος, αμά δεν τον ήξεραν καλά. 
Με τις κρητικές επαναστάσεις κρύφτηκε κι αυτός με άλλους ομοεθνείς του στα κάστρα. Μετά είδε κι απόειδε, το πήρε απόφαση. Πήρε των ομματιών του για το Καστέλι στην αρχή, για τα Χανιά κατόπιν, για τη Σμύρνη στη συνέχεια. Τι κι αν ήταν μέγας και τρανός στα μέρη του κάποτε; Τι κι αν είχε κτήματα, χωράφια, αλώνια, μετοχάρηδες, σαράντα μαζώχτρες; Τι κι αν ήταν σαϊτιές μες την καρδιά οι δοξαριές του; Τι κι αν ήξερε τον Ρωτόκριτο απόξω και τον τραγουδούσε με μισόκλειστα τα μάτια; Όπως τώρα, που για μια στιγμή σιγομουρμούρισε:

Σαν τραγουδήσω και να πω τον πόνο που με κρίνει 
Μου φαίνεται πως είν`νερό και τη φωτιά μου σβήνει.
...
Του τα είπε με μια ανάσα ο Μουσταφάς , ο αγαθός καφετζής, που πίστευε πως οι αλληλοδιαχωρισμοί και οι φανατισμοί τίποτα καλό δεν προμηνύουν ποτέ. «Τα καυτά λόγια καίνε πόλεις και χωριά και καταστρέφουν μιλέτια ίσαμε να πεις μια μαντινάδα» , έλεγε με τον δικό του τρόπο. 
...
Μιλούσε ώρα πολλή ο Μουσταφάς, πότε ψιθυριστά και πότε βροντερά, αλλά έφτασε ένα νεύμα του Αμέτ και ξεκρέμασε τη φωνή απ` τα ύψη , τη χαμήλωσε, τη μέρωσε. Δεν ήταν αυτός φανατικός, δεν έβαζε φερετζέ στο νου του. Ήθελε να έχει ξάστερο μυαλό κι ανάλαφρη καρδιά, να αφουγκράζεται, να γρικάει τα πάθη, τους καημούς, τους φόβους των ανθρώπων. Δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους σε μιλέτια. 
Τι τον ένοιαζε αυτόν σε ποιο Θεό πίστευε ο διπλανός του;
...
«Εγώ ,μπρε, τώρα είμαι Σμυρνιός, μα Κρητικός για πάντα. Από τότενες που ήρθα ,ρίζωσα εδώ. Τ` ακούς; Οθωμανός είμαι , αμά την Κρήτη φυλαχτό στην καρδιά μου» . Κι αυτό λέγω σ` όσους απ` αυτούς μπορούν να μ` ακούσουν, γιατί μερικοί έχουν κάτι δίκοπες κάμες,  ο Αϊ - Γιώργης να φυλάει! Τα λέω βέβαια, μα μέσα μου με καίει κι αναρωτιέμαι κι εγώ ο ίδιος κάθε μέρα: ρωμαίικα κρένω, τον Αλλάχ δοξάζω, από την Κρήτη κρατάει η ρίζα μου, στη Σμύρνη ήρθα και άραξα. Για πες μου, το λοιπόν, τι είμαι; Κι άλλες φορές, πάλι, λέω : τι σημασία έχει... Φτάνει που είμαι άνθρωπος».
...
«Βάι, ανεσίκα μ`, βάι, πότε θα καταλάβουν οι άνθρωποι, πότε θε να  φιλιώσουν οι λαοί; Πότε, μαθές , θα δώσουνε τα χέρια μωαμεθανοί και χριστιανοί, Ρωμιοί και Τούρκοι, που βύζαξαν από την ίδια μάνα, την Ανατολή, και θα σβηστούν οι έχθρες; Πότε , μαθές , θα καταλάβουν πως η γη που έχει σύνορα ποτέ της δεν καρπίζει; Αχ Ανα-ντολού Αν- ντολού, « μια αγκαλιά από μάνες» σημαίνει το όνομά σου, κι όμως αυτές αντί να φιλιώνουν μεταξύ τους , να ειρηνεύουν τους γιους και τους άντρες τους, σπέρνουν το φόβο και θερίζουν μίσος. Καλά λέγανε οι παλιοί ο κόσμος ντροπή δεν έχει, συμφέρον έχει. Αλλά και όποιος κλαίει για τον κόσμο στο τέλος μένει δίχως μάτια».

Ο ΥΠΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013



Προσφυγικός Μονόλογος  
της Άννας Ιωαννίδου

Ανασκαλεύω την ιστορία στον χρόνο.
Εγκλωβισμένος σε μία ζωή  που αποφάσισαν «άλλοι».
Η προσφυγιά  ένα αταίριαστο ρούχο.
Η  θύμησή μου χαραγμένη ανεξίτηλα σ’ ένα μισοτελειωμένο καμβά…
Αναρωτιέμαι.  Άφησα οριστικά τα ίχνη μου;
Φυγή χωρίς επιστροφή;

Ανίερες οι συμμαχίες των «δυνατών».
Έγινα  πιόνι, έρμαιο  στα  εξουσιαστικά παιχνίδια τους.
«Επιτεύγματα»  μίσους  κι  αιματοχυσίας
στον  Πόντο , στην Μικρά Ασία ,στην Βιθυνία
στην Καππαδοκία, στη Θράκη.

Ο  αέρας βαρύς , πένθιμος  ραπίζει σκληρά το πρόσωπό μου.
Τρέχω πανικόβλητος  σ’ ένα «ταξίδι» σωτηρίας,
«ταξίδι» εγκατάλειψης
με μια εικόνα στο χέρι μου.
Τρέμω… Πρέπει να  φυλάξω την πατρογονική  παρακαταθήκη.

Φωνές απειλητικές  κραυγάζουν στον εφιάλτη μου:
«Φύγε»! «Τώρα»!
Αμείλικτο , αιώνιο  το  δίλημμα
ένα δίλημμα  ζωής-θανάτου:
Ν’αρνηθώ να εγκαταλείψω
την μυρωμένη αγκαλιά της γενέθλιας γης μου;
Αλλά τότε θ΄ αντικρίσω
την βία, την φωτιά ,τον θάνατο.
Ή  μήπως να φύγω για μια ζωή λαθρεπιβάτη;
Σώμα, πνεύμα ακρωτηριασμένο.
Η άδεια μου ψυχή σ’ έναν εικονικό τάφο…

Η προσφυγική μου οδύσσεια.
Ψηφίδες  αγάπης,
ψηφίδες  διδαχής,
στιγμές ελληνικές  οι ρίζες μου, επιγραφές  ορθοδοξίας.
Η αλήθεια στην αφήγησή μου πολύτιμη κληρονομιά.

Μύρο  λυτρωτικό  η  αναπόληση
Οι ίσκιοι μου χαμένοι στους χρυσούς αιώνες
σ’ ένα αθάνατο μεγαλείο πολιτισμού.
Κι εγώ να προσκυνώ το αιώνιο και το άφθαρτο,
την πεμπτουσία του ελληνισμού.

από το mikrasiatis.gr