Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

ΜΝΗΜΕΣ της ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ, Αχμέτ Ουμίτ


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ για το ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ



Ο Αχμέτ Ουμίτ γεννήθηκε στο Γκαζιαντέπ της Τουρκίας το 1960 και ζει στην Κωνσταντινούπολη. Σπούδασε Δημόσια Διοίκηση στο Πανεπιστήμιο του Μαρμαρά και Πολιτικές Επιστήμες στην Ακαδημία Πολιτικών Επιστημών της Μόσχας. Παρ' όλο που ξεκίνησε τη συγγραφική του ζωή γράφοντας ιστορίες, το πρώτο του έργο που κυκλοφόρησε ήταν η ποιητική ανθολογία με τίτλο "Η κρυψώνα του δρόμου".

Το 1992, όταν εξέδωσε το "Η ξυπόλητη νύχτα", πήρε το βραβείο "Συγγραφής και Τέχνης του Φερίτ Μπαγίρ". Το 1994 εκδόθηκαν η ιστορία "Μια κραυγή σκίζει την νύχτα" και το παιδικό βιβλίο "Παραμύθι μέσα στο παραμύθι". Η ένταση που υπήρχε σε όλα του τα βιβλία εμφανίστηκε ολοκληρωτικά στο "Ομίχλη και νύχτα", που εκδόθηκε το 1996.

Το 1998 εκδόθηκε το "Άρωμα φόβου", το οποίο ανέτρεψε τα μέχρι τότε καλούπια των αστυνομικών μυθιστορημάτων και δημιούργησε πρότυπο. Ακολούθησε "Το κλειδί της Αγκάθα", που περιλαμβάνει αστυνομικές ιστορίες και το "Εγκλήματα με ονομασία προέλευσης". Το 2010 εξέδωσε το βιβλίο "Οι μνήμες της Κωνσταντινούπολης".

Η ΥΠΟΘΕΣΗ του ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΟΣ

 Όταν βρίσκεται το πρώτο πτώμα κοντά σε ιστορικά μνημεία με ένα νόμισμα που απεικόνιζε τον Βύζαντα, τον πρώτο οικιστή της Κωνσταντινούπολης, ο αστυνόμος Νεβζάτ και οι συνεργάτες του ξεκινούν μια έρευνα στο τώρα αλλά και στο παρελθόν. Τα επόμενα έξι πτώματα, επιμελώς τοποθετημένα με ένα νόμισμα κάθε φορά που απεικονίζει τον Κωνσταντίνο Α΄, τον Θεοδόσιο τον Β΄, τον Ιουστινιανό κ.ο.κ. αναγκάζουν την αστυνομία να μάθει Ιστορία, να περιδιαβεί τους βυζαντινούς αιώνες και την οθωμανική αυτοκρατορία για να αντιληφθεί το σχέδιο των δολοφόνων. Ιστορική αφήγηση με αστυνομικό «όχημα» Το έργο είναι αστυνομικό, όπως έγινε αντιληπτό, αλλά η έρευνα ξεδιπλώνεται με ιστορικά στοιχεία, συχνά ανεκδοτολογικά, που αποκαλύπτουν ίχνη του παρελθόντος σε μια πόλη που ξεχνά την ιστορία της. Ο αναγνώστης απολαμβάνει διπλά, ή μάλλον τριπλά, την αφήγηση, αφού: Πρώτον, η γνωστή συνταγή του ενός πτώματος που φέρνει τ’ άλλο και τα δυο το τρίτο κάνει την έρευνα κλιμακωτά ενδιαφέρουσα, παρά τις μικρές ή μεγάλες ατέλειες στη διενέργειά της. Δεύτερον, η ιστορία δεν προσφέρεται μόνο ως γνώση, συχνά φορτωμένη και αχρείαστη, αλλά και ως κλειδί για την εξιχνίαση των εγκλημάτων κάνει το έργο να προσκτά βάθος. Και τρίτον η ταξιδιωτική περιήγηση στην ιστορική Κωνσταντινούπολη, σχεδόν σαν να ξεχνά κανείς τη σύγχρονη Ιστανμπούλ που παραδίδεται σε μια ανεξέλεγκτη ανοικοδόμηση, δίνει στην ιστορία περιηγητικό ενδιαφέρον. Το μυθιστόρημα είναι συνεπώς ένας καλός οδηγός στην ιστορία και στην αίγλη της Πόλης. Πέρα από την αφήγηση που γίνεται το δόλωμα της ανάγνωσης, το έργο μας στήνει γέφυρες με την ίδια την πόλη. Η Ιστανμπούλ είναι αυτό που είναι επειδή φτιάχτηκε σε ένα παλίμψηστο επίπεδο πολλαπλών στρωμάτων, από το αρχαιοελληνικό Βυζάντιο έως τη χριστιανική Κωνσταντινούπολη κι έπειτα στην οθωμανική της, μουσουλμανική, πλευρά. Κάθε πόλη είναι το ιστορικό αμάλγαμα μιας μακραίωνης, συχνά άδηλης παράδοσης, σαν σκυταλοδρομία λαών και πολιτισμών. Η σύγχρονη ζωή συχνά σκοτώνει το παρελθόν, δηλαδή σκοτώνει το βάθρο του μεγαλείου της πόλης, κι η ίδια η πόλη, οπλίζοντας το χέρι κάποιων, εκδικείται τους ιδιοτελείς, τους κερδοσκόπους, τους εκμεταλλευτές της. Τα πτώματα ήταν άνθρωποι που προσπάθησαν να χτίσουν εις βάρος της ιστορικότητας των μνημείων και να κερδίσουν χρήματα δολοφονώντας το παρελθόν.


“Ο Αχμέτ Ουμίτ διακρίνεται για κάποιου είδους φιλελληνισμό (σημειώνει ότι οι περισσότεροι τουρίστες που επισκέπτονται την Πόλη είναι Έλληνες και δεν διστάζει να υπογραμμίσει την ύπαρξη ενός θρύλου που θέλει τους Έλληνες, με επικεφαλής έναν βασιλιά Κωνσταντίνο, να την παίρνουν πίσω για να αναστήσουν ξανά τον χριστιανισμό), ενώ δεν παραλείπει να θυμίζει τη δόξα της Κωνσταντινούπολης.” («Το Βήμα», 26/8/2012).  

Πηγή: www.in2life.g



 Ένα μυθιστόρημα - ποταμός, όπου τα πάθη των ανθρώπων συναντούν την ιστορία, όπου η περιπέτεια κλιμακώνεται μαζζί με τη συγκίνηση, ένα μεγάλο σύγχρονο παραμύθι που ξεκινά απ` το Βυζάντιο και την Κωνσταντινούπολη και φτάνει μέχρι τη σημερινή μητρόπολη Ιστανμπούλ των μεγάλων αντιθέσεων, ένα λογοτεχνικό μπεστ σέλερ που έχει μαγέψει περισσότερους από 3000.000 αναγνώστες στην Τουρκία...

« Σε κοίταζα χτες από έναν λόφο αγαπημένη μου Ιστανμπούλ…»
                                               Γιαχγιά Κεμάλ


… Οι παλιές ονομασίες των συνοικιών λησμονιούνται . Η πόλη αποκόπτεται από το παρελθόν της. Και όμως οι πόλεις είναι σαν τους ανθρώπους: αν αυτοί ξεχάσουν το παρελθόν τους, αν αποκοπούν απ` την ιστορία τους, αποκόπτονται κι απ` την προσωπικότητά τους. Παύουν να έχουν χαρακτήρα. Οι πόλεις θα καταντήσουν να μοιάζουν σαν τους πανομοιότυπους ανθρώπους. Κι όμως η Ιστανμπούλ είναι κάτι ξεχωριστό…


... Επισκεφτήκαμε το μυσωλείο του σουλτάνου (Γιαβρούζ Σουλτάν Σελίμ), είδαμε τους τάφους των διαδόχων, κατόπιν επισκεφτήκαμε τον τάφο ενός άλλου σουλτάνου, του Αμπντουλμετζίτ. Εκείνο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πελώριο τουρμπάνι πάνω στο φέρετρο του  Γιαβρούζ Σουλτάν Σελίμ καθώς και η θέα της Ιστανμπούλ απ` τον πίσω κήπο του τεμένους. Ήταν εξαιρετική, θαρρείς πως εκτεινόταν μια διαφορετική πόλη μπροστά στα μάτια σου. Τα νερά του Κεράτιου, που φάνταζαν σαν λιωμένο χρυσάφι, κυλούσαν νωχελικά στρίβοντας δεξιά αριστερά προς τη θάλασσα. Το τέμενος Φάτιχ δεν φαινόταν , όμως το τέμενος Σουλεϊμάνιγιε και η Αγία Σοφία, χωρίς να εμποδίζουν το ένα το άλλο, υψώνονταν στον ουρανό. Δύο μοναδικοί τόποι λατρείας χτισμένοι πάνω στους μυθικούς λόφους τούτης της πόλης...



Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

"ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ" , ΝΙΚΟΥ ΘΕΜΕΛΗ


"Οι αλήθειες των άλλων" , μυθιστόρημα του Νίκου Θέμελη

Οι αλήθειες των άλλων


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

Ο Ισμαήλ δεν μπόρεσε να κρύψει την απορία του διακρίνοντας εκεί ένα μικρό εικόνισμα :
 «Η Παναγία;...» ψιθύρισε.
Ο Μεχμέτ * σιώπησε για μια στιγμή. Διστακτικά επανέλαβε χαμηλόφωνα:
«Η Παναγία».
Ξανακλείδωσε προσεκτικά τα δύο φύλλα, έκρυψε το κλειδί στη ζώνη του και χτύπησε φιλικά τον Ισμαήλ στον ώμο, σαν να τον βεβαίωνε γι` αυτό που είχε ακούσει.
Επέστρεψαν σιωπηλοί στο τραπέζι και από τη φόρτιση της αποκάλυψης σχεδόν σωριάστηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο. Απόμειναν να κοιτιούνται με γερμένο το  κεφάλι. Ο Ισμαήλ αναστατωμένος ήθελε να ακούσει όλη την αλήθεια, κυρίως αυτήν που υποπτευόταν, όμως δυσκολευόταν να αποτολμήσει την ερώτηση που είχε στα χείλια. Δεν άντεξε στο τέλος, με βραχνή φωνή, ξεψυχισμένη, του ξέφυγε κλείνοντας όλες τις απορίες του σε μια μόνο λέξη:
«Γκιαούρης;»
«Χριστιανός», διόρθωσε ο Μεχμέτ ανεβάζοντας ήρεμα και σταθερά τη φωνή του.
Ανασηκώθηκαν, στύλωσαν τη μέση τους στην πλάτη της καρέκλας, πήραν απόσταση ακόμη κι από το τραπέζι που βρισκόταν ανάμεσά τους. Ο Ισμαήλ προσπαθούσε να χωνέψει , παραδέρνοντας ανάμεσα στην έκπληξη και στην αμηχανία, πως ο Μεχμέτ δεν πίστευε στον Αλλάχ και στον προφήτη του, ήταν ένας άπιστος, ότι ίσως δεν ήταν καν Τούρκος, ότι απέναντί του στεκόταν κάποιος από τους άγνωστους εχθρούς του. Ο Μεχμέτ αναρωτιόταν μήπως επιπόλαια είχε βάλει σε κίνδυνο όσα είχε καταφέρει με προσπάθειες, αγωνίες και αυτοαπομονώσεις, ζώντας μια άθλια ζωή σαν Τούρκος. Πώς εμπιστεύτηκε έτσι ασυλλόγιστα έναν ξένο, έναν Τούρκο μετά από όσα είχαν ζήσει και υποφέρει. Το ίδιο τον ρωτούσαν οι φωτογραφίες στις οβάλ κορνίζες που κρέμονταν στους τοίχους, αυτών που απουσίαζαν ή είχαν για πάντα φύγει.
Συνέχιζαν οι δυο τους πότε να κοιτάζονται με πλάγιες ματιές, πότε ν` αποφεύγουν ο ένας τον άλλο, να φουμάρουν και να χαζεύουν στο μισοσκότεινο δωμάτιο, να ζυγιάζονται, να κορυφώνουν προς στιγμή την αναμέτρηση σιωπηλά με όσα όπλα τούς έδινε το παρελθόν τους, οι πληγές που κουβαλούσαν, να ξεφυσούν, να ξεθυμαίνουν τραβώντας πάλι καθένας το δικό του μονοπάτι. Ο Ισμαήλ έγειρε ξαφνικά προς το τραπέζι, άρπαξε το καραφάκι και απογέμισε το ποτήρι του με ρακή. Το ύψωσε μουρμουρίζοντας στα τούρκικα δυο ακατάληπτες κουβέντες και κίνησε αποφασιτικά να το αδειάσει , όμως πάνω στην προσπάθειά του πνίγηκε, η ρακή του βγήκε από το στόμα και τη μύτη. Ξέσπασε σε γέλια. Τον ακολούθησε ο Μεχμέτ με μια γερή γουλιά ρακή δίχως να πνιγεί, δίχως να γελάσει.
«Πώς τα τακίμιασες έτσι , τζάνεμ;» ρώτησε ο Ισμαήλ χαμογελώντας, πείθοντας με το ύφος του για το πραγματικό του ενδιαφέρον.
Ο Μεχμέτ αποφάσισε να του πει όλη την αλήθεια. Ένιωθε ξαφνικά αβάσταχτη την ανάγκη να μιλήσει, να ξανοιχτεί και να εμπιστευτεί στον διπλανό του, σε έναν διαφορετικό, κάτι σημαντικό από τον εαυτό του, να πλησιάσει επιτέλους κάποιον. Δεν τον ένοιαζε πια τι θα διακινδύνευε στην προσπάθειά του να γλυκάνει την ψυχή του, να φέρει έστω έναν αλλόθρησκο, έναν Τούρκο για λίγο πιο κοντά του...

* Ο Μεχμέτ είναι στην πραγματικότητα ο Μανόλης Λινός , Έλληνας στο Αϊβαλί.
Ο παππούς του τού έχει εξασφαλίσει τουρκική ταυτότητα και τον κρατά μαζί του στις Κυδωνίες επιθυμώντας να παραμείνει στην πατρίδα του ,αρνούμενος να ακολουθήσει την οικογένεια στη Μυτιλήνη μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών. Όταν πεθαίνει ο παππούς του κάποια στιγμή , ο Μεχμέτ- Μανόλης αποφασίζει κι αυτός να περάσει απέναντι στη Μυτιλήνη, για να βρει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας.

...«Ισμαήλ, ... πρέπει να φύγω... δεν πάει άλλο ... ήρθε η ώρα» , είπε ο Μεχμέτ και στύλωσε την πλάτη του στην καρέκλα.
Ο Ισμαήλ συνοφρυώθηκε, σοβάρεψε απότομα κι ανασηκώθηκε αργά. Στήριξε τα χέρια του κόντρα στην άκρη του τραπεζιού, σαν να ήθελε να πάρει απόσταση από αυτό που δεν περίμενε να ακούσει.
Ακίνητοι, πετρωμένοι, έμειναν να κοιτιούνται σιωπηλοί. Αναμετριόντουσαν και πάλι, όπως στην αρχή της γνωριμίας τους, όταν αποκαλύφθηκε ότι πίστευαν σε διαφορετικό θεό. Ετούτη τη φορά στεκόντουσαν μπροστά σε μια άλλη αλήθεια. Στο πλήρωμα του χρόνου και στον αναπόφευκτο χωρισμό τους. Ο χωρισμός γινόταν ξαφνικά από μακρινή συνέπεια μιας προαποφασισμένης αναχώρησης η δυσβάσταχτη απειλή που από τη μια στιγμή στην άλλη θα έκοβε το νήμα που τους έδενε και ό,τι είχαν κατακτήσει ανάμεσά τους. Αυτό που δεν μπορούσαν ίσως με ακρίβεια να ονοματίσουν ή να εκτιμήσουν, κι ας είχαν μιλήσει τόσες φορές για τη φιλία. Το πραγματικό απόθεμα της έντασης που έκρυβαν μέσα τους, τα κάθε λογής συναισθήματα που το ακολουθούσαν , την αντοχή και τη δύναμη της αμοιβαίας εξάρτησής τους.

... Άφησε ( ο Μεχμέτ ) για το τέλος την επίσκεψη στο κοιμητήριο όπου ήταν θαμμένοι οι δικοί του. Δεν μπόρεσε να εντοπίσει τους τάφους των γονιών του. Χώματα, ταφόπλακες, σταυροί, ένας σωρός δίχως αρχή και τέλος. Μαζί με τόσους άλλους τους είχανε συθέμελα ξεσκάψει για να τους συλήσουν. Αναρωτήθηκε προς στιγμή πώς δεν το είχε προσέξει στην κηδεία του παππού του. Αναζήτησε αναστατωμένος τον τάφο του, τον βρήκε άθικτο, μα μήτε που παρηγορήθηκε μπροστά στο εφιαλτικό θέαμα της βίας και της ασέβειας απέναντι στους νεκρούς που απλώνονταν γύρω. Θυμήθηκε καταπώς έλεγε η γιαγιά την ευσέβεια των μουσουλμάνων για τους νεκρούς και τις τιμές με τις οποίες περιέβαλλαν τη μνήμη τους κι αναλογίστηκε με πικρία το φανατισμό , το μένος που ένιωθαν για τους αλλόθρησκους που μήτε ο θάνατος μπορούσε να μετριάσει. Σίγουρα δεν ήταν έτσι, σίγουρα και οι δικοί του προελαύνοντας προς τον Σαγγάριο δεν ήταν όλοι άγιοι...

Στη Μυτιλήνη

«Είναι και αυτή η συμπεριφορά των ντόπιων που σε αποκαρδιώνει. Ποιος το περίμενε;» πρόσθεσε με πίκρα ο Μανόλης.
Ο Τάσος κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του. Μήτε εκείνος περίμενε μια τέτοια στάση , αν έκρινε από τη συμπεριφορά των Μυτιληνιών απέναντι στους πρόσφυγες του πρώτου διωγμού, όταν λευτερώθηκε η Μυτιλήνη και ξέσπασε ο πόλεμος του `14. Τότε είχαν περάσει στο νησί μέχρι το 1915 ίσαμε 70.000 πρόσφυγες, κι άλλες 50.000 το `16. Θυμόταν πως οι πιο πλούσιοι με τις περιουσίες τους ρίζωσαν αμέσως. Συνολικά σε μια πόλη 12.000 είχαν προστεθεί πάνω από 18.000. Όμως τότε ήταν νωπή η απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, η συμπόνια ανάβλυζε απ` την καρδιά τους. Όπως περίσσευαν και από τις τσέπες τους οι παράδες.
«Γιατί τώρα σάμπως πεινάνε;»
«Η Μυτιλήνη έζησε και μετά την απελευθέρωση για λίγα χρόνια ακόμη την ακμή την ακμή της με τη φορά που είχε πάρει. Με τα νέα σύνορα, τις φασαρίες, άρχισαν αργά αλλά σταθερά να μαραζώνουν οι δουλειές της. Το `22 ήταν το τέλος. Μέσα σε ούτε δέκα χρόνια τα πράγματα έχουν αλλάξει.»
«Και  πάλι δεν μπορώ να καταλάβω αυτήν τη συμπεριφορά, σα να `μαστε εχθροί και ξένοι», συνέχισε ο Μανόλης να βγάζει το παράπονό του κι άναψε τσιγάρο.
«Οι φασαρίες του `22 έχουν μείνει στη μνήμη τους ολοζώντανες κι ακόμη τους φοβίζουν. Οι στρατιώτες του ελληνικού στρατού που άτακτα υποχωρούσαν και κατέφθαναν στο νησί κατά εκατοντάδες - άλλοι μιλούνε για χιλιάδες - , εξαθλιωμένοι και εξαγριωμένοι με την κυβέρνηση, άρχισαν τις λεηλασίες και τις αρπαγές. Έπιασε πανικός τους ντόπιους, έκλεισαν τα μαγαζιά και αμπαρώθηκαν στα σπίτια»...

... Ο Μανόλης ένιωθε βαθιά απογοητευμένος απ` την αφήγηση του Τάσου. Λύγισε με τους αγκώνες πάνω στα γόνατα και το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια. Το μυαλό του αδυνατούσε να το χωρέσει: Έλληνες απέναντι σε Έλληνες . Πόσα βήματα χωρίζουν αυτήν την εχθρότητα από ένα ανομολόγητο, έστω δίχως αίματα, καλά κρυμμένο διωγμό; Τι συνέβαινε σε άλλα μέρη; Η ανταλλαγή θα άλλαζε την Ελλάδα, όμως προς τα πού θα την πήγαινε; Πόσος χρόνος άραγε θα χρειαζόταν για να γεφυρωθούν οι αντιπαλότητες και οι αποστάσεις;...

" ΡΩΜΙΟΣ ΕΓΩ, ΤΟΥΡΚΟΣ ΕΣΥ", ΘΑΝΟΥ ΚΟΝΔΥΛΗ


"Ρωμιός εγώ
             Τούρκος εσύ" , Θάνου Κονδύλη

Ρωμιός εγώ, Τούρκος εσύ

Ο Παντελής και ο Σελίμ, Έλληνας από την Κάλυμνο ο ένας, Τούρκος από τα Μικρασιατικά παράλια ο άλλος, δέθηκαν πρώιμα με μια δυνατή φιλία, η οποία σιγά σιγά εξελίχθηκε σε αδελφική αγάπη. Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, η μοίρα θα τους παίξει ένα περίεργο παιχνίδι. Οι δύο φίλοι, παλικάρια πια, θα βρεθούν αντιμέτωποι, χωρίς οι ίδιοι να το γνωρίζουν. Τι θα συμβεί τελικά; Θα καταφέρουν η φιλία, η μπέσα και το φιλότιμο να ξεπεράσουν τη μισαλλοδοξία και τις προκαταλήψεις αιώνων;

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

... Όμως , παρά τα τόσα χρόνια που συναντιόνταν στο ίδιο εκείνο μέρος κοντά στα δυο νησάκια από τον καιρό των πατεράδων τους ακόμα, ποτέ δεν είχαν γνωριστεί από κοντά ο Ηλίας κι ο Ιμπραϊμ. Μοναχά μέσα από τις βάρκες τους συναντιόνταν και σπάνια αντάλλασσαν κουβέντα, κυρίως όταν τελείωναν με τον κόπο της ημέρας και έφευγαν για το σπιτικό τους φορτωμένοι τις πιο πολλές φορές με τον καρπό της θάλασσας. Σαν να υπήρχε κάπου εκεί , ανάμεσά τους, ένα αόρατο τείχος που τους σταματούσε. Ένας άγραφος νόμος που δεν υπήρχε σε κανένα νομικό βιβλίο. Κι όμως υπήρχε στις καρδιές τους και στα πρόσωπά τους.
Αν τους κοίταζες από μακριά, θαρρούσες ότι εκεί , ανάμεσά τους , υπήρχε ένας αόρατος άγγελος που όριζε όχι μόνο το σύνορο ανάμεσα στις βάρκες τους , αλλά κι ανάμεσα στις καρδιές τους. Ακόμη κι όταν έριχναν τα δίχτυα και περίμεναν να περάσει η ώρα για να τα μαζέψουν , ακόμη και τότε σπάνια σάλευαν από τη θέση τους ο Ηλίας κι ο Ιμπραϊμ. Κουβέντα δεν αντάλλασσαν. Το μεσημεράκι μάζευαν τα δίχτυα, κι αφού τα κορφολογούσαν , σηκώνονταν όρθιοι, τεντώνονταν κι αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλο, σχεδόν πάντα με την ίδια κουβέντα : « ... Πώς πήγε σήμερα, καπετάν Ιμπραϊμ», ρωτούσε ο ένας. «Καλά , κυρ Ηλία μου, απαντούσε ο άλλος. Χαιρετιόνταν κι απομακρύνονταν για τα χωριά τους χωρίς δεύτερη κουβέντα, σαν να τα `χανε πει όλα με αυτές τις λίγες λέξεις.
Το καλοκαίρι του 1950 ήταν μια καλή χρονιά και για τους δύο. Όχι μόνο γιατί τα ψάρια ήτανε μπόλικα, αλλά γιατί και οι δυο τους είχαν καινούργιο τσούρμο, από έναν καινούριο βοηθό στα σκαριά τους, το γιο τους. Την αρχή  έκανε ο Ιμπραϊμ. Τον μικρό του τον έλεγε Σελίμ. Δε θα ήτανε πάνω από δέκα χρονώ , βία έντεκα...Μόλις τελείωναν το τράβηγμα των διχτυών τεντωνόταν ο Σελίμ στην κουπαστή της βάρκας για ν` αποδιώξει από πάνω του την κούραση . Έτριζε τα πιασμένα του κόκαλα από τη σκληρή δουλειά, σκούπιζε τον ιδρώτα του και ρούφαγε τον καθαρό αέρα. Μια φωνή έβγαινε ύστερα από τα στήθη του, σαν το γλαροπούλι που μιλάει στους όμοιούς του, προς την απέναντι βάρκα. « Παντελή , πώς πήγε σήμερα;»
Κι από το άλλο σκαρί πεταγόταν ο γιος του Ηλία, ο Παντελής. Κι αυτός σαν τον Σελίμ , γύρω στα δέκα με δώδεκα, το κορμί λευκό , τα μαλλιά καστανά, μεγάλα κι ολόμαυρα τα μάτια...
Καλημέρα, αδερφέ ! Δόξα να `χει ο Αλλάχ σας», έλεγε κάθε πρωί ο Παντελής στον Σελίμ, όταν συναντιόνταν στο ψάρεμα. «Κι ο  δικό σας ο Θεός το ίδιο», ανταπαντούσε ο Σελίμ. Πάντα με τις ίδιες κουβέντες χαιρετιόνταν και το μεσημέρι , λες κι ήταν οι πατεράδες τους σε παλιότερες μέρες. Έτσι απλά είχαν γνωριστεί τα δύο παιδιά, το Τουρκόπουλο και το Ελληνόπουλο. Στην αρχή δεν καταλάβαιναν καλά ο ένας τον άλλον. Λίγες λέξεις, σκόρπιες, ό,τι είχαν μάθει από τους πατεράδες τους. Μα όσο πέρναγε ο καιρός, το ένα παιδί μάθαινε στο άλλο και κάτι παραπάνω, κι έτσι τα λέγανε όλο και καλύτερα. Κι όσο ξεθάρρευαν , κι όσο περνούσανε τα χρόνια, μόλις τελείωναν το ψάρεμα κι οι γονιοί τους ασχολούνταν με τα δίχτυα, μετά το ψάρεμα, αυτοί έβρισκαν την ώρα για βουτιές στη θάλασσα. Αυτά τα μακροβούτια ήταν η αμοιβή τους για τον κόπο της ημέρας. Κι η γαλάζια απλωσιά τούς άνοιγε τα σωθικά της, τους δεχόταν και τους αποκάλυπτε τα μυστικά και τους θησαυρούς της. Μα περισσότερο από όλα τα δυο παιδιά ευχαριστιούνταν το ότι τους ένωνε μέσα της για λίγες στιγμές.
Κάθε μέρα, για λίγα λεπτά οι δυο φίλοι χάνονταν μακριά από τα βλέμματα των ανθρώπων. Ακόμα κι απ` αυτούς τους πατεράδες τους που ποτέ δεν είχαν ανταλλάξει μια χειραψία, παρά τα τόσα χρόνια που συναντιόνταν μέσα από τις βάρκες τους. Όμως ο Σελίμ κι ο Παντελής ήτανε άλλο πράμα. Πραγματικοί φίλοι. Και πιο πολύ το νιώθανε τις ώρες εκείνες που βουτούσαν στον βυθό κοντά στα Ίμια. Εκεί ανοιγόταν μπροστά τους ένας καινούργιος κόσμος. Διαφορετικός από τον απάνω όπου ζούσαν «τα θεριά με τα δύο πόδια και το ένα κεφάλι», όπως είπε κάποια μέρα ο Παντελής στον Σελίμ. Εδώ οι κάτοικοι αυτού του τόπου ήτανε ειρηνικοί, δεν ξέρανε πολέμους, σφαγές, λεηλασίες. Κι ανάμεσά τους έρχονταν και τα δυο παιδιά για λίγην ώρα, όσο κρατούσε η ανάσα τους...

( Από τη συνάντηση των δυο οικογενειών ,του Ιμπραϊμ και του Ηλία, στο σπίτι του Ηλία στο νησί , στην Κάλυμνο)

... Μεσημέριασε, κι έτσι όλοι κάθισαν στο τραπέζι. Ήρθαν σε αμηχανία. Αν και δεν ήταν από τους φανατικά θρησκευόμενους, όμως τηρούσαν κάποια συγκεκριμένα έθιμα, όπως την καθιερωμένη προσευχή πριν από το φαγητό. Οι γυναίκες πιο πρακτικές, είχαν συζητήσει το ζήτημα όση ώρα έκαναν τις ετοιμασίες. Αποφάσισαν να κάνουν οι άντρες τους δυο προσευχές, μια στα τούρκικα για τους φιλοξενούμενους και μια στα ελληνικά για τους χριστιανούς. Αλλά οι δυο μικροί φίλοι τους πρόλαβαν. Πρώτος πετάχτηκε ο Παντελής κι αμέσως είπε μια σύντομη τουρκική προσευχή, που είχε μαθημένη από τον Σελίμ. Οι μεγάλο σάστισαν, αλλά μάλλον ευχαριστήθηκαν, γιατί υποψιάστηκαν τη συνέχεια. Δε διαψεύστηκαν , γιατί μόλις τελείωσε ο Παντελής, σηκώθηκε ο Σελίμ και, όπως αναμενόταν , είπε μια σύντομη ελληνική προσευχή, που του την είχε μάθει ο φίλος του. Οι μεγάλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και χαμογέλασαν. Το γεγονός τούς εξέπληξε όλους ευχάριστα κι απέδειξε ακόμα μια φορά πόσο κοντά είχαν έρθει τα παιδιά τους.
Οι δυο νεαροί φίλοι ένωσαν τα χέρια τους κάτω από το τραπέζι , ευχαριστημένοι που οι δικοί τους αποδέχτηκαν αυτή την πρωτοβουλία τους. Ήταν μια πρόοδος για τις δυο οικογένειες, και οι δυο τους είχαν συμβάλει σ` αυτό. Τα συναισθήματα ήταν έντονα, ιδιαίτερα για τους μεγάλους που συναντιόνταν κάτω από αυτές τις συνθήκες για πρώτη φορά. Ο Παντελής και ο Σελίμ τούς είχαν δώσει ένα σύντομο, αλλά πολύ καλό μάθημα. Και φαίνεται ότι οι μεγάλοι το κατάλαβαν καλά. Εκείνη τη στιγμή, που για πρώτη τους φορά ήταν όλοι μαζεμένοι γύρω από το ίδιο τραπέζι, ιδίως τότε κατανόησαν πόσο βαθιά ήταν ριζωμένη η φιλία ανάμεσα στα παιδιά τους. Τότε κοιτάχτηκαν κατάματα, Έλληνες και Τούρκοι, και κατάλαβαν πως η φιλία όσο απαραίτητη μεταξύ των ανθρώπων άλλο τόσο απαραίτητη ήταν κι ανάμεσα στους δυο λαούς

"ΙΜΑΡΕΤ". ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΛΠΟΥΖΟΥ

ΙΜΑΡΕΤ” , Στη σκιά του ρολογιού.




Ένεκα των στενότατων κοινωνικών σχέσεων αίτινες ανεπτύχθησαν μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών, ούτοι είχον αποβάλει το ύφος του κατακτητού, όπερ συνήθως διακρίνει την κρατούσαν φυλήν”

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ
ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Η  στρατιωτική κατάληψις Άρτης (1882)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

...Περί τις εξίμισι χιλιάδες ψυχές. Κάθε φυλή κι ένας ξεχωριστός κόσμος, με τους δικούς του κώδικες και κανόνες. Με αντιθέσεις, διαμάχες, έχθρες, διαφωνίες αλλά κι εκείνα τα στοιχεία που αναμφίβολα επιτρέπουν τη συνύπαρξη. Μπλέκονταν οι κόσμοι, έσμιγαν, όμως την ίδια στιγμή το μικρό ή το μεγάλο γεγονός σ’ έφερνε αντιμέτωπο με την ταυτότητα του «άλλου»...

Του Λιόντου
... Αυτή ήταν η Αγνή και ήμουν υπερήφανος που ήμουν γιος της. Όμως εγώ ευτύχησα να έχω και δεύτερη μάνα. Με το που γεννήθηκα, κόπηκε το γάλα της μητέρας μου, και σαν με πρωτοβύζαξε η Σαφιγιέ ( η μητέρα του Νετζίπ )δε δεχόμουν άλλη. Βρήκαν παραμάνες ένα σωρό. Έσφιγγα το στόμα και δε δεχόμουν άλλο βυζί εκτός της Σαφιγιέ. Την ανά ( μάνα ) Σαφιγιέ , όπως τη φώναζα αργότερα. Εκείνη δεν είχε αντίρρηση να με θηλάζει, αν και χρειάστηκε να έρθει σε σύγκρουση με τους ομοφύλούς της και να υποστεί την κριτική τους. Ο αντίλογός της όμως ήταν ισχυρός: “ Ο Λιόντος Θερσίτης έσωσε τον άντρα μου από τη συμμορία του Μπασούτα και ανταποδίδω το καλό στο παιδί του”...
...Μέχρι το Σεπτέμβρη του 1860 την εικόνα του “άλλου” στη φιλία μου με τον Νετζίπ χαρακτήριζαν οι μη κοινές θρησκευτικές εκδηλώσεις. Κάθε Παρασκευή εκείνος με τα αδέλφια του, τον πατέρα του και τον παππού Ισμαήλ πήγαιναν στο τζαμί του Σουλτάν Μπαγιαζίτ έξω από το κάστρο, ενώ εγώ με τη μητέρα μου , κάθε Κυριακή πότε στην Αγία Θεοδώρα και πότε στον Άγιο Νικόλαο. Ο τρόπος και η συχνότητα της προσευχής των μωαμεθανών ( πεντάκις ημερησίως ) μη εξαιρουμένου του Νετζίπ, φανέρωνε πως ανήκουμε σε ξεχωριστούς κόσμους. Επίσης ό,τι είχε να κάνει γενικότερα με τη λατρεία και την πίστη: γιορτές, έθιμα, νηστείες, και το τελετουργικό των εκκλησιών και των μουσουλμανικών τεμενών. Πέραν αυτών, διαφορετικό τόνο έδινε η ενδυμασία και οι λιγοστές τούρκικες λέξεις που χρησιμοποιούσαν, αν και πολλές τις είχαμε εντάξει και στο δικό μας λεξιλόγιο. Οι μωαμεθανοί ακόμα και μεταξύ τους μιλούσαν ελληνικά. Την τουρκική γλώσσα και την αραβική γραφή γνώριζαν μόνο οι κρατικοί υπάλληλοι, οι ιμάμηδες και ελάχιστοι σπουδαγμένοι, ενώ σ`αυτή γράφονταν οι δικαστικές αποφάσεις και τα δημόσια έγγραφα. Η εικόνα του “άλλου” δεν κατάφερε να γίνει εμπόδιο στη φιλία μας ούτε όταν ήρθε ο καιρός του σχολείου και πρόβαλε πολύ πιο καθαρά και έντονα στη σκέψη μας. Τότε που οι δρόμοι μας χώριζαν κάθε πρωί και ξανάσμιγαν για πολύ λιγότερο χρόνο αργά το απόγευμα...

Του Νετζίπ
... Η απόφαση του Λιόντου και της μητέρας του να πουλήσουν το σπίτι με αναστάτωσε. Αυτό το σπίτι το θεωρούσα μέρος της ζωής μου. Ήταν και δικό μου σπίτι. Μπαινόβγαινα απ` τη μέρα που γεννήθηκα και περνούσαμε ώρες ατελείωτες με τον Λιόντο παίζοντας , διαβάζοντας ή συζητώντας. Το`χα συνδέσει με επισκέψεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες στιγμές, ήταν το σπίτι του φίλου και αδελφού μου. Ένιωθα σαν να πουλούσαμε το δικό μου σπίτι...
 ...Είχε το χάρισμα της αφήγησης ο παππούς Ισμαήλ, έτσι που και οι πιο απλές ιστορίες να μεγεθύνονται στη σκέψη μας και ν΄ αποκτούν άλλη διάσταση...
... Σαν μ’ ακούν οι μουσουλμάνοι, πικραίνονται και με κακίζουν. Σαν  μ` ακούν οι χριστιανοί, το ίδιο. Γιατί λέω αλήθειες. Και συνήθως στη ζωή είσαι ή με τον έναν, ή με τον άλλο. Να λες τα πράγματα με το όνομά τους δεν αρέσει σε κανέναν...

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το 30ο κεφάλαιο το οποίο αναφέρεται στο θάνατο του παππού Ισμαήλ και στην αναχώρηση της οικογένειας του Νετζίπ από την Άρτα το 1882.

Του Νετζίπ
... Το ρολόι του κάστρου σήμαινε την πρώτη ώρα όταν το πρωί της Δευτέρας ξεκινούσαμε για την Πρέβεζα με άλογα και άμαξες. Τα βαριά έπιπλα τα πούλησα μαζί με το σπίτι και μεταφέραμε τα πλέον απαραίτητα. Κίνηση , φωνές, χλιμιντρίσματα αλόγων και ποδοβολητά σαν σε γάμο. Ένας γάμος αλλιώτικος με δάκρυα και κλάματα. Χωρίς όργανα, γαμπρό και νύφη. Η μάνα μου αγκαλιάστηκε με τη θεία Αγνή και δεν έλεγαν να χωρίσουν. Η Χουλγιά κρατούσε στην αγκαλιά της τον Τζαφέρ κι ο Μουράτ με τη Ραϊσέ έστεκαν πλάι της με τα μάτια τους ολάνοιχτα και απορημένα.
Η θεία Αγνή χάρισε στη μητέρα μου ένα κέντημα με το γεφύρι της Άρτας κι εκείνη της έδωσε ένα άλλο που απεικόνιζε τα δυο σπίτια και δεξιά κι αριστερά όλα τα ονόματα των δυο οικογενειών τα οποία μ` είχε βάλει να γράψω καθαρά στο χαρτί και τα κέντησε βλέποντάς τα.
Ο Λιόντος μού δώρισε ένα δίκοπο μαχαίρι, όπου στην κάθε του πλευρά χάραξε τα ονόματά μας, κι εγώ του ζήτησα να κρατήσει τον Ίναχο.
«Το δώρο δε δωρίζεται»  μου είπε.
«Δε μου πάει η καρδιά να τον πουλήσω» του απάντησα.
Οι αγωγιάτες τράβηξαν μπροστά και πίσω οι άμαξες. Με τη Χουλγιά, τη μάνα μου και τα παιδιά μπήκαμε στο παετόνι. Ο Λιόντος καβάλησε τον Ίναχο κι ακολουθούσε.
Στο νεκροταφείο των μουσουλμάνων σταματήσαμε για λίγο. Ο παππούς Ισμαήλ , η γιαγιά Σελμά, ο πατέρας μου ο Γιασάρ και η Νιλγκιούν θα έμεναν για πάντα στα χώματα όπου γεννήθηκαν, έζησαν και πέθαναν. Και ποιος ξέρει, ίσως μια μέρα οι Ρωμιοί να έκαναν χωράφια το μέρος ή να έκτιζαν σπίτια και καταστήματα πάνω στα μνήματα. Ίσως οι επόμενες γενιές να μη γνώριζαν καν ότι εκεί υπήρχε νεκροταφείο.
Το Τεκέ τζαμί έρημο. Τέτοια ώρα ο μουεζίνης θα διάβαζε την πρωινή προσευχή. Αντί αυτού, ένα σμήνος κουρούνες πέταξαν από την κορυφή του μιναρέ και κάθισαν στον τρούλο της Παρηγορήτριας.
Τραβήξαμε κατά τη γέφυρα. Μετά τον Μπαϊκούση πρωτοάνθιζαν στα δεξιά μας οι πορτοκαλιές και οι λεμονιές και πολλά αγριολούλουδα. Ευωδιαστός, όπως πάντοτε ο Απρίλιος κι η μέρα ηλιόλουστη και ζεστή.
Στην ανατολική όχθη περιπολούσαν οι Έλληνες στρατιώτες και μερικοί κάτοικοι περνούσαν τη σιδερένια πόρτα για να πάνε στο Μαχαλά ή στα κτήματά τους στον κάμπο. Απ` την απέναντι όχθη έφθαναν οι φωνές των οθωμανικών στρατιωτών καθώς άλλαζαν βάρδιες οι σκοποί. Ανάμεσά τους η θρυλική γέφυρα, σύνορο τόπων και ψυχών.
Ο Λιόντος ξεπέζεψε. Κατέβηκα απ` το παετόνι και τον αγκάλιασα.
«Μέχρι εδώ ήταν , φίλε...»του είπα. «Μια μέρα εγώ θα διηγούμαι στα εγγόνια μου για την Άρτα και τον  Λιόντο κι εσύ για τον Νετζίπ».
«Βουνό με βουνό δεν ανταμώνεται» είπε και τα μάτια του βούρκωσαν.
«Νταγ νταγά καβεσμάζ, αντάμ ανταμά καβουσούρ»επανέλαβα στα οθωμανικά, προσθέτοντας ότι « άνθρωπος όμως με άνθρωπο ανταμώνεται», όπως ήταν ολόκληρη η μουσουλμανική παροιμία.
«Ντελή ντολέ!» είπε προσπαθώντας να σπάσει τη θλίψη μας.
«Ντελή ντολέ!» αποκρίθηκα και μπήκα στο παετόνι.
Διασχίσαμε τη γέφυρα. Κάτω ο Άραχθος κυλούσε τα μανιασμένα αλλά καθαρά νερά του. Απ` την απέναντι όχθη έριξα μια τελευταία ματιά προς την Άρτα. Ξεχώριζαν το ρολόι, το κάστρο, τα καμπαναριά, οι μυτερές κορυφές των μιναρέδων, η Παρηγορήτρια, τα μαύρα κυπαρίσσια, οι κεραμοσκεπές των σπιτιών και ψηλά στο ολόγυμνο από δέντρα Πετροβούνι δέσποζε ο στρατώνας με τους τέσσερις πύργους του, όπου πλέον φιλοξενούνταν Έλληνες στρατιώτες.
Έφευγα κι η ψυχή μου έμενε πίσω. Στους λιθόστρωτους στενούς δρόμους με τη λευκή πέτρα, στα πεπαλαιωμένα σπίτια, στους κήπους με τ` αρώματα των λουλουδιών και των πορτοκαλεόδεντρων , στους ράθυμους κατοίκους και σε ό,τι έζησα επί είκοσι οκτώ χρόνια. Έμενε η ψυχή μου στην Άρτα, την οποία οι ξένοι επισκέπτες την ονόμαζαν «τουρκόπολη» και πια δεν είχε απομείνει κανένας μουσουλμάνος , αν εξαιρέσει κανείς τη Σαλιχά , κι αυτή βαφτισμένη χριστιανή.
Στην Πρέβεζα πήραμε το μεγάλο ατμόπλοιο που ερχόταν από τη Μασσαλία και συνέχιζε προς Κωνσταντινούπολη. Από το κατάστρωμα έριξα το βλέμμα μου κατά την Άρτα. Δε φαινόταν πουθενά. Μόνο τα επιβλητικά Τζουμέρκα όρθωναν το ανάστημά τους, σαν να βαστούσαν τον ουρανό. Πλέαμε κοντά στη Λευκάδα κι ακόμη φαίνονταν στο βάθος του ορίζοντα. Μόνο όταν μπήκαν ανάμεσά μας τα βουνά της Λευκάδας χάθηκαν από το βλέμμα μου, κι από κείνη τη στιγμή όλα αφέθηκαν στα μάτια της ψυχής. Όλα έγιναν εικόνες του νου, ανάμνηση, νοσταλγία και κόμπος στο λαιμό.

Με την είσοδό μας στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης ύστερα από επτά ημέρες ταξίδι, η Χουλγιά κόλλησε επάνω μου τρομαγμένη. Τριγύρω εκατοντάδες πλοία, ιστιοφόρα, ατμόπλοια, μπρίκια, γαλέρες, ποστάλια, ταρτάνες, και πίσω η τεράστια πόλη με τα τετρακόσια εβδομήντα τζαμιά και τους μιναρέδες να εξέχουν στους επτά λόφους.
«Πού ήρθαμε Νετζίπ; Πού είναι η πόλη μας;» ψιθύρισε.
«Αυτή είναι πια η πόλη μας» απάντησα και μέσα μου παρακαλούσα να είναι όλα ένα κακό όνειρο.
Ν` ανοίξω ξαφνικά τα μάτια και να βρεθώ στην Άρτα, στο σπίτι μου, στην αυλή μου.

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

"ΙΜΑΡΕΤ", ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΛΠΟΥΖΟΥ

ΑΠΟ ΤΟ BLOG "ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ, ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΦΡΑΣΗ"
Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα των τελευταίων μηνών και το βιβλιοπωλείο μας σας παρουσιάζει τις βασικές του πτυχές, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας μας παρέδωσε ανταποκρινόμενος σε σχετικό αίτημά μας, μαζί με τις φωτογραφίες από την προσωπική του συλλογή.
Το «Ιμαρέτ», αποτελεί κατά τη γνώμη μου, μια κατάθεση στην διατήρηση και λειτουργία της συλλογικής μνήμης. Πολύτιμη ή όχι θα το κρίνουν οι αναγνώστες. Μιας μνήμης, που χωρίς να αποστασιοποιείται εντελώς από αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε επίσημη καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, καταδύεται στα μύχια της ανθρώπινης ψυχής, αφουγκράζεται τον παλμό των ιστορικών περιπετειών έτσι όπως βιώθηκαν από απλούς καθημερινούς ανθρώπους, συγκινεί αγγίζοντας μνημεία-σύμβολα μιας άλλης εποχής μακρινής, μα όχι ανοίκειας με τη δική μας και φιλοσοφεί, τελικά, πάνω στο πέρασμα του «πανδαμάτορος» χρόνου.
Πρόκειται για ένα βιβλίο που επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις. Καταρχήν παρακολουθούμε την τοπιογραφία μιας περιοχής της περιφέρειας, της Άρτας, η οποία μακριά από τα γνωστά κέντρα των εξελίξεων ακολουθεί τη δική της ιδιόμορφη και ιδιαίτερη ιστορική πορεία μέσα σε χρόνια κρίσιμα, χρόνια μεταβολών και ανακατατάξεων εθνικών, κοινωνικών και πολιτιστικών.
Ο 19ος αιώνας διανύει το δεύτερο μισό του, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συρρικνώνεται, ενώ ήδη με το Τανζιμάτ του 1839 και το Χατιχουμαγιούν του 1856 (Σουλτανικά φιρμάνια) έχουν γίνει σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση της ισονομίας των πολιτών και της παροχής ελευθεριών στους ραγιάδες, με αποτέλεσμα να ανθεί ο ελληνισμός στη Σμύρνη, στην Κων/πολη και αλλού, αν και οι αλλαγές καθυστερούν να φθάσουν στην περιφέρεια ή εφαρμόζονται κατά το δοκούν των τοπικών αρχόντων. Συνάμα το Ελληνικό κράτος επεκτείνεται (μέχρι το 1881 τα σύνορα είναι στη γραμμή Παγασητικού και Αμβρακικού κόλπου) και επιχειρεί να οργανωθεί, ενώ γενικότερα οι κοινωνικές δομές αναδιαρθρώνονται και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η θρησκευτική και πολιτιστική συνείδηση που μέχρι τότε ένωνε ή διαχώριζε τους λαούς μετατρέπεται σταδιακά σε εθνική.
Παράλληλα, μέσα από το βιβλίο, αναβιώνει όλη η ανθρωπογεωγραφία της περιοχής της Άρτας. Μύθοι, θρύλοι και παραδόσεις, μουσικές και γλέντια, γεύσεις, μυρωδιές και αρώματα ξετυλίγονται στις σελίδες του. Το Ρωμιοπάζαρο και το Τουρκοπάζαρο, οι εβραϊκές συνοικίες, τα χωριά των κολίγων, ο τρόπος είσπραξης του ίμορου (το μέρος δηλαδή της σοδειάς που λάβαιναν οι τσιφλικάδες), η είσπραξη των φόρων μέσω υπενοικιαστών, το προδρομικό αγροτικό κίνημα, τα σχολεία των Ελλήνων (η Αλληλοδιδακτική σχολή και το Ελληνικό Σχολείο), τα σχολεία των Τούρκων ή καλύτερα των Οθωμανών αφού να πεις κάποιον τότε Τούρκο ήταν βρισιά (το Μεχτέπ-δημοτικό και το Ρουστιέ-γυμνάσιο) και το σχολείο των Εβραίων (το Μιζρά). Συνάμα οι μεγάλες θρησκευτικές γιορτές χριστιανών και μουσουλμάνων και τα κοινά χαρακτηριστικά των δύο θρησκειών όπως η Παλαιά Διαθήκη η οποία είναι σχεδόν ταυτόσημη, αλλά και σημεία της Καινής Διαθήκης που αναφέρονται στο Κοράνι, οι συναγωγές, τα τζαμιά και οι εκκλησίες με, ή χωρίς καμπάνες όπου το απαγόρευε η Οθωμανική Διοίκηση. Κι ακόμη, η μυθολογία και οι δοξασίες, τα αρχοντικά και τα χαμόσπιτα, τα χαμάμ, οι καφενέδες, οι χοροεσπερίδες της καθόλου ευκαταφρόνητης αριθμητικά αστικής τάξης της πόλης, οι ανταγωνισμοί και οι συγκρούσεις των Ελλήνων και των Εβραίων εμπόρων, τα πορνεία και το «καφέ Αμάν», οι ληστές στα βουνά και στον κάμπο, οι μπαντίδος (μάγκες της εποχής), το λαθρεμπόριο, παραδοσιακά παιχνίδια (όπως ο πετροπόλεμος μεταξύ Ελληνόπουλων και Τουρκόπουλων), θάνατοι και γάμοι και των τριών φυλών, ο Τούρκικος Καραγκιόζης (που ήταν πολύ διαφορετικός από αυτόν του μετέπειτα Ελληνικού θεάτρου σκιών), οι απόκριες που αξίζει να σημειωθεί ότι περιλήφθηκαν ανάμεσα στους 4 όρους της συνθήκης υποταγής της Άρτας στους Οθωμανούς το 1449, (να ντύνονται δηλαδή προσωπίδες και να διασκεδάζουν ελεύθερα, καταδεικνύοντας έτσι μια τόσο διαφορετική αντίληψη για τη ζωή σε σχέση με τη σημερινή), οι σχέσεις εκκλησίας με την Οθωμανική Διοίκηση, αλλά και με τον λαό, σχέσεις στις οποίες εντάσσονται και οι αφορισμοί (αυτό το σκληρότατο μέτρο που έθετε σε πλήρη απομόνωση τον τιμωρούμενο πέραν από τις φοβερές κατάρες που τον συνέθλιβαν συναισθηματικά). Επιπλέον συνήθειες, παροιμίες, έθιμα και τόσα άλλα, τα οποία συνενώνονται σε ένα πολύχρωμο λαογραφικό μωσαϊκό που επιτρέπει την είσοδό του αναγνώστη σε έναν άλλο κόσμο, που με τα μέτρα της ορθολογιστικής και πρακτικής εποχής μας, φαντάζει σχεδόν μαγικός. Στην ουσία δηλαδή, το Ιμαρέτ είναι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα με φόντο την ιστορία.
Η έρευνά μου (σχεδόν 400 τόμοι, οι επισκέψεις μου σε δεκάδες βιβλιοθήκες και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους καθώς και η μελέτη των αρχείων των υποπροξενείων της Ρωσίας και της Ελλάδας που λειτουργούσαν τότε στην Άρτα και των εφημερίδων και περιοδικών της εποχής αλλά και σε όσα κατέγραφαν αργότερα τις αναμνήσεις τους όσοι έζησαν την επίμαχη περίοδο) θεωρώ ότι με βοήθησαν να γνωρίσω σε βάθος την ιστορία, το κοινωνικό πρόσωπο και τη λαογραφία της περιοχής ώστε να στήσω ένα μυθιστόρημα με συνεχώς ανανεούμενο σκηνικό, μέσα στο οποίο λαμβάνουν χώρα τα έργα και τα πάθη των ηρώων του. Βέβαια κάθε στοιχείο υπηρετεί τη μυθοπλασία, ενώ θεωρώ ότι όλα είναι απαραίτητα ώστε ο αναγνώστης να γνωρίσει αφενός την εποχή (από τις φορεσιές, τα κτίρια, τους δρόμους, τη διασκέδαση και τις ιδιαιτερότητες κάθε φυλής), αλλά και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων ώστε τους κρίνει με βάση τα μέτρα και τα σταθμά των καιρών εκείνων και όχι με τα σύγχρονα δεδομένα.
Φυσικά, βασικό χαρακτηριστικό κάθε μυθοπλασίας είναι να αφηγηθεί μια ιστορία, ολοκληρωμένη με αρχή και τέλος, να δεσμεύσει τον αναγνώστη, διατηρώντας το ενδιαφέρον του αμείωτο και επαυξάνοντας σελίδα προς σελίδα την προσοχή του. Να τον ταξιδέψει δηλαδή στην ονειρική πολιτεία του λόγου και της φαντασίας, Κι αυτό ακριβώς πιστεύω ότι κάνει το «Ιμαρέτ» τουλάχιστον στο πρώτο επίπεδο ανάγνωσης.
Ξεκινώντας από το πρώτο κεφάλαιο ο αφηγητής διηγείται ένα φόνο, τα κίνητρα του οποίου, καθώς και ο ένοχος θα μείνουν ανεξιχνίαστα για πολλά χρόνια. Στη συνέχεια, η σκυτάλη της αφήγησης παραδίδεται στο Λιόντο Θερσίτη και στον ομογάλακτό του Οθωμανό Νετζίπ που αναθυμούνται, σχολιάζουν κι ερμηνεύουν καταστάσεις και γεγονότα, ο καθένας από τη δική του σκοπιά σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Διηγούνται όσα έζησαν σε ήρεμους χρόνους, αλλά και σε καιρούς εντάσεων και στον απόηχο των πολεμικών γεγονότων, αφού την περίοδο αυτή έχουμε 3 επαναστάσεις στην Άρτα και την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, το 1854, το 1866 και το 1878. Στις αφηγήσεις τους τα παιδικά παιχνίδια και οι δοκιμασίες, οι σκανδαλιές και οι παιγνιώδεις φάρσες στον δια βίου ορκισμένο εχθρό τους τον Φάσγανο, η φιλία τους με τους δίδυμους Εβραίους Γιοσέφ και Μεναχέμ, η ενηλικίωση, η πρώτη ομαδική επίσκεψη των τεσσάρων στο πορνείο της Δέσπως, ο έρωτας (που και για τους δύο φίλους θα έχει απρόσμενη εξέλιξη). Η καθημερινότητα εν τέλει και ο χρόνος που περνά αδιάφορος για τις μικρές ανθρώπινες καταστροφές ή ευτυχίες. Πλήθος ανθρώπινοι χαρακτήρες παρελαύνουν μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος. Πρωταγωνιστές (όλοι τους μυθοπλαστικά πρόσωπα), δευτεραγωνιστές αλλά και κομπάρσοι (πραγματικά κυρίως πρόσωπα της εποχής όπως ο τσιφλικάς Καραπάνος που κατέχει το 75% της καλλιεργήσιμης ή ο βασιλιάς Γεώργιος ή οι άρχοντες του τόπου Οθωμανοί και Έλληνες και Εβραίοι κ.λ.π.).
Ας αναφέρω εδώ, πέρα από τα δύο βασικά πρόσωπα, το Λιόντο και τον Νετζίπ, τις μορφές των δύο μανάδων, της ελληνίδας Αγνής και της αλλόδοξης ανά Σαφιγιέ (ανά στα τούρκικα σημαίνει μάνα) που το μητρικό τους φίλτρο υπερίσχυσε κάθε εθνικιστικού ή θρησκευτικού φανατισμού. Επίσης τη σαγηνευτική Καλίλα, (που γυρίζει με την ομάδα του Αιγυπτίου Μααρούφ σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία χορεύοντας και δίνοντας παραστάσεις στα Καφέ Αμάν) σειρήνα του πάθους και της αυτοκαταστροφής, αιώνια ενσάρκωση του ερωτικού πόθου, της γυναικείας δύναμης και της ανδρικής αδυναμίας. Κι ακόμη τον Μπεχζάτ (αδελφό του Νετζίπ), το πρότυπο του ελεύθερου ανθρώπου της δημιουργικής έκφρασης, που υπερβαίνει τα περιοριστικά κι ασφυκτικά πλαίσια της κοινωνίας και της εποχής, όπως και την Αγγελινή η οποία διαρρηγνύει τις διαχωριστικές γραμμές της γαμήλιας ένωσης ατόμων μεταξύ των δύο φυλών.
Και πάνω απ΄ όλους στέκεται ως «προεξάρχων του χορού» ο θυμόσοφος, και όχι μόνο, αφού είναι σπουδαγμένος και μελετητής ποιημάτων και βιβλίων, ο Ισμαήλ Μπέης.
Ο παππούς, που βλέπει τα εγγόνια του να μεγαλώνουν «σα ρόδα κάτω από τον ήλιο», και κάθε κουβέντα του αποτελεί απόσταγμα σοφίας, στέκεται πέρα από τα πάθη και τις μισαλλοδοξίες, ανατέμνει τη ζωή που πέρασε, εκτιμά τη ζωή που θα ‘ρθει και υπομένει τις αλλαγές με στωικότητα και γνώση.
Ποια, άραγε, είναι η γνώση της ζωής, που απέκτησε ο αιωνόβιος (και αθυρόστομος ενίοτε) Ισμαήλ μπέης; Όσο κι αν φαίνεται οξύμωρο η γνώση της ζωής ταυτίζεται με τη συνείδηση του θανάτου μας και της ασημαντότητας μας. Ο παππούς Ισμαήλ, συντηρητής του παλιότερου κρουστικού και μηχανικού ρολογιού με δίσκο σε όλη την Αυτοκρατορία (που μετρά τις οθωμανικές ώρες οι οποίες καταμερίζονται σε 12 την ημέρα και 12 τη νύχτα και αυξομειώνονται σε διάρκεια κατά εποχή του χρόνου) και παρατηρητής των αέναων κινήσεων των ουράνιων σωμάτων, ξέρει καλά σύμφωνα και με την Τούρκικη παροιμία που χρησιμοποιεί, πως: «Κάθε μάνας γέννα πεσκέσι του θανάτου».
Με άλλα λόγια, πως όλη η ύπαρξή μας είναι ένα στιγμιαίο πέρασμα μπροστά στον αδηφάγο χρόνο, μια ελαφρά ρυτίδα στη ροή του ποταμού της ανθρώπινης ιστορίας. Η διαπίστωση όμως αυτή, της ανθρώπινης ματαιότητας, τον οδηγεί και στην καταδίκη της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα πάθη σκωπτικά και με την κατανόηση που μόνο η σοφία προσδίδει, γνωρίζοντας πως ο μόνος τρόπος που καταξιώνει την ανθρώπινη ζωή είναι η συμφιλίωση με τη μοίρα και τη φυσική νομοτέλεια. Βαθύτατα ανθρωπιστής διακηρύσσει, αυτό που περικλείει συμβολικά και ο τίτλος του βιβλίου: « Ένα Ιμαρέτ είναι η γη. Το ιμαρέτ του Θεού. Κι εμείς οι φτωχοί, τα ορφανά και οι ταξιδιώτες της ζωής που μας φιλοξενεί. Μας τρέφει, ανοίγει την αγκαλιά του, μας δέχεται και μας επιτρέπει να απολαύσουμε τη ζωή. Κι εμείς θαρρούμε πως το διαφεντεύουμε......Μας άφησε ο Θεός αυτό το Ιμαρέτ να το διαχειριστούμε κι εμείς αρπάζουμε, κλέβουμε, αδικούμε, εκμεταλλευόμαστε, διεκδικούμε όλο και περισσότερα, μέχρι την ώρα που θα επιστρέψουμε το τομάρι μας εκεί που ανήκει, στο χώμα. Και θα αξίζει τότε με όσο ενός βοδιού ή ενός προβάτου, τίποτε παραπάνω.»
Το Ιμαρέτ, λοιπόν, εκτός των άλλων, αναφέρεται και στην υπερφίαλη συμπεριφορά του ανθρώπινου είδους, που λησμονώντας τη μοναδική βεβαιότητα της ζωής, το θάνατο, δηλητηριάζει την έτσι κι αλλιώς σύντομη ύπαρξή του με μικροπρεπείς συμπεριφορές, αδικίες, έχθρες και πάθη. Μελετά ακόμη, την ύβρι, με την αρχαιοελληνική έννοια της αλαζονείας, και τις αυταπάτες των ανθρώπων που νομίζουν ότι μπορούν να ελέγξουν απόλυτα το μέλλον τους και να κατευθύνουν, κατά τις προθέσεις τους, τον ρου της ζωής και της ιστορίας. Τέλος είναι μια καταδίκη της δυσαρμονίας που προκαλεί αυτή τους η συμπεριφορά και δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυσαρμονία για την ανθρώπινη ψυχή από το τυφλό μίσος. Και στο «Ιμαρέτ», οι κύριοι εκφραστές του φανατισμού, της απληστίας και του τυφλού μίσους είναι ο Φάσγανος και ο Ντογάν.
Και να σημειώσω εδώ τη συμβολική ή μεταφορική αξία των ονομάτων των ηρώων (η οποία εντάσσεται στα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης που προανέφερα), όπως αυτό της Αγνής-αγνότητα, Αναστασία-ανάσταση, Ντογάν που στα τούρκικα σημαίνει γεράκι και άλλων.
Να επισημάνω ακόμη ότι η λέξη πατρίδα δεν προσδιορίζεται τόσο με εθνικά σύμβολα (κυρίως για τους Τούρκους, αφού η ελληνική συνείδηση έχει πλέον εμπεδωθεί στον ελληνικό πληθυσμό) όσο με την έννοια των πατρογονικών εστιών που η εγκατάλειψή τους και η επακόλουθη προσφυγιά πληγώνει βαθύτατα τους Οθωμανούς, μετά την προσάρτηση της Άρτας στο ελληνικό έδαφος, όσο θα πλήγωνε και λίγα χρόνια αργότερα τις χιλιάδες Ελλήνων Μικρασιατών προσφύγων που ξεριζώθηκαν βίαια από τα εδάφη τους, το πλήθος Θρακιωτών από την Ανατολική Θράκη, το πλήθος Κυπρίων.
Ολοκληρώνοντας θα ήθελα να σημειώσω ότι το εν λόγω μυθιστόρημα θα μπορούσε να διαδραματίζεται σε οποιαδήποτε πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με πολυπολιτισμικό και πολυφυλετικό ανθρώπινο στοιχείο αντίστοιχο με αυτό της Άρτας. Η τοποθέτησή του στην Άρτα έχει να κάνει με τη συγκινησιακή φόρτιση που ο γενέθλιος τόπος ασκεί πάνω μου, ενώ η μυθοπλασία και τα νοήματά του δεν περιορίζονται από όρια του συγκεκριμένου τόπου.

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 2012-2013

  Κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 2012-2013 υλοποιήσαμε στο σχολείο μας , το 1ο Γυμνάσιο Χαλανδρίου,  το Πολιτιστικό Πρόγραμμα με τίτλο " Η ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ των ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ μετά τη ΣΥΝΘΗΚΗ της ΛΟΖΑΝΗΣ ( 1923 ). Η ΜΟΙΡΑ του ΠΡΟΣΦΥΓΑ". Στο Πρόγραμμα συμμετείχαν 30 μαθητές από τη Β΄ και τη Γ΄ Γυμνασίου . Στο τέλος του Προγράμματος τον Απρίλη του 2013 πραγματοποιήσαμε ένα τετραήμερο ταξίδι στην Τουρκία επισκεπτόμενοι τη Σμύρνη, την Πέργαμο, το Αϊβαλί, τα Μοσχονήσια, τη Φώκαια, τα Βουρλά, τα Αλάτσατα και τον Τσεσμέ  Γνωρίσαμε από κοντά τα μέρη από τα οποία ήρθαν στην Ελλάδα ομοεθνείς μας  πρόσφυγες το 1922 μετά την μικρασιατική καταστροφή σε τραγικές συνθήκες και προσπαθήσαμε να νιώσουμε τον πόνο των προσφύγων που, μετά την περίφημη συνθήκη στη Λοζάνη, προέκυψαν και από τις δύο μεριές του Αιγαίου.
  Πολύ συγκινητική ήταν η στιγμή που συναντήσαμε στα Αλάτσατα έναν Τουρκοκρητικό με καταγωγή από τα Χανιά , τον Τζαζίμ. Φιλόξενος, πρόθυμος να μας οδηγήσει στην Παναγία την Αλατσατιανή μιλώντας ελληνικά και διηγούμενος την ιστορία του, ήταν η χειροπιαστή απόδειξη των όσων είχαμε μελετήσει κατά τη διάρκεια της χρονιάς για τη μοίρα των προσφύγων,  Ελλήνων και Τούρκων. 
 Συζητήσαμε και προβληματιστήκαμε για τον εθνικισμό, το μίσος, το φανατισμό, την εμπάθεια και τα κάθε είδους  συμφέροντα που οδηγούν στους πολέμους που με τη σειρά τους φέρνουν στην επιφάνεια τα πιο άγρια και σκληρά ένστικτα των ανθρώπων.
  Επιστρέψαμε πλούσιοι σε εμπειρίες με εξαιρετικές εντυπώσεις και  όμορφες αναμνήσεις από το εκπαιδευτικό μας αυτό ταξίδι.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια σύντομη παρουσίαση του Προγράμματός μας στη σχολική κοινότητα σε αυστηρά χρονικά πλαίσια. Οι αριθμοί στο κείμενο αντιστοιχούν σε διαφάνειες του power point, συνοδευτικού του κειμένου κατά την παρουσίαση, το οποίο είναι αναρτημένο στη διεύθυνση : slideshare.net/MZaxou//ss-24131923.


ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Οκτώβριος 2012- Απρίλιος 2013
Η Ανταλλαγή των πληθυσμών μετά τη συνθήκη της Λοζάνης. Η μοίρα του πρόσφυγα.
«Να γεννιέσαι σε ένα μέρος, να γερνάς σε ένα άλλο. Και να αισθάνεσαι ξένος και στα δυο…»


                                                         
                   



 


ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ  ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ 2012-2013

 Α.

1  Στη διάρκεια του 19ου αιώνα κορυφώνεται το μεταναστευτικό ρεύμα από την κυρίως Ελλάδα προς τα παράλια της Μικράς Ασίας. 2  Η θεαματική αύξηση του πληθυσμού στην περιοχή σηματοδοτείται από την οικονομική άνοδο , την πνευματική άνθηση και την αξιόλογη κοινοτική και εκπαιδευτική οργάνωση. 3 Αϊβαλί, Μοσχονήσια, Φώκαια, Αϊδίνι, Σαλιχλί , Βουρλά, Αλάτσατα, Κορδελιό, Μπουρνόβας και σε δεσπόζουσα θέση η μυθική κοσμοπολίτικη Σμύρνη 4  με το Φραγκομαχαλά, την προκυμαία Και ,τα με μαρμάρινες προσόψεις διώροφα σπίτια των διπλωματών, τραπεζιτών και πλουσίων εμπόρων , τα κέντρα διασκέδασης, τα θέατρα, τα καφέ, τα μεγάλα ξενοδοχεία, τα υπαίθρια καταστήματα, 5  το λιμάνι που «συνωθούνταν η Δύση και η Ανατολή», 6  τα σπουδαία εκπαιδευτήρια, 7  τις λέσχες, το γραφικό ανατολίτικο Τουρκομαχαλά στο Καντιφέ Καλέ, 8  η Σμύρνη των Ελλήνων, των Εβραίων, των Αρμενίων, των Τούρκων και των Ευρωπαίων.
Ως αντίδραση στις κεντρόφυγες τάσεις που συνεχώς ενισχύονται εμφανίζεται το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα το οποίο επιδιώκει τη δημιουργία ενός αμιγώς τουρκικού κράτους στο οποίο δε θα υπάρχουν μειονότητες. 9  
Μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων ο καθορισμός των συνόρων και η υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου ( 1913 ) έχουν  ως αποτέλεσμα την εθνολογική ανακατάταξη των βαλκανικών λαών και τη δημιουργία του προσφυγικού ζητήματος. Κατά την περίοδο 1912-1914 μετακινούνται ανάμεσα στα βαλκανικά κράτη και τη Μικρά Ασία περίπου 890.000 άτομα. Από την Ελλάδα μετακινούνται προς τη Μικρά Ασία 115.000 Μουσουλμάνοι, ενώ στη Μακεδονία έρχονται περίπου 120.000 Έλληνες από τη Θράκη και τη Μικρά Ασία.
Η ελληνική κυβέρνηση αποφασίζει να διαπραγματευτεί με την τουρκική την ανταλλαγή των Ελλήνων ορθοδόξων της Τουρκίας και των Μουσουλμάνων της Ελλάδας υπογράφοντας σχετική συμφωνία. Όμως το ξέσπασμα του Α Παγκοσμίου Πολέμου ματαιώνει την ανταλλαγή.
Μέχρι το 1920 η Ελλάδα έχει δεχθεί και νέο κύμα προσφύγων από τον Πόντο, τον Καύκασο και την εμφυλιοκρατούμενη Ρωσία. Δυο χρόνια αργότερα η τραγική εξέλιξη του μικρασιατικού πολέμου και η εθνική συμφορά του 1922 έχει ως συνέπεια το ξερίζωμα του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και την επίταση  του προσφυγικού προβλήματος. 10
Το Νοέμβριο του 1922 αρχίζουν στη Λοζάνη της Ελβετίας διαπραγματεύσεις για τη σύναψη ειρήνης με την Τουρκία. Την ηγεσία της ελληνικής αντιπροσωπείας αναλαμβάνει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ενώ επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας  είναι ο Ισμέτ Ινονού. 11  Συνολικά υπογράφονται πέντε συμβάσεις. Η ανταλλαγή των πληθυσμών αποτελεί το πιο λεπτό ζήτημα από όσα συζητιούνται στη Λοζάνη. Στις 24 Ιουλίου 1923 αποφασίζεται η από την 1η Μαϊου του 1923 η υποχρεωτική ανταλλαγή Τούρκων υπηκόων του ελληνικού ορθοδόξου δόγματος και Ελλήνων υπηκόων μουσουλμανικού θρησκεύματος. Εξαιρούνται οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολη ( όσοι ήταν εγκατεστημένοι πριν τις 30 Οκτωβρίου 1918 ), της Ίμβρου της Τενέδου και οι Μωαμεθανοί κάτοικοι της Δυτικής Θράκης. Στην ιστορία δεν υπάρχει πιο αλλόκοτη συνθήκη στο πλαίσιο της οποίας με κριτήρια θρησκευτικά και όχι φυλετικά καταλύοντας κάθε έννοια  ανθρώπινου δικαιώματος περίπου 3.000.000 άνθρωποι παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς . Η εφαρμογή της συνθήκης ξεκινά σε κλίμα απόλυτης αρμονίας. Όσοι πιστεύουν στην παραδοσιακή ελληνοφοβία- τουρκοφοβία  εκπλήσσονται βλέποντας Τούρκους να αποχαιρετούν γλυκά Έλληνες και το αντίθετο. Η ανταλλαγή αυτή προκαλεί συγκίνηση στους πληθυσμούς που ξενιτεύονται και σε αυτούς που μένουν πίσω.

Β.

 Η ελληνική λογοτεχνία επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 αλλά και την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923. Οι εικόνες από τις πατρίδες που εγκαταλείφθηκαν , ο πόλεμος αλλά και οι ευτυχισμένες στιγμές καθόρισαν τη θεματική του λογοτεχνικού έργου των συγγραφέων - ποιητών που αναφέρονται σ` αυτήν την περίοδο ( πολλοί από αυτούς ήρθαν από την Τουρκία ή είχαν καταγωγή από τη Μικρά Ασία ) και είναι φυσική η αναφορά τους στο θέμα της χαμένης πατρίδας και της προσφυγιάς 12 . Αναφέρουμε  ενδεικτικά τον Ηλία Βενέζη, έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της γενιάς του `30 με την τριλογία του «Αιολική Γη», «Νούμερο 31328 , «Γαλήνη». Τον Κοσμά Πολίτη με το καλύτερο από τα μυθιστορήματά του «Στου Χατζηφράγκου» που αναφέρεται σε μια λαϊκή συνοικία της Σμύρνης, 13  το Στρατή Δούκα με την εξαιρετική νουβέλα του «Η ιστορία ενός αιχμαλώτου», με φόντο την  αληθινή ιστορία ενός τουρκόφωνου Έλληνα.  14 Τον εξαίρετο Φώτη Κόντογλου στο «Αϊβαλί η πατρίδα μου» , τον πολυβραβευμένο Τάσο Αθανασιάδη με τα «Παιδιά της Νιόβης», 15 την γνωστή σε όλους Διδώ Σωτηρίου με τα «Μ,ατωμένα Χώματα»το «Μέσα στις Φλόγες» και το «Οι νεκροί περιμένουν» όπου η φρίκη του πολέμου και το δράμα της προσφυγιάς δίνουν τέλος στον παράδεισο του παρελθόντος. Τη Φιλιώ Χαϊδεμένου με το «Τρεις αιώνες μια ζωή» ,μια προσωπική ματιά στη ζωή στη Μικρά Ασία, στα Βουρλά πριν την καταστρφή, στην καταστροφή έτσι όπως την έζησε η αφηγήτρια, στον ερχομό και στην ένταξη των προσφύγων στην Ελλάδα.
Από τους νεότερους αξίζει ν` αναφέρουμε το Νίκο Θέμελη με τις «Αλήθειες των Άλλων», 16  τη «Νενέ τη Σμυρνιά» της Έλσας Χίου όπου περιγράφει το ταξίδι του Αργύρη στη Μικρά Ασία ,στα μέρη της αγαπημένης του γιαγιάς, 17  το «Νισάφι πια» του Κωστή Χατζηφωτεινού ένα «διαφορετικό eελληνοτουρκικό»  ημερολόγιο, καταγραφή της επίσκεψης του συγγραφέα στον Γέροντα, τόπο καταγωγής του πατέρα του, την τριλογία του Ευάγγελου Μαυρουδή με τίτλο « Επιστροφή στη Σμύρνη». Σημαντική θέση έχει ακόμα ο διηγηματογράφος Γιώργος Ιωάννου που ζώντας  στη Θεσσαλονίκη αφηγήθηκε με το λιτό και περιεκτικό του ύφος το δράμα των προσφύγων και της προσφυγιάς της Θεσσαλονίκης (« Στου Κεμάλ το σπίτι», «Στους προσφυγικούς καταυλισμούς» ). 18  Ο Χρήστος Μπουλώτης στο τρυφερό παραμύθι του « Το άγαλμα που κρύωνε» αναφέρει... « κι όταν το γαλάζιο πουλί πέρασε επιτέλους στην αντίπερα ακτή, στη Μικρασία, αναφώνησε το προσφυγάκι με βουρκωμένη φωνή: ‘Η πρώτη μας πατρίδα’, 19  ενώ η Άννα Κόνομος  γράφει το 2012 ένα παραμύθι με τίτλο « Υπόσχεση» για τη δύναμη της φιλίας και της μνήμης με φόντο την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.
Από την τουρκική πλευρά η λογοτεχνική παραγωγή είναι αρκετά περιορισμένη. Ο Αχμέτ Γιορουλμάζ αναφέρεται στους Τουρκοκρητικούς που εγκαταστάθηκαν στο Αϊβαλί ( «Τα παιδιά του πολέμου» «Από την Κρήτη στο Αϊβαλί» ) 20  και ο Νετζατί Τζουμαλί γεννημένος στη Φλώρινα γράφει για τους Τούρκους της Μακεδονίας ( «Κατεστραμμένα βουνά» ).

Γ.

 21 Άπειρες οι μαρτυρίες προσφύγων αλλά και των απογόνων τους καταγεγραμμένες στην «Έξοδο» του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών ή αναρτημένες στο διαδίκτυο σε διάφορα blogs όπως « Απόγονοι μικρασιατών» , «Mικρασιάτης. gr» κλπ, βιντεοσκοπημένες,  ενσωματωμένες σε ταινίες που αφορούν στους πρόσφυγες, αλλά και μέσα από τις συνεντεύξεις της Ιωάννας, της Κατερίνας και του Μιχάλη στους παππούδες και στους γονείς τους. Κοινό σημείο όλων ο πόνος, η απορία, η νοσταλγία, ο αγώνας ...
Αξίζει να σταθούμε στα λόγια της γιαγιάς Φιλιώς ( Χαϊδεμένου ) που γεννήθηκε το 1899 στα Βουρλά της Μικράς Ασίας, βίωσε τη μικρασιατική καταστροφή, αγωνίστηκε για να επιβιώσει και αφιέρωσε τη ζωή της στο να μείνει ζωντανή η Μικρά Ασία και ο ιδιαίτερος πολιτισμός της. Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 107 ετών έχοντας δει το όνειρό της για το Μουσείο Μικρασιατικού Ελληνισμού να γίνεται πραγματικότητα.

22 «… 3 Αυγούστου 1998. Ο νους μου φεύγει ξανά και πηγαίνει σε μέρη που πονάνε , σε μέρη που δε θα ξεχάσω ποτέ. Ο πόνος θα σταματήσει μόνο όταν πεθάνω. Το σώμα μου βρίσκεται εδώ, στο τώρα, αλλά το μυαλό μου συνεχίζει να τριγυρνάει στο τότε, στην αγαπημένη μου πατρίδα, που δεν ξέχασα ούτε για μια στιγμή. Η ζωή μου όλα αυτά τα χρόνια κινείται μόνη της, μηχανικά. Νομίζω ότι όλοι εμείς που διωχτήκαμε, που υποφέραμε, που ξεσπιτωθήκαμε, που αποκτήσαμε βίαια μια νέα πατρίδα, δε θα λησμονήσουμε ποτέ τον τόπο μας, τη Μικρά Ασία. Πάντα θα μας πονάει η θύμησή της, όσα κι αν περάσαμε από τότε, και πάντα το μυαλό μας θα ξαναγυρίζει σ` εκείνα τα χρόνια, στις ρίζες μας» .

…«Οσο ζω κι αναπνέω δεν θα σταματήσω ποτέ να μιλώ για όσα ζήσαμε οι Ελληνες της Σμύρνης, της Μικράς Ασίας, με τη Φωτιά, τον διωγμό, τον ξεριζωμό μας από τα άγια χώματα, την καταδίκη σε προσφυγιά… Αυτά τα μάτια ώσπου να κλείσουν, θα βλέπουν μπροστά τους τα όσα έγιναν, και δεν συμφέρουν, και το στόμα μου θα μιλά για το άδικο του Ελληνισμού και θα ζητά την επιστροφή εκεί που είδαμε το φως, που μεγαλώσαμε, προκόψαμε, για να χαθούν όλα μέσα στον καπνό και στη φωτιά»…

 Δ.

  23  Μέσα από την παρακολούθηση ταινιών ( «Προσφυγικό Ζήτημα», «Δυο φορές Ξένος», «Σινασός», «Παιδιά ήμαστε τότε... Οι Μικρασιάτες θυμούνται» ) αλλά και τη μελέτη των κειμένων - μαρτυριών των προσφύγων έγινε κατανοητό ότι οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και του Πόντου δε βρήκαν ευθύς εξ αρχής την αποδοχή και τη φιλοξενία από την πλευρά των Ελλήνων. 24  Αντιμετώπισαν τεράστιες δυσκολίες διαβίωσης και επιβίωσης, επαγγελματικής αποκατάστασης, ένταξης στην ελληνική κοινωνία. Πολύ συχνά γίνονταν αποδέκτες προκαταλήψεων ,  περιφρόνησης και υβριστικής συμπεριφοράς. 25  Το ελληνικό κράτος αποδύθηκε σε έναν αγώνα αποκατάστασης των προσφύγων με αρωγό την ΚτΕ που συνέβαλε στην ίδρυση του διεθνούς οργανισμού της ΕΑΠ ( Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων ). 26  Αχαρακτήριστη ήταν επίσης η συμπεριφορά μερίδας του ελληνικού λαού αλλά και του ίδιου του κράτους σε κάποιες περιπτώσεις όσον αφορά στο θέμα της ανταλλάξιμης περιουσίας, μέρος της οποίας έγινε αντικείμενο σφετερισμού. 27
ΟΜΩΣ ο προσφυγικός πληθυσμός, ιδιαίτερα το αστικό κομμάτι του, πρόκοψε πρώτιστα στον οικονομικό τομέα ( βιομηχανία, επιχειρήσεις, εμπόριο ). Επίσης σφράγισε την ελληνική κοινωνία με τον πολιτισμό του : ήθη, έθιμα, παραδόσεις, θρύλοι, παραμύθια, μουσική ( αμανέδες, ρεμπέτικα ), χοροί ( ζεϊμπέκικο, χασάπκο, καρσιλαμάς... ) , μουσικά όργανα ( τουμπερλέκι, κλαρίνο , ταμπουράς..) 28  . Από την άλλη μεριά η διατροφή και ο τρόπος παρασκευής των φαγητών αποτέλεσαν ένα πολιτισμικό δημιούργημα συλλογικής εμπειρίας, γνώσης και φαντασίας. Οι Μοκρασιάτες έφεραν μαζί τους μια δυναμική, χρωματισμένη και αρωματισμένη κουζίνα που στη συνάντησή της με την ελληνική είχε ως αποτέλεσμα μια ιερή πολιτιστική σύμπραξη. 29
Τέλος δε θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε δειγματοληπτικά εκπροσώπους της τέχνης και του πολιτισμού με καταγωγή από τη Μικρά Ασία. 30
Ο νομπελίστας  Γιώργος Σεφέρης, εμβληματική μορφή στο χώρο της ποίησης, ο Δημήτρης Γληνός, εκπαιδευτικός, συγγραφέας και πολιτικός, ο σπουδαίος μουσικός και συνθέτης Μανόλης Καλομοίρης, ο ζωγράφος Μίνως Αργυράκης, η δημοσιογράφος /συγγραφέας Έλλη Παππά, η ηθοποιός Κυβέλη, αλλά και ο κορυφαίος μαθηματικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, στενός συνεργάτης του Αϊνστάιν που ανέλαβε μετά από εντολή του Βενιζέλου την οργάνωση του Πανεπιστημίου της Ιωνίας στη Σμύρνη.
Η πικρία και η αγανάκτηση μπορεί να καθυστέρησαν την αφομοίωση αλλά δεν την εμπόδισαν. Το πάντρεμα του νέου που έφεραν μαζί τους οι πρόσφυγες με το παλιό, γέννησε το καινούργιο , που είναι η σύγχρονη Ελλάδα.

Ε.

31 Ο 20ος αιώνας αποκαλείται συχνά «αιώνας των εκτοπισμών». Εκτοπισμός σημαίνει ότι κάποιος αναγκάζεται , υποχρεώνεται να φύγει από τον τόπο που γεννήθηκε, εγκαταλείποντας τα πάντα, και να πάει να ζήσει σε έναν άλλο τόπο. Η κατάρρευση και ο διαμελισμός των πολυεθνικών αυτοκρατοριών της Ευρώπης μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος,  η ίδρυση των ανεξάρτητων μετα-αποικιοκρατικών κρατών στο β΄ μισό του αιώνα, η πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων κατά την τελευταία δεκαετία του αιώνα, η δημιουργία των εθνικών κρατών ήταν μια βίαιη διαδικασία που είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες άνθρωποι να εγκαταλείψουν αναγκαστικά τις εστίες τους και οι πιο πολλοί να μην επιστρέψουν ποτέ: Γερμανοί, Πολωνοί, Ινδοί, Πακιστανοί, Σομαλοί, Κύπριοι, Αρμένιοι, Παλαιστίνιοι, Σέρβοι... 32  Σε όποιο μέρος του κόσμου που έγιναν εκτοπισμοί και ανταλλαγές οι μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν αυτά τα δραματικά γεγονότα μας αποκαλύπτουν τον πόνο που ένιωσαν, τις τρομακτικές δυσκολίες που αντιμετώπισαν και την οδυνηρή εμπειρία που ο ποιητικός λόγος της Αϊσέ Λαχούρ Κιρντούντς, Τουρκάλας με καταγωγή από την Κρήτη τόσο όμορφα εκφράζει... 33


Iki kere yabancı

Gec kaldık anıları kaydetmeye
o ilk malzeme yitti gitti
ilk mübadiller götürdüler anılarını
oysa onlar hemen kaydedilmliydi
üzerinden 80 yıl geçtikten sonra
ani savaşları
her türlü manipülasyona açık
Mübadeleyle ilgili her metnin özü aynı:
Yerinde doğup yabanda kocamak
iki yerde de yabancı olmak.


Δυο φορές ξένος

Είναι αργά για μας να διατηρήσουμε τις μνήμες μας.
Η ουσία τους, η αρχική ουσία,
έχει ήδη αφανιστεί.
Εκείνοι οι πρώτοι πρόσφυγες πήραν μαζί τις αναμνήσεις τους,
αναμνήσεις που έπρεπε
να είχαν καταγραφεί χωρίς καθυστέρηση.
Έχουν περάσει ογδόντα χρόνια,
και οι αναμνήσεις παλεύουν με κάτι άλλο,
έτοιμο να παραποιηθεί.
Αλλά το επίκεντρο της διήγησης κάθε πρόσφυγα
παραμένει το ίδιο.
Να γεννιέσαι σε ένα μέρος,
να γερνάς σε ένα άλλο.
Και να αισθάνεσαι ξένος και στα δυο μέρη.


Αξίζει ακόμα να αφουγκραστούμε τον «Προσφυγικό μονόλογο της Άννας Ιωαννίδου.

Προσφυγικός μονόλογος


Ανασκαλεύω την ιστορία στον χρόνο.
Εγκλωβισμένος σε μία ζωή  που αποφάσισαν «άλλοι».
Η προσφυγιά  ένα αταίριαστο ρούχο.
Η  θύμησή μου χαραγμένη ανεξίτηλα σ’ ένα μισοτελειωμένο καμβά…
Αναρωτιέμαι.  Άφησα οριστικά τα ίχνη μου;
Φυγή χωρίς επιστροφή;

Ανίερες οι συμμαχίες των «δυνατών».
Έγινα  πιόνι, έρμαιο  στα  εξουσιαστικά παιχνίδια τους.
«Επιτεύγματα»  μίσους  κι  αιματοχυσίας
στον  Πόντο , στην Μικρά Ασία ,στην Βιθυνία
στην Καππαδοκία, στη Θράκη.

Ο  αέρας βαρύς , πένθιμος  ραπίζει σκληρά το πρόσωπό μου.
Τρέχω πανικόβλητος  σ’ ένα «ταξίδι» σωτηρίας,
«ταξίδι» εγκατάλειψης
με μια εικόνα στο χέρι μου.
Τρέμω… Πρέπει να  φυλάξω την πατρογονική  παρακαταθήκη.

Φωνές απειλητικές  κραυγάζουν στον εφιάλτη μου:
«Φύγε»! «Τώρα»!
Αμείλικτο , αιώνιο  το  δίλημμα
ένα δίλημμα  ζωής-θανάτου:
Ν’αρνηθώ να εγκαταλείψω
την μυρωμένη αγκαλιά της γενέθλιας γης μου;
Αλλά τότε θ΄ αντικρύσω
την βία, την φωτιά ,τον θάνατο.
Ή  μήπως να φύγω για μια ζωή λαθρεπιβάτη;
Σώμα, πνεύμα ακρωτηριασμένο.
Η άδεια μου ψυχή σ’ έναν εικονικό τάφο…

Η προσφυγική μου οδύσσεια.
Ψηφίδες  αγάπης,
ψηφίδες  διδαχής,
στιγμές ελληνικές  οι ρίζες μου, επιγραφές  ορθοδοξίας.
Η αλήθεια στην αφήγησή μου πολύτιμη κληρονομιά.

Μύρο  λυτρωτικό  η  αναπόληση
Οι ίσκιοι μου χαμένοι στους χρυσούς αιώνες
σ’ ένα αθάνατο μεγαλείο πολιτισμού.
Κι εγώ να προσκυνώ το αιώνιο και το άφθαρτο,
την πεμπτουσία του ελληνισμού.

34 Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ διασφαλίζει την προστασία εκατομμυρίων προσφύγων προασπίζοντας τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματά τους μεταξύ των οποίων είναι να μπορούν να ζητούν άσυλο και να βρίσκουν ασφαλές καταφύγιο σε μια άλλη χώρα και κυρίως να μην επαναπροωθούνται χωρίς τη θέλησή τους σε έναν τόπο όπου απειλούνται με διώξεις. Μακροπρόθεσμα, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ βοηθάει τους πρόσφυγες να επιστρέψουν στις εστίες τους εθελοντικά ή να ενταχθούν στις χώρες ασύλου ή να μετεγκατασταθούν σε τρίτες χώρες. 35



 ΣΤ.

ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ\ ΤΑΞΙΔΙ


Τον Οκτώβριο του 2012 επισκεφθήκαμε την έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη με τίτλο «Δυο φορές ξένος», 36  παρακολουθήσαμε video, ακούσαμε το παραμύθι «Υπόσχεση» και γράψαμε σημειώματα στο «Δέντρο της μνήμης» 37
Λίγες ημέρες αργότερα παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών μια ομότιτλη παράσταση στο πλαίσιο της έκθεσης στο Μουσείο Μπενάκη που προαναφέρθηκε, με τραγούδια, αφηγήσεις και χορούς από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο.
38
Τον Ιανουάριο του 2013 επισκεφθήκαμε τον Σύνδεσμο Κωνσταντινοπολιτών και Μικρασιατών «Ρίζες» στο Χαλάνδρι. Εκεί μας υποδέχθηκαν θερμά ο πρόεδρος κος Καραμπουρνιώτης Νίκος και τα παιδιά του Συλλόγου. 39 Πληροφορηθήκαμε πολύ σημαντικά πράγματα για τους πρόσφυγες του Χαλανδρίου και το Συνοικισμό , ξεφυλλίσαμε ενδιαφέροντα βιβλία μερικά από τα οποία μας δώρισαν.
40
Το Μάρτη του 2013 κάναμε μια πολύ ξεχωριστή επίσκεψη στο Μουσείο Μικρασιατικού Πολιτισμού «Φιλιώ Χαϊδεμένου» στη Νέα Φιλαδέλφεια. 41 Εξαιρετικά κειμήλια και εκθέματα με κορυφαίο το χώμα που έφερε η ίδια η γιαγιά Φιλιώ από την Αναξαγόρειο Σχολή , αφού ταξίδεψε στα Βουρλά της Μικράς Ασίας , για να στεριώσει η συλλογή. 42
43,44
Τέλος από τις 19-4 2013 μέχρι και τις 22-4-2013 πραγματοποιήσαμε το πολυσυζητημένο και πολυαναμενόμενο ταξίδι μας στη Σμύρνη και στη Μικρά Ασία. 45
Ταξιδέψαμε αεροπορικώς για Σμύρνη και ξεκινήσαμε 46 άμεσα την περιήγηση της όμορφης πόλης. 47  Αλσαντζάκ ( Φραγκομαχαλάς ), προκυμαία ΚΑΙ, Καντιφέ Καλέ 48,49  ( όρος Πάγος ), 50  Διοικητήριο ( Κόνακ ) και μετά στα κοντινά Προάστια  51  Μπουρνόβα και Κορδελιό.
Τη δεύτερη ημέρα στην ολοήμερη εκδρομή μας 52-57 θαυμάσαμε τον αρχαιολογικό χώρο της Περγάμου, 58  σταματήσαμε στο εργαστήρι επεξεργασίας αλάβαστρου του Κωνσταντινοπολίτη Δημήτρη, 59-65 περπατήσαμε στο Αϊβαλί και στα Μοσχονήσια, 66 χαρήκαμε τη θέα από το «Τραπέζι του Δαιμόνου» 67-69 και καταλήξαμε μετά από μια καταπληκτική διαδρομή στην πανέμορφη Φώκαια.
Την τρίτη ημέρα ξεκινήσαμε 70  από τον αρχαιολογικό χώρο των αρχαίων Κλαζομενών, στη συνέχεια επισκεφθήκαμε με συγκίνηση 71-73  το σπίτι του Γιώργου Σεφέρη 74-75  στα παραλιακά Βουρλά και περπατήσαμε 76-78  στην παλιά ελληνική συνοικία των πάνω Βουρλών. Στα Αλάτσατα  79 είχαμε την τύχη να συναντήσουμε τον Τζαζίμ , Τουρκοκρητικό που μας συγκίνησε με τα ελληνικά του, τη φιλόξενη διάθεσή του, τις μαντινάδες και την αγάπη του. 80  Χάρη σ` αυτόν είδαμε 81-84 το εσωτερικό της Παναγίας της Αλατσατιανής με το περίφημο μαρμάρινο γλυπτό τέμπλο, έργο του Χαλεπά. 85-88 Τελευταίος σταθμός ο θρυλικός Τσεσμές ( Κρήνη ) απέναντι από τη Χίο ΄με το περίφημο γενοβέζικο κάστρο του.
 89-90 Μετά από μια μεγάλη βόλτα και ψώνια στο παζάρι της Σμύρνης επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο για ξεκούραση. 91
 92-93 Το βράδυ μετά το δείπνο απολαύσαμε τη βόλτα μας στην προκυμαία της Σμύρνης με τα πόδια.
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε την Κυριακή 94 και τον κύριο Μανόλη 95 του ταξιδιωτικού γραφείου «ΙΑΣΩΝ» που οργάνωσαν και μας συντρόφεψαν σ` αυτό το ταξίδι.
Τη Δευτέρα 96-98 πήραμε το δρόμο της επιστροφής με τη μελαγχολία που δημιουργεί κάθε φορά το τέλος ενός ταξιδιού , πλούσιοι όμως σε εικόνες, εμπειρίες, γνώσεις και χαραγμένα στο μυαλό και στην ψυχή μας τα λόγια:
« Η ομορφιά , η χαρά της ζωής, της αγάπης, της φιλίας, της συνύπαρξης, συνόδεψαν τότε τους Σμυρνιούς στο αναγκαστικό ταξίδι προς τις νέες πατρίδες. Σήμερα συνοδεύουν ακόμα τους απογόνους τους αλλά και κάθε άνθρωπο που με τη ζωή του υποστηρίζει τη διατήρηση της πίστης στις ανθρώπινες αξίες, σε όποιο μήκος και πλάτος του κόσμου. Και αυτό είναι μια αποσκευή που μπορεί κανείς να έχει πάντα μαζί του».
99 ,100