Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΕΝΟΣ ΤΟΥΡΚΟΥ ΕΜΠΟΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ 1759

Η ιστορία που ακολουθεί δημιουργήθηκε από μιά ομάδα εκπαιδευτικών και μαθητών του 1ου Γυμνασίου Χαλανδρίου, στο πλαίσιο ενός προγράμματος συνεργασίας με ένα αντίστοιχο σχολείο της Σμύρνης κατά το σχολικό έτος 2010-2011. Στόχος της προσπαθειας ήταν βασιζόμενοι στις γνώσεις μας για την εποχή να αναπαραστήσουμε την Αθήνα των μέσων του 18ου αιώνα μ. Χ. αφηγούμενοι στιγμιότυπα από τη ζωή μιας οικογένειας ενός Τούρκου εμπόρου που ζει σε αυτήν. Επιλέξαμε το συγκεκριμένο έτος, γιατί αφενός την περίοδο εκείνη οι σχέσεις των δύο κοινοτήτων ήταν κατά τις ιστορικές πηγές αρκετά αρμονικές, αφετέρου ένα γεγονός που συνέβη στην Αθήνα τη χρονιά εκείνη ένωσε τους Τούρκους και τους Έλληνες σε κοινή δράση κατά του Τούρκου βοεβόδα (διοικητή) της πόλης.
Οι αριθμοί παραπέμπουν στην παρουσίαση που έχει αναρτηθεί στη διεύθυνση: http://www.slideshare.net/iperrakis


ΜΙΑ ΗΜΕΡΑ THΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΕΝΟΣ ΤΟΥΡΚΟΥ ΕΜΠΟΡΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΥ 1759 1

Α΄ ΜΕΡΟΣ

Βρισκόμαστε στην Αθήνα 2 στα μέσα του 18ου αιώνα μ.Χ. 3, 4, 5, 6, 7, 8.

Χαμηλά 9 κεραμοσκέπαστα σπίτια 10 ανάμεσα σε φοινικόδεντρα και κυπαρίσσια, 11 υπαίθριες κρήνες 12, 13 πλήθος τζαμιών 14 με τρούλους τους οποίους κοσμούν φωλιές πελαργών, 15 μιναρέδες αλλά και πάμπολλα 16 εκκλησάκια διάσπαρτα συνθέτουν την όψη της πόλης κατά την οθωμανική περίοδο. 17 Στην Ακρόπολη (το Κάστρο) έχει την έδρα του ο Τούρκος φρούραρχος 18, ο δισδάρης, ενώ Τούρκοι στρατιώτες με τις οικογένειές τους μένουν 19 στα 200 σπίτια που υπάρχουν μέσα σ` αυτήν.
Στην Κάτω Πόλη των 10.000 περίπου κατοίκων η Αγορά 20 είναι το πιο σπουδαίο εμπορικό και διοικητικό κέντρο, το οποίο κυρίως ανδροκρατείται. ΄Ελληνες και Τούρκοι όλη την ημέρα, πέρα από τις αγοραπωλησίες, συζητούν για δουλειές και άλλα θέματα στα καφενεία κάτω από γραφικές κληματαριές.
Η Αγορά, το Παζάρι, ξεκινά από 21 τους «Αέρηδες», το Ρολόι του Κυρρήστου, και 22 το Μεντρεσέ, το Ιεροσπουδαστήριο, στο χώρο της παλιάς Ρωμαϊκής Αγοράς και φτάνει μέχρι 23 τον σωζόμενο δυτικό τοίχο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού 24 και τους γύρω από 25 το Μοναστήρι της Παντάνασσας (το σημερινό Μοναστηράκι) δρόμους. Την αποτελούν 26 το Σταροπάζαρο, το Πάνω και 27 το Κάτω Παζάρι. Σ` αυτή την περιοχή βρίσκονται καταστήματα, τζαμιά, εκκλησίες, 28 το τούρκικο διοικητήριο 29 (το Βοεβοδαλίκι)  30, η έδρα της ελληνικής τοπικής αυτοδιοίκησης (η Δημογεροντία ή το Κουσέγιο), το τελωνείο (η Ντουάνα), το δικαστήριο (το Κατηλίκι), καφενεία, 31 λουτρά, 32 πανδοχεία και 33 κατοικίες της ανώτερης τάξης 34.
Παρόλη την οικονομική άνοδο που σημειώνεται από το 18ο αι. στις ελληνικές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με χαρακτηριστικά τη δημιουργία αξιόλογων βιοτεχνιών αλλά και την ανάπτυξη του εμπορίου (κατά βάση σιτηρών) η οικονομία της Αθήνας παραμένει κατ΄ εξοχήν αγροτική. Το εμπόριο λειτουργεί κυρίως ανταλλακτικά με αγροτικά προϊόντα από την ευρύτερη περιοχή της Αθήνας και των γύρω χωριών. Δημοφιλέστερο προϊόν αποτελεί το κοπανισμένο σιτάρι. Τούρκοι και εύποροι Έλληνες όμως είναι καταναλωτές και πολυτελέστερων προϊόντων.
Σ’ αυτές σε γενικές γραμμές τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στις 27 Απριλίου του 1759 οι άνθρωποι του νέου Βοεβόδα 35 Μουσταφά Αγά Τζισταράκη γκρεμίζουν ανατινάζοντας με μπαρούτι τη δέκατη έβδομη 36 σωζόμενη έως τότε κολόνα του ναού 37 του Ολυμπίου Διός. Ο ναός 38 με εκατόν τέσσερεις αρχικά κολόνες, το εντυπωσιακότερο θρησκευτικό κτίσμα της Κάτω Πόλης στην Αθήνα του Αδριανού, είχε χάσει ήδη το μεγαλύτερο μέρος απ` αυτές στη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων 39. Αιτία της καταστροφής της κολόνας είναι η επιθυμία του Βοεβόδα να χρησιμοποιήσει εκλεκτό ασβέστη για το μαρμαροκονίαμα των τοίχων του νέου τζαμιού 40 που έκτισε δίπλα στο Κάτω Συντριβάνι, το οποίο έμεινε γνωστό ως τζαμί του Τζισταράκη. Η εφαρμογή της ιδέας του Βοεβόδα προκαλεί την αντίδραση της κοινής γνώμης. Η εντύπωση είναι τέτοια, ώστε το γεγονός καταγράφεται σε μια κολόνα του Ολυμπιείου: «1759 Απριλίου 27 έριξε τί κολόνα».
Και από την επίσημη τουρκική πλευρά η αντίδραση είναι κεραυνοβό­λα. Ο πασάς του Ευρίπου (της σημερινής Χαλκίδας) στηριζόμενος σε έναν παλιό νόμο που απαγόρευε την καταστροφή των αρχαίων μνημείων που ανήκαν στο ιερό πρόσωπο του Σουλτάνου αρχίζει να εκβιάζει τον Τζισταράκη. Ο Βοεβόδας για να εξασφαλίσει τη σιωπή του τον δωροδοκεί με 8000 γρόσια, τα οποία του στέλνει μοιρασμένα σε 16 πουγκιά.
Σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας οι σχέσεις ανάμεσα στον εκάστοτε πασά της Χαλκίδας και το Βοεβόδα της Αθήνας ήταν τεταμένες. Έτσι, παρά τη δωροδοκία, ο νόμος κινείται εναντίον του Τζισταράκη που δε γλιτώνει τον εκτοπισμό από την Αθήνα, ώστε να κατευναστεί η κοινή γνώμη.
Την ίδια εποχή ξεσπά στην Αθήνα θανατηφόρα επιδημία πανούκλας που αποδεκατίζει τον πληθυσμό της πόλης. Υπαίτιος είναι ένας ταξιδιώτης που μετέφερε την αρρώστια από την Κρήτη, όταν το καράβι στο οποίο μετέβαινε τυχαία άραξε λόγω θαλασσοταραχής στο Πόρτο Λεόνε, τον σημερινό Πειραιά.
Στο πλαίσιο, ωστόσο, της ευρύτατα διαδεδομένης την εποχή εκείνη δοξασίας ότι 41 κάθε αρχαία κολόνα που πέφτει κρύβει και μια συμφορά που είναι κρυμμένη από κάτω της, η επιδημία αποδίδεται στο βανδαλισμό του Τζισταράκη.
Η αλήθεια είναι ότι η πανούκλα (λοιμός) παρουσιάζει έξαρση κατά το 18ο αιώνα στα εδάφη της ελληνικής χερσονήσου και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. H οικονομική άνθηση και η δημογραφική αύξηση ευνοούν την εμφάνιση της αρρώστιας της οποίας τα συμπτώματα είναι οι ισχυροί πονοκέφαλοι, οι ίλιγγοι, ο υψηλός πυρετός, οι εμετοί, τα εξανθήματα και το έντονο παραλήρημα. Πλήττει ανθρώπους ανεξάρτητα από τάξη, φύλο ή ηλικία, ενώ η ένταση της θνησιμότητας διαφέρει. Οι άνθρωποι προσπαθούν να ερμηνεύσουν το «θανατικό» στηριζόμενοι σε προλήψεις, δεισιδαιμονίες ή στην αντίληψη ότι ο Θεός τους τιμωρεί για τις αμαρτίες τους.
Στην Αθήνα του Απρίλη του 1759 ζει και 42 ο Αμπιντίν Αγιάνογλου (Abidin Ayanοğlu), ο πενηνταδυάχρονος Τούρκος έμπορος μπαχαρικών και βοτάνων της ιστορίας μας μαζί με τη μητέρα του Γκιουλιστάν (Gülistan) (72 ετών), τη γυναίκα του Σεβίμ (Sevim) (40 ετών), τους γιούς του Τζιβάν (Civan) (22 ετών), Μουσταφά (Mustafa) (21 ετών), Μπαρίς (Barış) (20 ετών), Ντουγιάλ (Duyal) (17 ετών), Μωάμεθ (Mohamed) (16ετών), Κενάν (Kenan) (13 ετών), Αχμέτ (Ahmet) (10 ετών) και τις κόρες του Μπέντια (Bedia) (21 ετών), Αϊσού (Αysu) (18 ετών), Γκιούλ (Gül) (7ετών), Μελίς (Melis) (6 ετών) και τη νεογέννητη Αχού (Αhu) (40 ημερών).
Κατοικούν 43 σ’ ένα ευρύχωρο σπίτι στο κέντρο της πόλης, δίπλα 44 στον Τεκέ του Μπραΐμη που στεγάζεται στο ακέραια σχεδόν σωζόμενο αρχαίο Ρολόι του Ανδρονίκου Κυρρήστου, ενός πυργωτού οκταγωνικού οικοδομή­μα­τος από πεντελικό μάρμαρο κοντά 45 στο Σταροπάζαρο στο χώρο της θαμμένης κάτω από τα σπίτια αρχαίας Ρωμαϊκής Αγοράς. Έχουν ένα μεγάλο μαγαζί μπαχαρικών και βοτάνων 46 στο Κάτω Παζάρι.
Είναι ημέρα Ραμαζανιού, μιας σημαντικής θρησκευτικής μουσουλμα­νι­κής γιορτής - νηστείας. Το Ραμαντάν είναι η ονομασία του ένατου μήνα του μουσουλμανικού έτους, κατά τον οποίο, σύμφωνα με την ισλαμική παράδοση, δόθηκε το Κοράνι στους ανθρώπους, ώστε οι κανόνες του να γίνουν οδηγός της ζωής τους. Κατά το χρονικό διάστημα ενός μηνός οι μουσουλμάνοι απέχουν υποχρεωτικά από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου από κάθε είδους τροφή, νερό και άλλες υλικές απολαύσεις. Η περίοδος είναι κατάλληλη για προσευχή, καλές πράξεις, πνευματική ανάταση, αλλά και για άσκηση αυτοπειθαρχίας, εγκράτειας και γενναιο­δω­ρίας. Τελειώνει με μια τριήμερη γιορτή, το Μπαϊράμι. Αντιστοιχεί, κατά κάποιον τρόπο, με τη Μεγάλη Σαρακοστή των Χριστιανών.
Και η ιστορία αρχίζει...

Δεν είχε ξημερώσει ακόμη. Tα δωμάτια που εκτείνονταν κατά μήκος της μιας πλευράς της αυλής του όμορφου πέτρινου σπιτιού του Αμπιντίν ήταν σιωπηλά. Μόνο στο κατώι η Σεβίμ με τη βοήθεια της μεγαλύτερης κόρης της, της Μπέντια, ετοίμαζε πρωινό στην κουζίνα. Λίγο αργότερα, όταν ξύπνησαν και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας άρχισαν ν’ ακούγονται οι ομιλίες και τα γέλια των παιδιών καθώς κατέβαιναν τη μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε από το ανώι, όπου βρίσκονταν τα δωμάτιά τους, στο κατώι στη μεγάλη αίθουσα δίπλα στην κουζίνα 47, όπου μαζεύονταν για φαγητό. Εκεί ήταν σερβιρισμένο στο μεγάλο σοφρά ένα πλούσιο πρωινό. Ο σοφράς ήταν γεμάτος με λογής λογής εύγευστα φαγητά σε μεγάλες ποσότητες : χουρμάδες, γάλα, δημητριακά, τυρί, ψωμί, γιαούρτι, φρούτα και αυγά. Έπρεπε να φάνε γερά για να αντέξουν την ολοήμερη νηστεία.
Αφού καλημερίστηκαν μεταξύ τους, κάθισαν γύρω από το σοφρά και άρχισαν να δοκιμάζουν τα φαγητά. Συγχρόνως άρχισαν να μιλάνε για τα θέματα της ημέρας, ενώ ένα αίσθημα ανησυχίας ήταν διάχυτο στην ατμόσφαιρα.

Σεβίμ: Μεγάλη αναστάτωση χθες στο παζάρι. Άκουσα πολλές κατηγορίες για το νέο βοεβόδα. Τι τρέχει;
Αμπιντίν: Τι άκουσες;
Σεβίμ: Να! Πολλοί τον κατηγορούν για το θανατικό που ξέσπασε. Χθες πέθανε της Αϊσέ ο γιος. Της έμεινε στα χέρια στο σπίτι. Αλλά και του ξαδέλφου σου η κόρη, η Γκιούλ, είναι βαριά άρρωστη. Δεν υπάρχει σχεδόν σπίτι που να μην έχει άρρωστο. Τι συμφορά είναι αυτή που πάθαμε!
Αμπιντίν: Tα πράγματα είναι πράγματι σοβαρά. Χθες ήμουν στο σπίτι του Λογοθέτη και τα συζητούσαμε. Κι οι χριστιανοί είναι πολύ αναστατωμένοι.
Σεβίμ: Τι λένε κι αυτοί; Η κυρά Θοδώρα που συνάντησα στο παζάρι προχθές έκλαιγε. Ο μεγάλος της γιος, ο Σπύρος, ήταν σοβαρά άρρωστος. Φοβόταν ότι θα τον χάσει. Στ’ αλήθεια φταίει για όλα αυτά ο Τζισταράκης; Θυμάσαι; Πολύ είχαμε χαρεί όταν ήρθε πριν λίγους μήνες! Γιατί τον κατηγορούν; Δεν έχω καταλάβει.
Αμπιντίν: Πρόσεξες το καινούργιο τζαμί 48 που χτίζεται στο κάτω Συντριβάνι;
Σεβίμ: Ναι! Ωραίο είναι! Ψηλό! Στολίζει το παζάρι.
Αμπιντίν: Ε, εκεί είναι η πηγή του κακού!
Σεβίμ: Το τζαμί; Τι λες μωρέ; Ο Αλλάχ να μας φυλάει!
Αμπιντίν: Δεν εννοούσα μπρε το τζαμί! Τι λες; Άκου να σου πω... Ο Τζισταράκης έδωσε εντολή ν’ ανατινάξουν με μπαρούτι μια από τις κολόνες, εκεί 49 στο τζαμί των Αραπάδων, για να κάνει, λέει, καλό ασβέστη για το τζαμί που χτίζει στο Παζάρι.
Σεβίμ: Άλλο και τούτο πάλι! Δεν καταλαβαίνω όμως τι σχέση έχει το γεγονός με το θανατικό που έχει ξεσπάσει.
Αμπιντίν: Λένε ότι, όταν πέφτει μια αρχαία κολόνα, έρχεται στο φως μια συμφορά που ήταν κρυμμένη από κάτω της. Θεωρούν λοιπόν υπεύθυνο τον Τζισταράκη για την αρρώστια και τον κατηγορούν γι’ αυτό και οι Τούρκοι και οι Ρωμιοί.
Σεβίμ: Πω πω!! Δε μας φτάνει η στενοχώρια μας, φοβάμαι πως θα έχουμε άσχημες εξελίξεις. Ανησυχώ και για τον Μπαρίς. Τι να γίνεται 50 στο Μεντρεσέ, που τον έχουμε βάλει οικότροφο; Να είναι όλοι οι μαθητές καλά; Φοβάμαι ότι, εάν ένας αρρωστήσει, είναι πολύ εύκολο να κολλήσει και τους άλλους.
Τζιβάν: Μην ανησυχείς, μητέρα. Χθες πηγαίνοντας ν’ ανοίξω το μαγαζί συνάντησα το δάσκαλό τους, τον Ορχάν Μπέη, και με διαβεβαίωσε ότι είναι καλά. Βέβαια ήταν κι αυτός πολύ αναστατωμένος και θεωρούσε ότι μας τιμωρεί ο Αλλάχ, γιατί δεν τηρούμε πιστά τις εντολές του Κορανίου. Είναι αλήθεια ότι λίγοι μουσουλμάνοι αντιστέκονται στον πειρασμό και στα φανερά πια τους βλέπεις να πίνουν ρακί ή κρασί με τους χριστιανούς. Ακόμα και την καθημερινή προσευχή λίγοι την κάνουν τακτικά. Τώρα όμως μ’ αυτό που μας συνέβη τα τζαμιά αρχίζουν ξανά να γεμίζουν και ο κόσμος στρέφεται ξανά στον Αλλάχ.
Αμπιντίν: Είναι αλήθεια, όλοι ανησυχούν! Στο μαγαζί έχει αυξηθεί η ζήτηση για θεραπευτικά βότανα.
Σεβίμ: Ναι, και στην αγορά όλοι συζητούν για τη συμφορά που μας βρήκε. Γι αυτό παιδιά πρέπει να προσέχετε πολύ. Μην πλησιάζετε ανθρώπους που δείχνουν άρρωστοι.
Αϊσού: Έχει δίκιο η μητέρα, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί.
Γκιούλ: Μαμά, να πάρω τη Μελίς να παίξουμε;
Σεβίμ: Φάε πρώτα το πρωινό σου και μετά πηγαίνετε, λέει η μαμά χαϊδεύοντάς τη. Εσείς, Μπέντια και Αϊσού, πρέπει να φάτε καλά για να έχετε δυνάμεις έως το βράδυ.
Κορίτσια: Εντάξει μαμά!
Αμπιντίν: Κι εσύ, Τζιβάν, ετοιμάσου, γιατί πρέπει ν’ ανοίξεις το μαγαζί σε λίγο.
Τζιβάν: Έχουμε καιρό ακόμα, πατέρα.
Σεβίμ: Εσείς Ντουγιάλ, Κενάν, Μωάμεθ και Αχμέτ, καλύτερα να μην πάτε για λίγες μέρες στο κορανικό σχολείο, μέχρι να δούμε τι θα γίνει. Μη μας βρει καμιά συμφορά και κυρίως τη μικρούλα μας Αχού.
Αγόρια: Δηλαδή, μετά την πρωινή προσευχή, είμαστε ελεύθεροι;
Σεβίμ: Ε, ναι! Πηγαίνετε τώρα!

Έτσι, μετά το πρωινό, ο πατέρας, ο Τζιβάν, ο Μουσταφά, o Μωάμεθ, o Αχμέτ, o Ντουγιάλ και o Κενάν προχώρησαν 51 από την καμαροσκέπαστη στοά του κατωγιού στην αυλή του σπιτιού με τη μεγάλη δεξαμενή στο κέντρο της και κατευθύνθηκαν προς το γειτονικό 52 Φετιχιέ τζαμί για την πρωινή προσευχή. Η Γκιούλ και η Μελίς έτρεξαν έξω στην αυλόθυρα για παιχνίδι.

Σεβίμ: Εσείς κορίτσια, Μπέντια και Αϊσού να μείνετε στο κατώι, για να μαζέψετε το σοφρά. Φροντίστε να καθαρίσετε καλά την αίθουσα.
Κορίτσια: Ναι, ναι, μην ανησυχείς, μητέρα.
Σεβίμ: Εγώ θα πάω στο ανώι να καθαρίσω τα υπνοδωμάτια, αφού πρώτα φροντίσω λίγο την Αχού. Μόλις τελειώσετε, να με φωνάξετε, για να πάμε στα κελάρια. Χρειάζομαι τη βοήθειά σας για να τα συγυρίσω λίγο και να βγάλω λάδι από το μεγάλο πιθάρι. Ευτυχώς είναι γεμάτο!

53 Ο μουεζίνης είχε ήδη αρχίσει να καλεί τον κόσμο για την πρωινή προσευχή από τον ψηλό μιναρέ, όταν ο Αμπιντίν μαζί με τους γιους του, έφθαναν στο γειτονικό Φετιχιέ τζαμί, το ευρύτερα γνωστό ως τζαμί του Σταροπάζαρου 54. Στο Σταροπάζαρο γίνονταν οι ετήσιες αγοροπωλησίες προϊόντων. Η κυρία είσοδος ήταν 55 η Παζαρόπορτα, η παλιά Δωρική Πύλη της Αρχηγέτιδας Αθηνάς που σωζόταν ακέραιη ανάμεσα στα σπίτια, δίπλα 56 στην κατοικία του Γάλλου πρόξενου. Στην αρχαιότητα 57 βρισκόταν στην αρχή του επιβλητικού δρόμου που ένωνε την αγορά της κλασικής εποχής με τη νεότερη Ρωμαϊκή.
Ο Αμπιντίν έριξε ασυναίσθητα ένα βλέμμα 58 στον κεντρικό τρούλο με τα τέσσερα τεταρτοσφαίρια ολόγυρα που ήταν σκεπα­σμένα με κεραμίδια κι έγνεψε στους γιους του να περάσουν στην αυλή του τεμένους. Όλοι πλησίασαν στην κρήνη που υπήρχε στην αυλή κι αφού έβγαλαν τα υποδήματά τους, έπλυναν τα χέρια, το πρόσωπο και τα πόδια τους. Ύστερα προχώρησαν 59 στο προ­στώο, το «ρεβάτ», με τους πέντε χαμηλούς θόλους που στηρίζονταν επάνω σε τέσσερεις κίονες. Μπαίνοντας μέσα θαύμασαν για άλλη μια φορά 60 την πλούσια διακοσμημένη είσοδο με το ανάγλυφο μαρμάρινο περίθυρο.
Έπειτα μπήκαν 61 στη μεγάλη, τετράγωνη, υπόστυλη αίθουσα που ήταν στρωμένη με βαριά χαλιά ισλαμικής τέχνης. Τέσσερεις κίονες υποβάσταζαν τον τρούλο. Από δύο σειρές παράθυρα 62 εισχωρούσε άπλετο φως. Τα επάνω παράθυρα ήταν μικρότερα και τοξωτά.
Οι πιστοί ήταν στραμμένοι 63 σε μια εσοχή του τοίχου, το μιχράμπ, στο μέσον της ανατολικής πλευράς που έδειχνε την κατεύθυνση προς την ιερή πόλη, τη Μέκκα. Όλοι οι τοίχοι και ιδιαίτερα το μιχράμπ ήταν στολισμένοι με αραβουργήματα κι ανάγλυφα φύλλα υδρόφιλων φυτών.
Ο Αμπιντίν και οι γιοι του εκτελούσαν γονατιστοί, όπως κι όλοι οι άλλοι, τις κινήσεις του ιμάμη με αυστηρά τελετουργικό ρυθμό σιγοψιθυρίζοντας προσωπικές παρακλήσεις προς τον Αλλάχ για να χαρίζει υγεία στους ίδιους, αλλά και στη μητέρα και τις αδελφές τους, να τους βοηθάει στις δουλειές και τις σπουδές τους και να απαλλάξει την πόλη τους από το θανατικό.

Β΄ ΜΕΡΟΣ 1

Πίσω από το Φετιχιέ τζαμί, όπου ο πατέρας και οι γιοι του προσευχήθηκαν, ξεπρόβαλλε 2 ο Μεντρεσές, το ισλαμικό Ιερο­σπου­δα­στή­ριο με τους χαρακτηριστικούς μικρούς ημισφαιρι­κούς θόλους και τις πολλές ψηλές καμινάδες. Εκεί φιλοξενούνταν οι σοφτάδες (φοιτητές), που σπούδαζαν οικότροφοι.
Στο Μεντρεσέ οι ιεροσπουδαστές είχαν επίσης συγκεντρωθεί όλοι στο 3 μικρό τζαμί στη βορειανατολική γωνία του συγκροτήματος για την πρωινή προσευχή. 4 Ήταν όλοι μαζί καθισμένοι γύρω από τον δάσκαλο Ορχάν Μπέη πάνω στα χοντρά χαλιά, πλάι στο μιχράμπ και άρχισαν να απαγγέλουν με μέλος και με την καθοδήγηση του δασκάλου τους χωρία από το Κοράνι.
Στη συνέχεια, σε ένα μικρό διάλειμμα από το μάθημα, μαζεύτηκαν 5 στη μεγάλη αυλή, κάτω από τον πλάτανο, για να ανταλλάξουν τα νέα τους.

Κεμάλ: Μπαρίς, μόλις έμαθα για τον θάνατο της θείας σου. Τα συλλυπητήριά μου. Κάνε κουράγιο, φίλε μου!
Μπαρίς: Τι να κάνουμε Κεμάλ! O πατέρας μου, ο αδελφός της, πάει να σκάσει. Όλα τα σπίτια υποφέρουν από αυτή την αρρώστια.
Κελέμ: Αχ, μη μιλάτε γι’ αυτό το θέμα βρε παιδιά.
Κεμάλ: Γιατί; Τι συμβαίνει Κελέμ;
Κελέμ: Αλλάχ, Αλλάχ! Τι έχουμε πάθει! O πατέρας μου έμαθα χθες ότι είναι πολύ βαριά και ανησυχώ.
Μπαρίς: Τι λες παλικάρι μου! Ο Αλλάχ να τον βοηθήσει!
Κελέμ: Σ’ ευχαριστώ, Μπαρίς. Ας αλλάξουμε όμως θέμα, γιατί όσο το σκέφτομαι η αγωνία μου κορυφώνεται. Νομίζω ότι από στιγμή σε στιγμή θα έρθουν τα άσχημα μαντάτα.
Μπαρίς: Δίκιο έχεις!
Κεμάλ: Ξέχασα να σου δώσω τα συγχαρητήριά μου για την ονοματοδοσία της μικρής σου αδελφής απόψε.
Μπαρίς: Σ’ ευχαριστώ. Συγχαρητήρια και για το γάμο της αδελφής σου. Ας είναι καλά το ζευγάρι και με το καλό να έρθουν και οι απόγονοι...
Κελέμ: Μας φωνάζει o Ορχάν Μπέη, πάμε !
Ορχάν Μπέη: Ελάτε, παιδιά, να ξεκινήσουμε.
Ιεροσπουδαστές: Ερχόμαστε, κύριε.
Κελέμ: Κύριε, ακούσατε για το θανατικό που έχει πέσει στην πόλη;
Ορχάν Μπέη: Κελέμ, παιδί μου, η ζωή έχει πολλά βάσανα και γι’ αυτό πρέπει να ευχαριστούμε τον Αλλάχ για ό,τι μας δίνει καθημερινά. Δεν μπορούμε ν’ αποφύγουμε το κισμέτ. Γι` αυτό πρέπει να κάνουμε κουράγιο. Ας συνεχίσουμε όμως τώρα το μάθημά μας.

6 Στο σπίτι, εν τω μεταξύ, αφού τα κορίτσια και η μητέρα έπειτα από αρκετή ώρα τελείωσαν τις δουλειές τους βγήκαν 7 στην αυλή, για να βεβαιωθούν ότι τα μικρά κορίτσια έπαιζαν ήσυχα χωρίς να προκαλούν ζημιές. Η μητέρα έστειλε την Μπέντια και την Αϊσού να φέρουν νερό από 8 τη βρύση του Σταροπάζαρου πού ήταν λίγο πιο κάτω.

Σεβίμ: Κορίτσια, πρέπει να πάτε στην βρύση για να φέρετε νερό.
Μπέντια: Εντάξει, μαμά.
Σεβίμ: Πάρτε τις στάμνες που είναι δίπλα στην πόρτα. Προσέξτε μη σας πέσει καμιά και σπάσει!
Αϊσού: Μη φοβάσαι, μαμά, θα προσέχουμε.

Τα κορίτσια, λιγάκι δυσαρεστημένα που θα άφηναν το ευχάρι­στο οικογενειακό τους περιβάλλον, ξεκίνησαν για τη βρύση ακολουθώ­ντας τις εντολές της μητέρας τους.
Καθώς περπατούσαν προς τη βρύση, είδαν από μακριά την παιδική τους φίλη, 9 τη Μαρία, να βγαίνει από 10 την εκκλησία της Σωτείρας δίπλα στην Παζαρόπορτα. Τα κορίτσια την πλησίασαν και οι τρεις πλέον μη χάνοντας καιρό άρχισαν να συζητούν.

Μπέντια: Αχ, Μαρία! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Καιρό έχουμε να συναντηθούμε. Είναι τρεις μέρες τώρα που δεν έχω μάθει νέα σου.
Μαρία: Άσε, Μπέντια, μεγάλο κακό μας βρήκε! Από προχθές έχω τον αδελφό μου, τον Μάρκο, άρρωστο, φοβάμαι πολύ. Ο Θεός να μας σώσει! Γι αυτόν μπήκα στην εκκλησία ν’ ανάψω ένα κερί. Τρέμω τόσο πολύ μην τον χάσω!
Αϊσού: Κουράγιο, Μαρία, ο Αλλάχ είναι μεγάλος! Όπως ακούω από τον πατέρα και τα αδέλφια μου για όλα φταίει αυτός ο Τζισταράκης. Από τότε που ξεκίνησε να κτίζει το καινούργιο τζαμί η αρρώστια θερίζει τις οικογένειες μας.
Μαρία: Τι να πεις! Ένας Θεός ξέρει ποιος είναι η αιτία και μακάρι να μας ελεήσει και να μας απαλλάξει από αυτή τη συμφορά. Στο σπίτι η μάνα μου κάθε μέρα διαβάζει γονατιστή στο καντήλι παρακλήσεις στην Παναγία και τον Άγιο Παντελεήμονα.

11 Στην περίτεχνη και πολυσύχναστη λόγω των αγροτών που μετέφεραν τα προϊόντα τους και σταματούσαν για να ποτίσουν τα υποζύγιά τους, βρύση της Χώρας, έξω από την πύλη της Παζαρόπορτας και απέναντι ακριβώς από την εκκλησία της Ἁγίας Σωτείρας, συνάντησαν και την Ελένη, μια οικογενειακή φίλη της Μαρίας. 12 Άρχισαν να μιλούν μετατρέποντας την κοπιαστική και δύσκολη δουλειά τους σε μια ενδιαφέρουσα φιλική συνάντηση. Άλλωστε, 13 ο εφοδιασμός νερού συνδεόταν άμεσα με την επικοινωνία και την ενημέρωση για όλες τις γυναίκες της πόλης.

Μαρία: Γεια σου, Ελένη. Τι κάνεις; Τα κορίτσια τα ξέρεις, δεν χρειάζεται να σου τα συστήσω.
Ελένη: Φυσικά! Γεια σας κορίτσια! Μαρία, πώς είναι ο αδερφός σου ο Μάρκος; Τι είπε ο γιατρός;
Μαρία: Μας είπε πως θέλει καλό φαγητό και πολλή προσοχή. Προχθές που ήρθε στο σπίτι μας μίλησε πολύ σοβαρά με φράσεις που με τρομάζουν.
Αϊσού: Σαν τι;
Μαρία: Τι να σας πω, του έφερε πολλά περίεργα φάρμακα. Φοβόταν πολύ τον υψηλό πυρετό και τα ρίγη.
Μπέντια: Μη μου λες τέτοια και τρομάζω. Χθες ένιωθα κάτι ρίγη , αλλά η μητέρα μου είπε πως δεν είναι τίποτα και με καθησύχα­σε.
Μαρία: Μη βάζεις κακές σκέψεις στο νου σου.
Ελένη: Εμένα, πάντως, η γιαγιά μου είπε πως τα καλύτερα φάρμακα είναι τα βότανα. Μου’ πε, λοιπόν, να ρίχνω λίγες ρίζες και λίγους σπόρους αγγελικής μέσα στο φαγητό. Υπάρχει, λέει, και ένας θρύλος που λέει ότι ένας άγγελος αποκάλυψε σε έναν καλόγερο τις ιδιότητές του ως φάρμακο κατά της πανούκλας.
Μπέντια: Να που μάθαμε και κάτι καινούριο! Αϊσού, θύμισέ μου να πάρουμε λίγη αγγελική, όταν πάμε στο παζάρι.
Αϊσού: Ναι, αλλά πάμε τώρα, γιατί δεν θα προλάβουμε. Έχουμε και τις ετοιμασίες για την τελετή της ονοματοδοσίας της μικρής μας Αχού απόψε. Θα έρθετε, έτσι δεν είναι;
Ελένη και Μαρία: Φυσικά! Είναι δυνατόν να λείψουμε;
Ελένη: Μαρία, μου δίνεις λίγο εκείνη τη στάμνα;
Μαρία: Ορίστε!
Μπέντια: Αϊσού, μάζεψε και τις δικές μας στάμνες. Συγνώμη, κορίτσια, αλλά ο χρόνος πιέζει.
Ελένη και Μαρία: Καταλαβαίνουμε. Θα τα πούμε το βράδυ.

Μόλις οι δύο νεαρές κοπέλες επέστρεψαν από τη βρύση με τις στάμνες τους γεμάτες με νερό ολοκλήρωσαν με τη βοήθεια της μητέρας τους τις οικιακές εργασίες που είχαν μείνει. Αποφάσισαν να ετοιμαστούν για το Χαμάμ. Εκεί θα περνούσαν λίγες ώρες χαλάρωσης μετά από την κούραση που είχαν συσσωρεύσει.
Εν τω μεταξύ, ο Αμπιντίν με το γιο του το Μουσταφά κατευθύνονταν στο Κονάκι του Κατή, του Τούρκου δικατή, το περιβόητο Κατηλίκι, που βρισκόταν στην άκρη της αγοράς κοντά στη γωνία των σημερινών οδών Πανδρόσου και Μνησικλέους.
Μπαίνοντας μέσα 14 στο αρχοντικό θαύμασαν τα περίφημα ξυλόγλυπτα φατνώματα στην οροφή και τις περίτεχνα δουλεμένες πόρτες. Εκεί είχαν συνάντηση με τον Κατή και αρκετούς Τούρκους προύχο­ντες.

Αμπιντίν: Καλημέρα, Κατή μου!
Κατής: Καλημέρα!
Αμπιντίν: Τι θα γίνει πια με αυτή την αρρώστια...
Μουσταφά: Ναι, η οικογένεια μας υποφέρει εδώ και καιρό.
Kατής: Σας χτύπησε και εσάς η αρρώστια;
Αμπιντίν: Αν μας χτύπησε; Ούτε δύο βδομάδες δεν έχουν περάσει από τότε που χάσαμε την καημένη την αδελφή μου!
Kατής: Ωχ! Δεν το ήξερα. Τα συλλυπητήριά μου! Κι εγώ δεν είμαι καλύτερα! Από χθες που κηδέψαμε την αγαπημένη μου γυναίκα δεν μπορώ να συνέλθω. Είμαι συνέχεια ξαπλωμένος στο διπλανό δωμάτιο και κλαίω απαρηγόρητος. Αμάν, αμάν, τι συμφορά είναι αυτή που μας βρήκε!
Μουσταφά: Τελικά, δεν υπάρχει οικογένεια που να μην την έχει χτυπήσει το θανατικό! Εσείς τι λέτε αρχοντές μου;
Ομάρ (Tούρκος προύχοντας): Χωρίς να παραβλέπω τη σπουδαιότητα του ζητήματος της αρρώστιας έχω την άποψη πως πρέπει να μας απασχολήσει αυτή καθεαυτή η πράξη του Τζισταράκη.
Ναζίμ (Τούρκος προύχοντας): Συμφωνώ με τον Ομάρ Μπέη. Πέρα από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η ανατίναξη της κολόνας στους Ρωμιούς είναι και προσβολή για το Σουλτάνο μας.
Κατής: Έχετε δίκιο άρχοντές μου! Ξέρω ότι υπάρχει ένας παλιός νόμος που απαγορεύει την καταστροφή των αρχαίων μνημείων που ανήκουν στον Πατισάχ.
Ονούρ (Tούρκος προύχοντας): Μα γι αυτό ήρθαμε εδώ, για να διαμαρτυρηθούμε και να σε παρακαλέσουμε να μεταφέρεις τη δυσαρέσκειά μας στον πασά.
Αμπιντίν: Θα πρέπει να πάρει την υπόθεση στα χέρια του ο πασάς και με κάποιο τρόπο να σταματήσει ο αναβρασμός στην πόλη από τις αντιδράσεις και τις κατηγορίες εναντίον του Τζισταράκη.
Κατής: Αυτό έχω σκοπό να κάνω. Θα ενημερώσω τον πασά του Ευρίπου, στη δικαιοδοσία του οποίου ανήκει η Αθήνα, και μάλιστα χωρίς καθυστέρηση, ώστε να πάρει στα χέρια του την υπόθεση.
Προύχοντες, Αμπιντίν, Μουσταφά: Να’σαι καλά Μπέη Εφέντη!

Η μέρα είχε προχωρήσει κι ο κόσμος είχε αρχίσει να γεμίζει την αγορά, στο Πάνω και 15 το Κάτω Παζάρι. 16 Το Πάνω Παζάρι ξεκινούσε από 17 τα σκαλάκια και εκτεινόταν έως την άλλη πλευρά 18 της Βιβλιοθήκης του Αδριανού. 19 Το Κάτω Παζάρι ξεκινούσε από τα σκαλάκια και έφθανε έως 20 το Κάτω σιντριβάνι.
Ο Αμπιντίν μαζί με το Μουσταφά και τον Ονούρ, εξέχον πρόσωπο τουρκικής κοινότη­τας, διέσχιζαν 21 το Κάτω Παζάρι.

Αμπιντίν: Ονούρ, πέρασες καθόλου τελευταία από τις κολόνες, 22 εκεί που έχουν το υπαίθριο τζαμί τους οι Αραπάδες;
Ονούρ: Όχι, γιατί;
Αμπιντίν: Είναι τώρα μια βδομάδα που αυτοί οι Αραπάδες κάθε μέρα τέτοια ώρα προσεύχονται σ’ αυτό το ας το πούμε τζαμί τους με δυνατούς αλαλαγμούς, για να μας λυπηθεί ο Αλλάχ.
Ονούρ: Τι να κάνουν κι αυτοί! Προσπαθούν με τον τρόπο τους να βοηθήσουν για να πάρει πίσω το θανατικό που έχει πέσει.
Αμπιντίν: Ναι, τι είναι κι αυτό! Εγώ πριν σχεδόν δυο βδομάδες έχασα την αδελφή μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο στενοχωρήθηκα! Ήμασταν τόσο αγαπημένοι! Αχ, Αλλάχ! Γιατί μας βρήκε αυτή η συμφορά;
Ονούρ: Όλοι κατηγορούν γι αυτό τον Τζισταράκη. Κάτι πρέπει να κάνουμε! Όλοι μας κάθε μέρα χάνουμε και από έναν συγγενή μας.
Αμπιντίν: Πρέπει να συνεργαστούμε με τους χριστιανούς να βρούμε μια λύση, γιατί σε λίγο θα ξεκληριστούμε όλοι.

Στο μεταξύ, ο Τζιβάν είχε ήδη από ώρα ανοίξει 23 το μαγαζί της οικογένειας στο Παζάρι. Την ώρα που τελείωνε με την τακτοποίηση ενός καινούργιου φορτίου θεραπευτικών βοτάνων, που είχε παραλάβει το πρωί, μπήκε στο κατάστημα ένας γνώριμος πελάτης.

Τζιβάν: Καλή μέρα σας, κύριε Μιχάλη!
Μιχαήλ: Καλή μέρα, Tζιβάν!
Τζιβάν: Τι επιθυμείτε;
Μιχαήλ: Θα ήθελα μια οκά κάπαρη. Άκουσα ότι έχει θεραπευτική δύναμη. Τώρα με το θανατικό κόλλησε ο γιος μου κι η γυναίκα μου.
Τζιβάν: Ο Θεός να σας βοηθήσει! Αχ, Αλλάχ, Αλλάχ! Κι η θεία μου βασανιζόταν με υψηλό πυρετό και ρίγη και τελικά πριν δυο βδομάδες πέθανε. Μακριά από εσάς!

Στο μεταξύ μπήκε άλλος ένας πελάτης στο μαγαζί, ο κύριος Χρήστος.

Χρήστος: Γεια σου Tζιβάν!
Τζιβάν: Καλώς τον κύριο Χρήστο!
Χρήστος: Βρε Τζιβάν, έχεις κανένα καλό βότανο για τον πυρετό; Έχω τη γυναίκα μου δυο μέρες τώρα στο κρεβάτι με ψηλό πυρετό και ρίγη και φοβάμαι πολύ γι αυτήν.
Μιχαήλ: Καλημέρα Χρήστο! Χτύπησε και στο δικό σας σπίτι η αρρώστια; Κάπαρη να πάρεις. Άκουσα από ένα φίλο μου γιατρό ότι η κάπαρη βοηθάει πολύ.
Χρήστος: Γεια σου Μιχαήλ! Με συγχωρείς, έτσι όπως είμαι δε σε πρόσεξα. Σ’ ευχαριστώ για τη συμβουλή. Βάλε μου, Τζιβάν, μισή οκά κάπαρη.
Τζιβάν: Αμέσως κύριε Χρήστο! Ορίστε η κάπαρη που ζητήσατε!
Χρήστος: Σ’ ευχαριστώ Τζιβάν. Σε χαιρετώ.
Μιχαήλ: Σ’ ευχαριστώ κι εγώ Τζιβάν. Δώσε τα συλλυπητήριά μου στον πατέρα σου για την αδελφή του.
Τζιβάν: Να είστε καλά!

O Αμπιντίν, μετά το παζάρι, μαζί με πολλούς Τούρκους προύχοντες κατευθύνθηκε προς το γειτονικό Κουσέγιο, την έδρα της ελληνικής Δημογεροντίας, όπου τους περίμεναν οι χριστιανοί δημογέροντες να συζητήσουν το φλέγον θέμα που τους απασχολούσε. Ξεκίνησαν όλοι μαζί από 24 το σπίτι του Αμπιντίν, όπου είχαν αρχικά συγκεντρωθεί. Άφησαν αριστερά 25 τον Τεκέ του Μπραΐμη, το παλιό υδραυλικό ρολόι του Κυρρήστου. Σ’ αυτό, πριν από λίγα χρόνια, είχαν εγκατασταθεί 26 οι παράξενοι Δερβίσιδες, που τους σεβόταν όλη η γειτονιά. 27 Από μέσα ακούγονταν ψαλμοί στίχων από το Κοράνι.
28 Κατηφορίζοντας αργά κοντστάθηκαν μπροστά 29 στην περίτεχνη πύλη του Μεντρεσέ, απέναντι από Φετιχιέ τζαμί. Ασυναίσθητα το βλέμμα του Αμπιντίν έπεσε 30 στην κτητορική επιγραφή 31 του Μεχμέτ Φαχρή που 38 χρόνια πριν έδωσε τα χρήματα για να κτιστεί αυτό το στολίδι της πόλης, στο οποίο τώρα, μαζί με το γιό του τον Μπαρίς σπούδαζε η δεύτερη γενιά ιεροσπουδαστών. Ο ιμάμης στο Φετιχιέ τζαμί εδώ διδάχτηκε το Ιερό Κοράνι που τόσο όμορφα τους το ερμηνεύει κάθε Παρασκευή. Θυμήθηκε, όταν τον έκτιζαν, δεκατεσσάρων χρονών παλικαράκι ήταν πόσο του είχε κάνει εντύπωση τότε. Αυτό που μάγευε τα εφηβικά του μάτια ήταν 32 οι πανύψηλες καμινάδες του και 33 τα περίτεχνα στολίδια της πρόσοψής του.
Στρίβοντας δεξιά φάνηκε 34 ο τρούλος της Μεγάλης Παναγιάς, της πιο περίοπτης εκκλησίας των χριστιανών στο κέντρο του παζαριού. Του έκανε εντύπωση ο ψηλός τρούλος της. Του θύμιζε κάπως 35 αυτόν που, χαμηλότερο βέβαια, είχε το κοντινό Φετιχιέ τζαμί. Τόσες φορές είχε περάσει από εκεί κι όμως ήταν η πρώτη φορά που το συσχέτιζε.
Πριν από λίγα χρόνια είχε αξιωθεί να κάνει το «χατζ», το προσκύνημα 36 στη Μέκκα που είναι όνειρο ζωής για κάθε μουσουλμάνο. Εκεί στην Αραβία τα τζαμιά είναι αλλιώς, 37 έχουν επίπεδη στέγη. Τα δικά τους εδώ έχουν κάτι που θυμίζει τις παλιές εκκλησίες των χριστιανών από την εποχή των Ρωμαίων βασιλέων. 38 Οι θόλοι τους 39, 40 το ρεφάτ στην είσοδο με τα μικρά κομψά κολονάκια και τους πολλούς θολίσκους, ακόμα 41 κι ο τρόπος που είναι χτισμένοι οι τοίχοι με πολλά μικρά κομμάτια κεραμίδι ανάμεσα στις πέτρες του θυμίζουν έντονα τις παλιές ρωμαίικες εκκλησιές. Κάποιες φορές νομίζεις ότι τζαμιά κι εκκλησίες έγιναν από τους ίδιους μαστόρους.
Μια φορά που έτυχε να μπει σε 42 μια εκκλησία από περιέργεια, ο χώρος, με τα πολλά καντήλια, κατά μια περίεργη συγκυρία του φάνηκε κάπως οικείος, του θύμισε λίγο το τζαμί τους. Μόνο που δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί μπαίνουν οι χριστιανοί με τα παπούτσια τους μέσα στις εκκλησίες και 43 γιατί  ζωγραφίζουν όλα αυτά τα πρόσωπα στους τοίχους.
Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά, είδε μια μεγάλη ομάδα χριστιανών που έβγαιναν από 44 την εκκλησία λυπημένοι. 45 Ήταν φανερό ότι είχαν κηδεία. Αυθόρμητα σκέφτηκε την αδελφή του, που την έχασε πριν δυο βδομάδες. Ένα σφίξιμο ένιωσε στην καρδιά, ήταν πολύ αγαπημένοι οι δυο τους, αλλά συγχρόνως και μια συμπάθεια προς τους λυπημένους συμπολίτες του. Πόσο ο πόνος ενώνει τους ανθρώπους, σκέφτηκε, τι κι αν έχουν άλλη πίστη.
Το Κουσέγιο 46, η ελληνική Δημογεροντία ήταν δυο βήματα από εκεί. Οι χριστιανοί προύχοντες τούς υποδέχτηκαν εγκάρδια. Ένιωσαν ζεστά σαν αδέλφια. Το φως έμπαινε άπλετο από τα μικρά, γραφικά παραθυράκια που κοσμούσαν το δωμάτιο. Οι υπόλοιποι είχαν ήδη καθίσει στις θέσεις τους, έτοιμοι για την καθορισμένη συνεδρίαση. 47 Οι δημογέροντες, οι προύχοντες, οι επίτροποι της πολιτείας και του γραμματέα. Οι άρχοντες και οι ηγούμενοι των μονών ήταν όλοι εκεί για να συζητήσουν το θέμα που καιρό τώρα απασχολούσε όλη την πόλη, την υπόθεση Τζισταράκη. Τον λόγο πήρε πρώτος ο δημογέροντας Θεόφιλος.

Θεόφιλος: Όπως αποφασίστηκε την προηγούμενη Δευτέρα στην συνάντηση των Δημογερόντων με τον Αρχιερέα στο επισκοπείο, λόγω της σοβαρότητας της υπόθεσης, Έλληνες και Τούρκοι, είναι αποφασισμένοι να δράσουν ενωμένοι σαν γροθιά κατά του Τζισταράκη προκειμένου να βρεθεί μια λύση. Συμφωνείτε;
Αμπιντίν: Δε χωρά συζήτηση! Ο Τζισταράκης είναι πονηρός. Πρέπει να κινηθούμε γρήγορα αλλά και με περίσκεψη. Προχθές, με αφορμή μια εμπορική συναλλαγή, ήρθα σε επαφή με ένα έμπιστο πρόσωπο του πασά του Ευρίπου. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι ο Τζισταράκης προσπάθησε να δωροδοκήσει τον Πασά επιδιώκοντας να εξαγοράσει την σιωπή του.
Θεόφιλος: Δεν πιστεύω ότι ο Τζισταράκης θα τα καταφέρει να γλιτώσει τόσο εύκολα. Ο Πασάς του Ευρίπου είναι ξύπνιος άνθρωπος. Δε νομίζω ότι θα του τη χαρίσει.
Ορέστης (Έλληνας προύχοντας): Όλος ο κόσμος έχει ξεσηκωθεί εναντίον του. Προτείνω να γίνει μια αναλυτική καταγραφή των θανάτων προκειμένου κατά κάποιο τρόπο να υπολογιστεί το μέγεθος του κακού και να τη στείλουμε στον Πασά. Θα την υπογράψουμε όλοι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί. Δεν μπορεί να μη τη λάβει υπ’ όψιν του.
Αμπιντίν: Είναι καλή ιδέα. Η αλήθεια είναι πως το πρόβλημα έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις. Κι εγώ πριν δυο βδομάδες περίπου έχασα την αγαπη­μένη μου αδελφή. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο άνθρωπος αυτός είναι αγροίκος! Δε σεβάστηκε μια πόλη της οποίας τα μνημεία έρχονται από όλη την Ευρώπη να τα θαυμάσουν. Εμείς έχουμε ακόμα ζωντανή στην παράδοσή μας την επίσκεψη του μεγάλου μας πατισάχ 48 του Μωάμεθ, του φατίχ που πριν τριακόσια χρόνια ήρθε στην πόλη μας για να θαυμάσει τα αρχαία της μνημεία. Τα νιώθουμε δικά μας, όπως κι εσείς. Άνθρωπο που μας έστειλαν να μας κυβερνήσει! Να ανατινάζει την κολόνα για να κάνει ασβέστη για το τζαμί του!
Θεόφιλος: Χαίρομαι για τα λόγια σου Αμπιντίν. Πάντα σε εκτιμούσα και με ικανοποιεί το γεγονός ότι έχετε κι εσείς την ίδια με μας ευαισθησία γι αυτά τα μνημεία. Έχω την εντύπωση πως, αν θέλει, ο πασάς του Ευρίπου μπορεί να τον βάλει στη θέση του. Ο κατής μου εκμυστηρεύτηκε ότι είχε ακούσει για κάποιο παλιό σουλτανικό νόμο που προστατεύει τις αρχαιότητες της μεγάλης μας χώρας. Αν συμφωνείτε, να συντάξουμε από κοινού μια αναφορά προς τον πασά του Ευρίπου και να του εκθέσουμε την κατάσταση λεπτομερώς.
Αμπιντίν: Φυσικά! Συμφωνούμε απολύτως! Και μάλιστα πρέπει να κινηθούμε άμεσα.

Μετά την λήξη της συνεδρίασης ο Ορέστης και ο Αμπιντίν, που ήταν καρδιακοί φίλοι, συνέχισαν κατ’ ιδίαν τη συζήτηση.

Ορέστης: Πράγματι πιστεύεις πως θα καταφέρουμε την τιμωρία αυτού του άξεστου ανθρώπου;
Αμπιντίν: Τι να σου πω κι εγώ; Θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας. Πάντως ο ξεσηκωμός είναι μεγάλος και ο λαός δε θα το αφήσει έτσι.

Οι δύο φίλοι αποχαιρετίστηκαν και ο καθένας πήρε το δικό του δρόμο.
Στο μεταξύ οι γυναίκες στο σπίτι του Αμπιντίν ετοιμάζονταν για το γειτονικό χαμάμ του Αμπίτ Εφέντη. Άλλωστε σύμφωνα με το Κοράνι η καθαριότητα είναι ένα απαραίτητο στοιχείο της θείας χάρης. Εκτός όμως από καθαριότητα το Χαμάμ παρείχε τη δυνατότητα συντροφιάς στις γυναίκες και αποτελούσε μέρος της κοινωνικής τους ζωής. Εκεί γίνονταν από συζητήσεις για τις πολιτικές εξελίξεις και τα κοινωνικά θέματα μέχρι και συνοικέσια.
Η Σεβίμ με τις κόρες της πήραν από μια αλλαξιά ρούχα και ξεκίνησαν. Στο δρόμο η μητέρα προειδοποίησε τις μικρές κόρες της να είναι ήσυχες όσο θα μιλάει με τις φίλες της στο χαμάμ.
Όταν έφτασαν, μπήκαν πρώτα στο αποδυτήριο, το χώρο υποδοχής. Εκεί
49 προμηθεύτηκαν καθαρές πετσέτες, τον κεσέ, ένα πάνινο σκληρό εργαλείο, και τάσια για το λουτρό. Έβαλαν τα ειδικά ψηλά τσόκαρα και παίρνοντας άφθονο σαπούνι (ο ελαιώνας της Αθήνας ήταν αστείρευτη πηγή) πέρασαν στο δεύτερο δωμάτιο, το χλιαρό, που είχε μέτρια θέρμαν­ση, για να συνηθίσει ο οργανισμός τους τη ζέστη 50.
Η Σεβίμ πλησίασε τις φίλες της Ατζέλια, Μπουρτζάκ, Ντενίζ και Αφροδίτη. Μαζί κατευθύνθηκαν 51 στο κυρίως λουτρό 52, το θερμό δωμάτιο. Το βλέμμα τους περιπλανήθηκε από τις γούρνες με το τρεχούμενο νερό στο μεγάλο μαρμάρινο πάγκο για τις εντριβές στη μέση μέχρι 53 τους κομψούς θόλους ψηλά 54 με τις γυάλινες φεγγίδες που επέτρεπαν διακριτικά στο φως να μπει μέσα.
Μετά τη διαδικασία του λουτρού οι γυναίκες έπιασαν την κουβέντα... 55

Σεβίμ: Ατζέλια, αν θυμάμαι καλά, έχουμε να σε δούμε πάνω από βδομάδα. Τι συνέβη; Για να μην έρθεις θα πρέπει να υπήρχε πολύ σημαντικός λόγος.
Ατζέλια: Αχ, και να μην υπήρχε. Το κακό που πνίγει το λαό μας χτύπησε και την δική μας πόρτα. Η Ετζέ , η αδερφή του άνδρα μου, ήταν βαριά άρρωστη και έχασε τον κακομοίρη τον άνδρα της πριν πέντε μέρες. Τι να κάνουμε! Ήμασταν οι μόνοι που μπορούσαμε να της σταθούμε.
Μπουρτζάκ: Μακριά από μας τέτοια πράγματα!
Αφροδίτη: Όμως, μετά από όλα όσα συνέβησαν με αυτόν τον Τζισταράκη, το κακό αφανίζει όλες τις οικογένειες.
Σεβίμ: Απ' ότι κατάλαβα σήμερα είχαν συνάντηση για να βρεθεί ένας τρόπος να τον διώξουν.
Ντενίζ: Και πολύ καλά θα κάνουν! Δε γίνεται τέτοιοι άνθρωποι να μένουν ατιμώρητοι και να μας κυβερνάνε μάλιστα!

Με την συζήτηση η ώρα πέρασε γρήγορα και οι πέντε γυναίκες, έχοντας τελειώσει το μπάνιο τους, φόρεσαν ένα λινό φόρεμα πέρασαν στο ειδικό δωμάτιο περιποίησης όπου συνήθιζαν να κάνουν αποτρίχωση ή να βάζουν χένα στα μαλλιά, τα χέρια και τα πόδια. Όσο γίνονταν όλα αυτά συνέχιζαν τη συζήτηση.

Σεβίμ: Κι εμείς στην ίδια κατάσταση βρισκόμαστε. Δεν πέρασαν ούτε δυο βδομάδες από τότε που χάσαμε την Εμινέ, την αδερφή του άντρα μου.
Ατζέλια: Μην μου λες τέτοια και με τρομάζεις!
Αφροδίτη: Δεν μπορώ πια να μιλάμε για τέτοια στενάχωρα πράγμα­τα!
Μπουρτζάκ: Ας αλλάξουμε κουβέντα. Έχετε ακούσει για το χαμάμ της Φατιμέ; Από τότε που έφυγε από εδώ με εκείνον τον καπνέμπορο, έχει αλλάξει η ζωή της. Ζει τόσο πλουσιοπάροχα που πλέον έχει και ιδιωτικό χαμάμ με αποδυτήρια, τουαλέτες, αίθουσες με χλιαρό νερό, ειδικό δωμάτιο για αποτρίχωση.
Σεβίμ: Τι να κάνουμε; Κάποιες τα έχουν όλα...
Ντενίζ: Ας αρκούμαστε σε αυτά που έχουμε... και ...έχει ο Αλλάχ.

Αφού η περιποίηση έκανε τον κύκλο της, ήρθε η ώρα να γυρίσουνε στα σπίτια τους. Πρώτη έφυγε η Σεβίμ, αποχαιρετώ­ντας τις φίλες της.

Σεβίμ: Πάω τώρα κι εγώ, γιατί έχουμε και τις ετοιμασίες τις ονοματο­δο­­σίας. Ελπίζω ότι θα σας δούμε το βράδυ.
Κορίτσια: Φυσικά!

Γ΄ ΜΕΡΟΣ 1

Παράλληλα οι Ντουγιάλ, Μωάμεθ, Κενάν και Αχμέτ, απαλλαγμένοι από τις υποχρεώσεις του κορανικού σχολείου, αποφάσισαν να κάνουν έναν περίπατο γύρω από το Κάστρο και να επισκεφθούν το φίλο τους τον Αμπντουλάχ που έμενε μαζί με τον στρατιωτικό πατέρα του, τον Μπυλέντ και τη μητέρα του, την Γκυντέρ σ’ ένα σπίτι μέσα σ’ αυτό.
Βάδιζαν αργά στον κεντρικό δρόμο που συνέδεε το εμπορικό κέντρο της πόλης με 2 το λιθόστρωτο δρόμο που οδηγούσε στο Κάστρο και περνώντας 3 τη Ντάπια του Λιονταριού βρέθηκαν στη βορειοδυτική πλευρά του. Ανηφορίζοντας προς 4 την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στα Μάρμαρα, που βρισκόταν στη θέση 5 της αρχαίας πηγής της Κλεψύδρας, η οποία ακόμα υδροδοτούσε όλα τα σπίτια του Κάστρου, άφησαν πάνω δεξιά στο βράχο 6 τα τρία σπηλαιώδη ανοίγματα που στην αρχαιότητα ήταν αφιερωμένα σε αρχαίες ελληνικές θεότητες (το Δία, τον Απόλλωνα και τον Πάνα) κι όπου παλιότερα είχε 7 το ασκητήριό του ένας χριστιανός ασκητής και κατευθύνθηκαν 8 προς το Κάστρο.
Συνέχισαν να περπατούν προς τα δυτικά 9 προσπερνώντας 10 τον τεκέ του Χουσεΐν Ἐφέντη και 11 το μεγάλο μουσουλμανικό νεκροταφείο. Έφτασαν κάτω από 12 τα ερειπωμένα αρχαία Προπύλαια, τα οποία τώρα τειχισμένα 13 με έναν ψηλό πύργο στο πλάι, προστάτευαν 14 τη μοναδική πρόσβαση στο Κάστρο. Προσέγγισαν την μικρή αυλή μπροστά στην 15 Πόρτα των Φυλάκων.
Μετά τον έλεγχο των φρουρών ανηφόρισαν 16 προς 17 το εσωτερικό του Κάστρου και κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του Αμπντουλάχ 18. Ήταν ένα από 19 τα διακόσια σπίτια που κάλυπταν το χώρο μπροστά από τα ερείπια 20 του περίφημου τζαμιού Ισμαϊνδή, του αρχαίου Παρθενώνα, έως και 21  το κομψό κτίσμα του Ερεχθείου 22  που κοσμούσε το βράχο αριστερά.
Ήταν περίλαμπρο εκείνο το τζαμί 23. Ήταν το στολίδι της πόλης 24. Μέχρι κι ο ξακουστός 25 Μωάμεθ ο Πορθητής είχε έρθει εδώ, για να το θαυμάσει σύμφωνα με τις διηγήσεις των γεροντότερων. Είναι δυστυχώς γύρω στα εβδομήντα χρόνια που καταστράφηκε 26. Τι χαλασμός κι εκείνος! Τίποτα σχεδόν δεν είχε μείνει όρθιο στην πόλη. Η πολιορκία του Κάστρου από τους Βενετούς, η καταστροφή της πόλης κι 27 η ανατίναξη του τζαμιού το 1687 είχαν σφραγίσει ανεξίτηλα τη μνήμη των γεροντότερων, που διηγούνταν τα γεγονότα εκείνα με τρόμο. Τα παιδιά είχαν ακούσει τέτοιες διηγήσεις και στη θέα 28 των ερειπίων του αρχαίου ναού, που όπως είχαν ακούσει ήταν κάποτε και 29 εκκλησία των χριστιανών 30, τους δημιουργήθηκε ένα αίσθημα θλίψης. Τώρα 31 στο μέσον του ερειπωμένου ναού υψωνόταν 32 ένα μικρό τζαμί 33 που κτίστηκε λίγα χρόνια μετά την 34 απελευθέρωση της πόλης από τους Βενετούς.
Η φωνή της Γκυντέρ, της μητέρας του Αμπντουλάχ, που σκουπίζο­ντας την αυλή είχε βγει έως την αυλόπορτα και τους είδε, τους έβγαλε από αυτές τις σκέψεις.

Γκυντέρ: Καλώς τα παιδιά , περάστε!
Ντουγιάλ: Καλημέρα, κυρία Γκυντέρ! Tι κάνετε; Ο Αμπντουλάχ είναι εδώ; Είναι μέρες που δεν τον είδαμε κάτω στην πόλη. Είναι καλά;
Γκυντέρ: Καλά είμαστε προς το παρόν. Ο Αμπντουλάχ δεν κατέβηκε τις τελευταίες μερες στο κορανικό σχολείο. Τον κράτησα από φόβο εδώ πάνω που έχει και πιο καθαρό αέρα. Πριν λίγο τον έστειλα για ένα θέλημα σε μια γειτονική οικογένεια. Εσείς πώς και είστε τέτοια ώρα εδώ;
Μωάμεθ: Κι εμάς δε μας άφησε η μητέρα να πάμε στο κορανικό σχολείο. Φοβάται πολύ λόγω της επιδημίας που έχει εξαπλωθεί στην Κάτω Πόλη.
Γκυντέρ: Δεν έχει άδικο. Κι εδώ ανησυχούμε πολύ, γιατί πολλοί Καστριώτες αρρώστησαν βαριά και αρκετοί πέθαναν. Να φανταστείτε ότι 35 το νεκροταφείο έξω από τον περίβολο της πόλης, όπου ενταφιάζουμε τους νεκρούς μας λόγω έλλειψης χώρου εδώ, έχει σχεδόν γεμίσει!
Ντουγιάλ: Πραγματικά η κατάσταση είναι δραματική. Μόνο στη βοήθεια του Αλλάχ ελπίζουμε πια!
Γκυντέρ: Σίγουρα!
Αχμέτ: Ο Αμπντουλάχ θα αργήσει;
Γκυντέρ: Δε νομίζω. Μπορείτε όμως να τον περιμένετε όση ώρα θέλετε. Ελάτε να σας φιλέψω κάτι.
Κενάν: Ευχαριστούμε, δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς δεν ήταν σίγουρο ότι θα τον βρίσκαμε.
Αχμέτ: Παιδιά, δεν πρέπει να καθυστερήσουμε, για να προλάβουμε τη μεσημεριανή προσευχή στο τζαμί με τον πατέρα.
Μωάμεθ: Δίκιο έχεις, Αχμέτ. Ας πηγαίνουμε καλύτερα!
Γκυντέρ: Δεν επιμένω, για να μην αργήσετε. Χαιρετισμούς στους γονείς και στις αδελφές σας !

Τα αγόρια χαιρέτησαν και έφυγαν. Κατεβαίνοντας από το Κάστρο ο Κενάν παρακάλεσε να πάνε για λίγο από τη νότια πλευρά στις εξοχές για να μαζέψουν λουλούδια για τη μητέρα. Ήξερε πόσο της άρεσαν. Παρά τις αντιρρήσεις του Αχμέτ ότι θα αργήσουν στο τζαμί για χάρη της μάνας τους ξεμάκρυναν για λίγο προς την άλλη πλευρά του Κάστρου.
Βγήκαν από 36 την πύλη στη νοτιοδυτική γωνία του φρουρίου  και κατεβαίνοντας προς 37 τη νότια πλευρά προσπέρασαν 38 τα εντυπωσιακά ερείπια του Ωδείου Ηρώδου του Αττικού που τώρα αποτελούσαν 39 τμήμα των οχυρώσεων που προστάτευαν το Κάστρο από νότια. Έφθασαν μαζεύοντας πολύχρω­μα ευωδιαστά λουλούδια μπροστά 40 στην εκκλησία της Παναγίας της Σπηλιώτισσας, που βρισκόταν μέσα σε μια σπηλιά ψηλά στο βράχο, εκεί που στην κλασική Αθήνα ήταν το χορηγικό μνημείο του Θρασύλλου. Είδαν δύο γυναίκες 41, οι οποίες κρατώντας από μία τεράστια λαμπάδα στα χέρια τους μπήκαν μέσα στην εκκλησία. Ήξεραν από χριστιανούς φίλους τους ότι οι μητέρες πήγαιναν να προσευχηθούν ευλαβικά στην Παναγία για τα άρρωστα παιδιά τους ανάβοντας λαμπάδες ίσαμε το μπόι τους! Ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά από την είσοδο 42 τάχυναν το βήμα τους, γιατί είχαν αργήσει πολύ.
Από μακριά ήδη ακουγόταν η φωνή των μουεζίνηδων που καλούσαν από τα διάφορα τζαμιά της πόλης τους πιστούς στη μεσημβρινή προσευχή της Παρασκευής, τη σημαντικότερη όλης της εβδομάδας. Έφτασαν λαχανιασμένοι 43 στο Φετιχιέ τζαμί, όταν οι τελευταίοι πιστοί έμπαιναν μέσα. Πλύθηκαν βιαστικά, ενώ 44 ο Αμπιντίν τούς παρακο­λου­θούσε επιτιμητικά από το ρεφάτ.
Όταν τελείωσε το κήρυγμα του ιμάμη, οι πιστοί άρχισαν να βγαίνουν σιωπηλά από τη μεγάλη αίθουσα, να περνούν ένας ένας από τη στενή είσοδο και να σκορπίζονται στην αυλή του τεμένους. Τότε ο Αμπιντίν με μεγάλη χαρά ξεχώρισε ανάμεσα στο πλήθος το φίλο του Τουργκούτ που τον ακολουθούσαν οι δύο γιοι του, ο Κενάν και ο Οσμάν. Έτρεξε προς αυτούς κι ακούμπησε το δεξί του χέρι στον ώμο του Τουργκούτ. Αυτός γύρισε ξαφνιασμένος κι, όταν αντίκρισε τον Αμπιντίν ,τον αγκάλιασε συγκινη­μένος.

Τουργκούτ: Τι κάνεις Αμπιντίν; Μόνος είσαι, πού είναι τ’ αγόρια σου;
Αμπιντίν: Όλοι είμαστε εδώ. Να εκεί είναι, δίπλα στην κρήνη, φορούν τα υποδήματά τους.
Τουργκούτ: Πω, πω κάτι λεβέντες που έχεις! Ο Αλλάχ να τους δίνει ζωή και να τους φυλάει από κάθε κακό. Οι υπόλοιποι τι κάνουν; Η Σεβίμ και τα κορίτσια είναι καλά;
Αμπιντίν: Καλά είμαστε, Τουργκούτ. Αλήθεια, πώς σου φάνηκαν τα λόγια του ιμάμη; Πολύ σκληρός ο λόγος του.
Τουργκούτ: Δικαιολογημένα! Η πράξη του Τζισταράκη έχει προκαλέσει αρκετές αντιδράσεις...
Αμπιντίν: Κι εκτός των άλλων μερικοί την έχουν συνδέσει με το θανατι­κό.
Τουργκούτ: Άστα, φίλε μου. Αυτή η αρρώστια έχει αφανίσει πολύ κόσμο! Θέλει πολλή προσοχή! Λες να μας βρήκε το κακό εξαιτίας της κολόνας που έριξε εκείνος ο άπληστος κι ανόητος Τζισταράκης;
Αμπιντίν: Κανείς δεν ξέρει πώς απλώθηκε αυτή η επιδημία. Από κάποιον άκουσα ότι την έφερε ένα πλοίο που άραξε στο Πόρτο Λεόνε. Πάντως στο μαγαζί πολύς κόσμος ζητάει βότανα ελπίζοντας ότι μ’ αυτά θα αντιμετω­πίσει τα συμπτώματα της αρρώστιας.
Τουργκούτ: Τι να κάνεις με τα βότανα! Τυχεροί είναι κάποιοι πλούσιοι γείτονες, χριστιανοί, που φεύγουν στις εξοχές και στα περιβόλια. Eκεί λένε δεν υπάρχει κίνδυνος.
Αμπιντίν: Εμείς πού να πάμε μωρέ Τουργκούτ; Έχουμε τις δουλειές μας εδώ. Έτσι θα αφήσουμε τα σπίτια μας; Άλλωστε, ό,τι είναι γραφτό στο κισμέτ θα γίνει.
Τουργκούτ: Ο Αλλάχ να βάλει το χέρι του, να μας προστατεύει από το κακό.
Αμπιντίν: Δόξα να έχει ο Αλλάχ! Ας έχει καλά τις φαμίλιες μας. Θα σας αποχαιρετήσω τώρα, γιατί έχουμε πολλές ετοιμασίες σήμερα με την ονοματοδοσία της μικρής μας Αχού, ξέρεις. Θα έρθεις φαντάζομαι στο σπίτι απόψε.
Τουργκούτ: Είναι δυνατόν να λείψω; Ώρα καλή σας! Καλές δουλειές και προπάντων υγεία!

Ύστερα ο Αμπιντίν κατεβαίνοντας το δρόμο από το σπίτι του, πέρασε από 45 την Παζαρόπορτα, έστριψε δεξιά και λίγα μέτρα μετά αντίκρισε τον ψηλό περίβολο του σπιτιού του Λογοθέτη. Κατευθύνθηκε προς 46 τη στενή αυλόπορτα, που ήταν στολισμένη με στρογγυλοκέφαλα καρφιά.
Μπαίνο­ντας 47 στην καλαίσθητη αυλή είδε τον πλούσιο κήπο στη μέση του οποίου έτρεχε άφθονο νερό. Ακόμη υπήρχε ένα μικρό πηγάδι όπου σύμφωνα με τους θρύλους ζούσαν εκεί οι αρχαίοι εφέστιοι θεοί. Σε μια γωνία παρατήρησε 48 ένα μεγάλο αρχαίο ανάγλυφο από τη ζωφόρο του Παρθενώνα.
Εντυπωσιασμένος από την ομορφιά του έριξε ασυναίσθητα μια φευγαλέα ματιά στην αριστερή πλευρά της αυλής την οποία κατελάμβανε 49 το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, ιδιοκτησία της οικογένειας Λογοθέτη, ένα από τα πολλά ιδιωτικά παρεκκλήσια που στόλιζαν αρκετές αυλές χριστιανικών αρχοντικών. Δεξιά υψωνόταν το μεγάλο διώροφο σπίτι της οικογένειας.
Χωρίς να χάσει καιρό χτύπησε την πόρτα. Ο Λογοθέτης 50, μόλις τον είδε καταχάρηκε και τον υποδέχτηκε εγκάρδια. Ύστερα τον οδήγησε στο ανώγειο όπου κάθισαν 51 στον καλό οντά, για να συζητήσουν και να ανταλλάξουν τα νέα τους.

Λογοθέτης: Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω! Τι έγινε, συντάχθηκε η επιστολή προς τον πασά του Ευρίπου που συμφωνήσαμε το πρωί στο Κουσέγιο;
Αμπιντίν: Ναι, τη συνέταξε ο κατής. Νομίζω ότι αύριο θα τη στείλουν με έναν έμπιστό μας ταχυδρόμο.
Λογοθέτης: Έχεις κάτι καινούργιο να μου πεις;
Αμπιντίν: Ήρθα να σε προσκαλέσω στην ονοματοδοσία της μικρής μου κόρης, της Αχού, απόψε στις επτά. Συγνώμη που στο λέω την τελευταία στιγμή, αλλά από τότε που έχασα την αδελφή μου δεν μπορώ να βρω τον εαυτό μου.
Λογοθέτης: Μη στενοχωριέσαι. Τέτοια μέρα πρέπει να είστε όλοι χαρούμενοι. Να είσαι σίγουρος, θα χαρούμε πολύ να έρθουμε. Την οικογένειά σου το ξέρεις πόσο την εκτιμούμε.
Αμπιντίν: Σ’ ευχαριστώ για την αγάπη σου και την εκτίμησή σου. Το ξέρεις πως πάντα σε θεωρούσα πολύ δικό μου άνθρωπο. Γι αυτό φαίνεται σε άφησα τελευταίο για να σε προσκαλέσω.
Λογοθέτης: Καμιά παρεξήγηση! Ζούμε σε δύσκολες εποχές κι είναι απαραίτητο να υπάρχει κατανόηση και καλή θέληση στις μεταξύ μας σχέσεις.
Αμπιντίν: Ας ευχηθούμε λοιπόν για το καλύτερο!

Εκείνη τη στιγμή, που ο Αμπιντίν ετοιμαζόταν να φύγει, ακούστηκαν χαρούμενες, κοριτσίστικες φωνές από την είσοδο του μεγάλου αρχοντικού. Η Αϊσού, η Μπέντια 52 και η Μερόπη 53, η πανέμορφη κόρη του άρχοντα Λογοθέτη, εμφανίστηκαν μπροστά στους δύο άντρες επιστρέφοντας από τον περίπατό τους. Η Αϊσού κι η Μπέντια ξαφνιάστηκαν που είδαν τον πατέρα τους εκεί, αλλά δεν παραξενεύ­τηκαν, γιατί ήξεραν τη στενή φιλία που τον συνέδεε με τον άρχοντα Λογοθέτη. Ήταν κι οι δυο τους από τα πιο σημαίνοντα μέλη της αθηναϊκής κοινωνίας.
Αφού χαιρέτησαν, πήρε το λόγο η Μπέντια και άρχισε να διηγείται πώς έφτασαν περπατώντας οι τρεις τους έως τα βόρεια όρια της πόλης και βρέθηκαν μπροστά σε μια πολύ περίεργη εκκλησία, που η Μερόπη τους είπε ότι ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη 54. Τους έκανε μεγάλη εντύπωση η ψηλή χοντρή κολόνα που έβγαινε πάνω από τη στέγη της εκκλησίας.
Η πόλη ήταν γεμάτη εκκλησίες
55, πάνω από εκατό τους είχε πει κάποιος 56-65, αλλά σαν κι αυτή δεν είχαν ξαναδεί. Αυτό που τους προξένησε μεγάλη έκπληξη ήταν οι πολλές χρωματιστές κλωστές που ήταν δεμένες γύρω από την κολόνα. Η Αϊσού, που ήταν λάτρης του ωραίου, γοητεύτηκε από το μεγαλείο του κορινθιακού κίονα, της θύμισε εξάλλου έναν άλλο μεγάλο κίονα δίπλα σ’ ένα δικό τους τζαμί, που ο κόσμος το λέει «το τζαμί της κολόνας».
Η Μερόπη φρόντισε να τους εξηγήσει πως σύμφωνα με την παράδοση των χριστιανών ο άγιος Ιωάννης θεραπεύει τους ασθενείς που υποφέρουν από κάθε είδους βαριά αρρώστια. Οι χριστιανοί λοιπόν ανάλογα με την ασθένεια που τους βασανίζει δένουν μια ανάλογου χρώματος κλωστή γύρω από την κολόνα για να δέσουν, όπως λένε, την αρρώστια. Ήταν τόσες πολλές οι κλωστές που ήταν αδύνατον να τις μετρήσει κανείς όση υπομονή κι αν είχε.
Τα δυο κορίτσια είχαν ενθουσιαστεί με το μικρό γραφικό εκκλησάκι. Συνδύαζε τόσο αρμονικά στοιχεία του ένδοξου αρχαίου παρελθόντος της πόλης, απ’ τα οποία ήταν γεμάτοι όλοι οι μαχαλάδες 66-73 και κυρίως το Κάστρο 74, 75, με τη συγκινητική χριστιανική παράδοση, όπως τους την είχε μεταφέρει η Μερόπη.
Ο Αμπιντίν 76 άκουγε με ενδιαφέρον, αλλά και κρυφό καμάρι τις κόρες του να διηγούνται με τόσο ενθουσιασμό τη νέα τους ανακάλυψη. Στη συνέχεια, αφού αντάλλαξαν δυο τελευταίες κουβέντες με το φίλο του, το Λογοθέτη, χαιρέτησε, πήρε τις κόρες του κι έφυγαν για το σπίτι τους ανανεώνοντας το ραντεβού για το απόγευμα.
Μερικές ώρες αργότερα στο σπίτι του Αμπιντίν ήταν μαζεμένη όλη η οικογένεια για την τελετή της ονοματοδοσίας της μικρής κόρης του, της Αχού. Είχαν μαζευτεί αρκετοί: οι φίλοι των αγοριών του, οι φίλες των κοριτσιών και της Σεβίμ αλλά και πολλοί άλλοι δικοί του φίλοι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί μεταξύ των οποίων ξεχώριζε με το παράστημά του ο άρχοντας Λογοθέτης με την οικογένειά του.
Όλοι συζητούσαν μεταξύ τους φιλικά. Πρόσκαιρα είχαν αφήσει παράμερα τις στενόχωρες σκέψεις και περίμεναν το Χότζα, για ν’ αρχίσει η τελετή. Άλλωστε, το επίκεντρο τώρα ήταν η ομορφούλα Αχού που είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά της γιαγιάς της, της Γκιουλιστάν.
Ο θόρυβος από την αυλόθυρα τούς έκανε να σταματήσουν τις συζητήσεις. Ήταν φανερό πως ο χότζας είχε φτάσει.

Χότζας: Ειρήνη σε όλους σας!
Αμπιντίν: Καλώς το χότζα μας! Ας αρχίσουμε, μην καθυστερούμε!

Ο χότζας άρχισε να διαβάζει προσευχές και να ευλογεί την οικογένεια και τους καλεσμένους. Η γιαγιά της μικρής, η περήφανη Γκιουλιστάν, έσκυψε και ψιθύρισε το όνομα του παιδιού στο αυτί του Χότζα κι εκείνος στη συνέχεια το φώναξε δυνατά τρεις φορές.
Μετά την τελετή ονοματοδοσίας ο χότζας τους συνέστησε να προσέ­χουν να μην αρρωστήσει η μικρή Αχού, αφού η επιδημία εξαπλωνό­ταν ολοένα και περισσότερο, και αποχώρησε.
Ο ήλιος είχε δύσει και όλη η οικογένεια εκτός από τον Μπαρίς, που ήταν στον Μεντρεσέ, είχε καθίσει στο σοφρά για το επίσημο δείπνο, το Ιφτάρ 77. Η ολοήμερη νηστεία είχε ολοκληρώσει τον κύκλο της και μετά την προσευχή που κατηύθυνε ο πατέρας, ως αρχηγός της οικογένειας, όλοι ανυπομονούσαν να γευτούν τα νόστιμα φαγητά που είχε ετοιμάσει η μητέρα, η Σεβίμ.
Αρχικά, για να μαλακώσει το στομάχι εξαιτίας της ολοήμερης αποχής από το φαγητό, ξεκίνησαν με σούπα φτιαγμένη από ζωμό μοσχαριού και κρέας με πατάτες. Πολλά πικάντικα φαγητά θα ακολουθού­σαν: ιτς πιλάφ, μπεϊντί κεμπάπ, παστουρμάς με πλιγούρι, λαχματζούν, γκιόλ μπορέκ και για επιδόρπιο χαλβάς με λάδι και αμυγδαλωτά. Το πλούσιο εορταστικό δείπνο θα έκλεινε ένας καϊμακλίδικος βαρύς ή ελαφρύς καφές για τους μεγάλους.
Τρώγοντας με πολλή όρεξη τα νοστιμότατα φαγητά άρχισαν να συζητούν ζωηρά για τα νέα της μέρας που πέρασε.
Ο Αμπιντίν τούς διηγήθηκε τις συναντήσεις που είχε με τους προύχο­ντες στο Κατηλίκι και στο Κουσέγιο και με τον Τζιβάν προσπάθησαν να μεταφέρουν, όσο πιο παραστατικά μπορούσαν, εικόνες και τις συζητήσεις από το πολύβουο Παζάρι.
Τα υπόλοιπα αγόρια περιέγραψαν με λεπτομέρειες τα όσα είδαν στον περίπατό τους γύρω και πάνω στο Κάστρο εμπλουτίζοντας την περιγρα­φή με εικόνες της πανέμορφης ανοιξιάτικης φύσης. Σε μια περίοπτη θέση στόλιζαν το χώρο σ’ ένα περίτεχνο δοχείο τα λουλούδια που είχαν μαζέψει για τη μητέρα τους από τις εξοχές.
Τα μεγάλα κορίτσια ανέφεραν εντυπωσιασμένα αυτά που είδαν και έμαθαν στη βόλτα τους με τη Μερόπη, ενώ η Σεβίμ, κρυφοκαμαρώνοντας για την ευλογημένη της μεγάλη οικογένεια, από τη μια μάλωνε τη Μελίς και την Γκιουλ που δεν έτρωγαν το φαγητό τους και από την άλλη προσπαθούσε κι αυτή να διηγηθεί αυτά που είχε μάθει από τις φίλες της στο χαμάμ.
Η προσοχή όλων όμως ήταν στραμμένη στη χαριτωμένη Αχού 78, το τιμώμενο πρόσωπο της ημέρας, που μόλις είχε αποκτήσει όνομα και επίσημα. Η τελετή της ονοματοδοσίας τούς είχε κάνει να ξεχάσουν για λίγο τα δυσάρεστα της καθημερινότητας, ενώ το αδιόρατο χαμόγελο στο προσωπάκι της μικρής γέννησε μέσα τους την ελπίδα...

1 σχόλιο: