Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012


ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ
‘Το νούμερο 31328’


“Το νούμερο 31328” του Ηλία Βενέζη είναι το πιο αντιπροσωπευτικό βιβλίο της φρίκης όχι μόνο του μικρασιατικού πολέμου αλλά και της μετέπειτα αιχμαλωσίας. Πρόκειται για τα βιώματα του ίδιου του συγγραφέα στα «Αμελέ ταμπουρού», τα περιβόητα τάγματα εργασίας στα οποία οδηγούνταν οι έλληνες όμηροι των Τούρκων μετά την ήττα στο μικρασιατικό μέτωπο. Το νούμερο αυτό ήταν ο αριθμός της στολής του Βενέζη και το μυθιστόρημα αποτελεί πιο πολύ μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση βιωματικού τύπου που ξεκινά από την αιχμαλωσία του και φτάνει μέχρι την απελευθέρωσή του.

Ο Ηλίας Βενέζης, στον πρόλογο της Β’ έκδοσης, το καλοκαίρι του 1945, γράφει:

Το βιβλίο τούτο είναι γραμμένο με αίμα. Ένας κριτικός του σημείωνε κάποτε για το ύφος του: «Έχει κάτι από τη φονική λαμπρότητα των πολεμικών όπλων, τη φονική λαμπρότητα του αδυσώπητου φωτός». Αλλά εγώ δε μιλώ για το ύφος. Λέω για την καυτή ύλη, για τη σάρκα που στάζει το αίμα της και πλημμυρίζει τις σελίδες του. Για την ανθρώπινη καρδιά που σπαράζει, όχι για την ψυχή. Εδώ μέσα δεν υπάρχει ψυχή, δεν υπάρχει περιθώριο για ταξίδι σε χώρους της μεταφυσικής. Όταν καίγεται έτσι που καίγεται εδώ, με πυρωμένο σίδερο η σάρκα, παντοδύναμη θεότητα υψώνεται αυτή, κι όλα τα άλλα σωπαίνουν. Έχουν να λένε πως κανένας πόνος δεν μπορεί να είναι ισοδύναμος με τον ηθικό πόνο. Αυτά τα λένε οι σοφοί και τα βιβλία. Όμως, αν βγεις στα τρίστρατα και ρωτήσεις τους μάρτυρες, αυτούς που τα κορμιά τους βασανίστηκαν ενώ πάνω τους σαλάγιζε ο θάνατος – και είναι τόσο εύκολο να τους βρεις, η εποχή μας φρόντισε και γέμισε τον κόσμο – αν τους ρωτήσεις, θα μάθεις πως τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται.
Το βιβλίο τούτο είναι ένα αφιέρωμα σε αυτόν τον πόνο.

                           ΔΥΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ ( σελ.175-177 )

Ο γιατρός πέρασε και με είδε. Ύστερα έστειλε ένα στρατιώτη και με πήγε στο ιατρείο του. Το χρησιμοποιούσε και για κατοικία.
Μου δείχνει να καθίσω.
- Είσαι πολύ νέος, μου λέει. Τι δουλειά έκανες;
- Πήγαινα σχολείο.
- Ε, και πως σε πιασαν;
- Έτσι.
Ο γιατρός σωπαίνει – σίγουρα δε βρίσκει τη γαλλική λέξη να αρχίσει τη νέα κουβέντα.
- Δεν ξέρεις τούρκικα; με ρωτά αργότερα.
- Όχι,  ό,τι μαθαίνω τώρα.
Πάλι σωπαίνει. Ύστερα λέει πως πρέπει, έτσι αδύνατος, να μη δουλέψω κάμποσες μέρες. Μα πώς να γίνει; Σκέφτεται να βρει, τέλος το βρίσκει:
- Θα πω πως θα ‘χεις δουλειά σε μένα. Να μεταφράζεις φραντσέζικες οδηγίες.
Έτσι έγινε. Πήγαινα το πρωί στο ιατρείο και γύριζα το βράδυ στο κουβούσι μας. Ο γιατρός μου έδωσε ένα παντελόνι και ένα ζευγάρι αρβύλες. Κάθε βράδυ με γέμιζε ψωμιά.
- Για τους συντρόφους σου.
Είχε κάτι οδηγίες φραντσέζικες για φάρμακα. Δεν του ήταν εύκολο να τις εξηγήσει. Μήτε με το λεξικό. Γιατί τα ‘χανε στους χρόνους, δεν ήξερε να βρει το απαρέμφατο. Λοιπόν τον βοηθούσα σ’ αυτό. Έβρισκα τη γαλλική λέξη στο γαλλοτουρκικό λεξικό και του έδινα να διαβάσει την αντίστοιχη τουρκική. Έτσι δουλεύαμε ώρες.
Ήταν πολύ νέο παιδί, μόλις είχε βγει απ’ το Πανεπιστήμιο, με θερμά ανατολίτικα μάτια. Ανθυπίατρος.
Μια μέρα μεταφράζαμε μια οδηγία. “Pous les jeunes meres”.
Έψαχνα για τη λέξη. Τη βρίσκω και του δίνω το λεξικό. Τα χέρια μου μένουν έτσι με το βιβλίο. Δεν το παίρνει.
Γυρίζω και τον κοιτάζω. Μ’ έβλεπε κατάματα.
- Ηλιά... (πάντα με φώναζε έτσι, τονίζοντας το ά.) Έχεις μητέρα;
- Ναι ,του λέω. Έχω.
- Γλίτωσε;
- Ναι γλίτωσε.
Έμεινε σιωπηλός. Έκανε κάτι να πει, μα σταματήσαμε. Συνεχίσαμε τη μετάφραση. Ως το βράδυ ήταν κατσουφιασμένος.
Αναρωτιόμουν: τι έπαθε;
Το άλλο πρωί ο γιατρός έφυγε στον Κιρκαγάτς. Θα γύριζε το βράδυ. Έμεινα με τον υπηρέτη του, τον Ισμαήλ, και τον βοήθησα να μαγειρέψει.
Σαν τελειώσαμε τις δουλειές μας καθίσαμε.
Ο Ισμαήλ ήταν ένα αγαθό ζο απ’ το Ντιάρμπεκιρ. Μ’ έβλεπε να κουλαντρίζω με τον αφέντη του κάτι βιβλία «σου καντάρ», τα λεξικά, να του μιλώ φραντσέζικα και ο θαυμασμός του ήταν τόσο απεριόριστος που φούσκωνε στα μάτια του. Δεν ξέρω για τι είδους ον με περνούσε.
Τσάτρα πάτρα κουβεντιάζαμε.
- Από πού είναι ο Κιαμήλ – μπέης; τον ρωτάω για το γιατρό.
- Απ’ την Προύσα, μου λέει.
- Εκεί είναι η φαμίλια του;
- Ναι. δηλαδή ο πατέρας του. Τη μάνα του... Αυτήν τη σκότωσαν οι δικοί σας.
Ο Ισμαήλ λέει κι άλλα πολλά. Δεν τον ακούγω. Ναι, είναι γιατί δεν τα πολυκαταλαβαίνω.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ  ΙΖ (σελ. 270 - 279 )

Οι μαφαζάδες που μας φυλάνε είναι μεγάλες ηλικίες. Όλοι απ' τα βαθιά της Ανατολής, στον καιρό του πολέμου το 'χαν σκάσει στα βουνά. Το κουβέρνο τότες δεν μπορούσε να τους κυνηγήσει. Μα, τώρα που κάλμαρε το μέτωπο κι ο Έλληνας έφυγε, άνοιξαν τα παλιά κατάστιχα και τους μάζεψαν έναν έναν κι επειδή σε τέτοια ηλικία δεν ήταν πια βολετό να μάθουν να σκοτώνουν ανθρώπους πολιτισμένα, τους βάλαν βοηθητικούς να φυλάνε εμάς.
Στην αρχή τούς είπαν πως θα υπηρετήσουν τρεις μήνες. Οι μήνες γίναν έξι, γίναν εφτά, οχτώ, κι αυτοί ολοένα μέναν μαζί μας και ζυμώνουνταν.
Οι πιο πολλοί τους έχουν γενειάδα. Σιγά σιγά έπιασαν να 'ρχουνται τα βράδια στις παρέες μας. Ψάχνουν με τα δάχτυλα τα γένια τους και λεν, κοιτάζοντας με τ' αγαθά μάτια τους κάπου:
- Αχ, μεμλεκέτ!... (πατρίδα).
Μας λεν τον καημό τους, μας ρωτούν τι να κάμουν.
Δεν έχουμε πολύ κέφι γι' αυτές τις παρέες. Τους ακούμε σχεδόν ψυχρά – ανάμεσά τους κι ανάμεσά μας υπάρχει ο σκληρός τοίχος. Αυτοί δεν είναι που μας κρατούν δεμένους; Τους μισούμε – πρέπει. Κι αν καμιά φορά πιάνεις τον εαυτό σου αφηρημένο σα να 'χει ξεχάσει τον «τοίχο», δε χρειάζεται παρά μια σπίθα μυαλό. Φέρνεις πάλι τότες, ντροπιασμένος, τον κρύο οχτρό στο προσκήνιο.
Μια μέρα οι μαφαζάδες μάθανε –το 'γραφε λέει το φύλλο – πως οι ηλικίες τους απολυθήκαν.
- Τι να κάνουμε; Τι να κάνουμε;
Έρχουνται και μας ρωτούν γεμάτοι απελπισία.
Ένας δικός μας τους ορμηνεύει τότες να σηκωθούν να βγουν στο Διοικητή αναφορά. Έτσι γίνεται, τους λέει, στο στρατό. Θα του πείτε: «Θέλουμε το χαρτί μας!»
Κοιτάζουνται μ' απορία: Μα έχουν την άδεια, λοιπόν, να κάμουν κάτι τέτοιο;
- Και βέβαια την έχετε!
Δεν ξέραν με τι τρόπο να μας φχαριστήσουν για την ορμήνια. Βγάλαν συναμεταξύ τους μιαν επιτροπή από έξι. Μέσα σ' αυτουνούς ήταν κι ένας Αράπης.
Σύμφωνα με τις οδηγίες μας ζήτησαν πρώτα τον υπαξιωματικό, αυτός τους πήγε στο λοχαγό κι από κει τους παρουσίασαν στο Διοκητή, το Γιαννιώτη.
- Τι θέλετε, ουλάν;
- Το χαρτί μας θέλουμε για το μεμλεκέτ! Το λεν οι γαζέτες.
- Τι έκανε λέει;
- Το χαρτί μας για το μεμλεκέτ!
Ωχ, που να 'σουν, μάτια μου! Ο Γιαννιώτης τα 'χασε. Ήταν ένα πράμα ακατανόητο για τον τούρκικο στρατό. Τόσα χρόνια μπίνμπασης δε θυμόταν κάτι παρόμοια φοβερό.
- Ποιος σας ορμήνεψε, κερατάδες! Ποιος σας ορμήνεψε; φώναζε έξω φρενών.
Φοβισμένοι σα ζαρκάδια τού το είπαν: Οι σκλάβοι. Αυτοί ξέρουν. Απασχολημένος κείνη την ώρα, διέταξε να τους κλειδώσουν, όλη την επιτροπή, σ' ένα κελί. Ήταν βράδυ. Αύριο θα τους κανόνιζε.
Η είδηση γέμισε πίκρα όλους τους άλλους μαφαζάδες, που περίμεναν με αγωνία το αποτέλεσμα. Ήμαστε κι εμείς λυπημένοι. Χωρίς λόγο. Τι μας ένοιαζε;

 Την άλλη μέρα ξημέρωνε Παρασκευή. Ο Διοικητής κατά τις δέκα η ώρα διάταξε να μαζευτούν όλοι οι λόχοι των σκλάβων στο ύπαιθρο, έναν μεγάλο τόπο. Ήταν εκεί και ο λόχος των μαφαζάδων.

Σε λίγο φέραν τους έξι στρατιώτες που είχαν βγει χτες στην αναφορά. Φέραν και τρεις σκλάβους, κατηγορημένους απ' τους δικούς μας τους τσαουσάδες γιατί δεν τους κάναν τα θελήματα.
Τους ξεγυμνώνουν όλους ως τη μέση. Μ' ένα μεγάλο σκοινί τούς δέ­νουν, τον ένα με τον άλλο, και τους εννιά αράδα. Ύστερα, τι δυο άκρες το σκοινί το πιάνουν, απ' τη μια κι απ' την άλλη, από δυο στρατιώτες. Σαν τελείωσε η προετοιμασία τούτη ήρθε ο Διοικητής. Από πίσω του τρεις τέσσερις αξιωματικοί. Ο Γιαννιώτης, με δεμένα τα χέρια του στις πλάτες, προχωρεί νευρικά μπρος στην αράδα τους δεμένους. Τους κοιτάζει μες στα μάτια, έναν ένα. Τσιμουδιά. Ύστερα γυρίζει πίσω. Ξαναπερνά από μπροστά τους, έναν ένα. Κι ύστερα άξαφνα, απότομα ξέσπασε η θύελλα:
- Παλιόσκυλα! Παλιόσκυλα! Παλιόσκυλα!
Χτυπούσε με το καμτσίκι από στριμμένο τέλι στο κεφάλι, στα μάτια, στα γυμνά κορμιά. Λάφαζε, ίδρωνε, έπαιρνε δύναμη τρέχοντας ζερβά δεξιά σα να τη ζητούσε, κι ολοένα, χτυπούσε λυσσασμένα, αβάσταχτα, τυφλά. Οι δεμένοι φώναζαν σπαραχτικά, κάναν ασυναίσθητα μια προσπάθεια να συρθούν πότε απ' το ένα μέρος, πότε απ' τ' άλλο. Μα οι στρατιώτες με το σκοινί βαστούσαν την ισορροπία στη διελκυστίνδα.
Σαν απόκαμε πια να χτυπά φώναξε ένα στρατιώτη και του έδωσε το νεύρο. Ο στρατιώτης ήταν απ' την ίδια κλάση, η μοίρα του ήταν με τους έξι.
- Χτύπα! Χτύπα!
Κι αυτός, τρέμοντας, χτυπούσε νευρικά, αδέξια, μπρος στα μάτια του Διοικητή, που σφούγγιζε τον ίδρο του.
Παρακολουθούσαμε τη σκηνή με σφιγμένα δόντια. Στα δασιά στήθια των δεμένων έτρεχε το αίμα – θα 'τρεχε και στον Αράπη, μα σ' αυτόν δε φαινόταν επειδή ήταν μαύρος. Βλέπαμε μονάχα πως άνοιγε το στόμα του και το σφαλνούσε σπασμωδικά, σα να κατάπινε τον αγέρα γουλιά γουλιά.
Τέλος ο Διοικητής αποτραβήχτηκε.
- Θα δουλέψουν δέκα μέρες με τους σκλάβους! διατάζει για τους έξι στρατιώτες.
- Μάλιστα!
Σαν τους λύσαν, οι πιο πολλοί πέσαν καταγής βογκώντας. Μονάχα ο Αράπης, μόλις έμεινε λεύτερος, έπιασε να τρέχει, πηδούσε σαν κατσίκι, ένα κορμί ίσαμε κι πάνου – θα 'θελε φαίνεται να ζεσταθεί.
Τον κυνήγησαν και τον πιάσαν.
Σκορπίσαμε μες στο στρατόπεδο ομάδες ομάδες. Ένα απροσδιόριστο κύμα μεγάλωνε, μεγάλωνε, φούσκωνε - μια γιγαντωμένη προσπάθεια προς τα ψηλά. Και οι άνθρωποι, το πλήθος, ολοένα συνθλίβονταν απ' το τεράστιο κενό:
- Σε τι λοιπόν ξεχωρίζανε αν ήταν Χριστιανοί για Τούρκοι;
Σε τι ξεχωρίζανε; Εμείς ήμαστε γεσήρ, ήμαστε δεμένοι. Εμ αυτοί που ήταν λεύτεροι; Το αίμα αυλάκωσε και τα εννιά κορμιά -τι διαφορά είχε; Μονάχα ο Αράπης – ε, αυτός ήταν μαύρος.
  
Το ίδιο βράδυ. Νύχτα. Τώρα που καλοκαίριασε οι πόρτες στα κουβούσια μας μέναν ανοιχτές. Ένας σκοπός φύλαγε πάντα.
Αυτό το βράδυ στο δικό μας το κουβούσι φύλαγε σκοπός ο στρατιώτης που τον είχαν βάλει το πρωί να μαστιγώσει τους συντρόφους του. Είναι συντριμμένος. Του λέμε να μην πικραίνεται. Ό,τι έγινε έγινε.
- Γιατί; παραπονιέται μελαγχολικά. Γιατί να μας ανοίξετε τα μάτια;
Κοντεύαν μεσάνυχτα. Ολόζεστη η καλοκαιρινή βραδιά. Ξαπλωμένοι δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Ένας νέος διάολος: Συλλογιόμαστε. Όλο το κουβούσι ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι. Μονάχα εκεί, προς το μέρος του μαφαζά, άναβε ένα λυχνάρι. Εκεί δίπλα ήταν το γιατάκι του Μιχάλ-τσαούς.
Ο σκοπός είχε καθίσει χάμω. Το όπλο του μες στα σκέλια. Θαρρούσαμε πως ξαγρυπνούσε.
Ξαφνικά ένας λέει σιγά:
- Κοίτα!...
Από στόμα σε στόμα πήρε είδηση όλο το κουβούσι. Κοιτάζουμε:
Στο λίγο φως, στην πόρτα, διακρίνουμε τον επιλοχία του στρατόπεδου. Ήταν ένα νεαρό τριζάτο κέρατο. Έκανε έφοδο. Πατώντας στις μύτες των παπουτσιών του πλησιάζει το μαφαζά και σιγά, με προσοχή, του παίρνει το όπλο απ' τα χέρια. Κοιμόταν.
Με το όπλο στο χέρι ο επιλοχίας ρίχνει μια ματιά γύρω του. Κοιτάζει προς το γιατάκι του Μιχάλ-τσαούς. Αυτός ροχάλιζε, μα ο υπηρέτης του, το τσανάκι, παρακολουθούσε τη σκηνή.
Ο επιλοχίας τού γνέφει: σουτ! Ύστερα πάει κοντά του, του δίνει το ό­πλο και κάτι του λέει. Ύστερα, με προσοχή, βγαίνει όξω και χάνεται στο σκοτάδι.
Παρακολουθήσαμε τη σκηνή γεμάτοι αγωνία. Καταλάβαμε. Πήγαινε να ειδοποιήσει τον αξιωματικό: Εν ώρα υπηρεσίας το όπλο του σκοπού στα χέρια ενός σκλάβου! Και ο σκοπός ροχαλίζοντας! Αν δεν ήταν κρεμάλα, θα 'ταν φυλακή για όλη του τη ζωή.
Τότες σ' όλο το κουβούσι αμολήθηκε ένα υπόκωφο βογκητό. Ολοένα δυνάμωνε, σαν τα βόδια που τα σφάζουν. Στην αρχή σαλάγιξε μια σκιά και σηκώθηκε. Ύστερα άλλη, ύστερα όλο το κουβούσι βρέθηκε στο ποδάρι. Με νευρικά κινήματα βιαζόμαστε προς την πόρτα. Ήμαστε ίσαμε ογδόντα άνθρωποι, στοιβαγμένοι, με αγκρηλωμένα μάτια.
- Δώσ' το τουφέκι! λέει ο Μίλτος απειλητικά στο τσανάκι.
Αυτός κάνει να μην ακούσει, κιχ μιχ, ρίχνει μια ματιά δίπλα στον αφέντη του τον Μιχάλ, που ροχάλιζε μεθυσμένος απ' το χασίς.
- Γρήγορα, σκουλήκι! Δώσ' το!
Στο μεταξύ άλλοι είχαν τρέξει προς το μαφαζά. Τον ξύπνησαν. Κοίταζε με τα ξαφνιασμένα μάτια του τόσους ανθρώπους από πάνω του, δεν μπορούσε να καταλάβει.
- Γρήγορα! Γρήγορα!
Του το ξηγούμε με λίγα λόγια, αρπούμε το τουφέκι απ' το τσανάκι και του το δίνουμε. Ύστερα τρέχουμε να βρεθούμε στον τόπο του ο καθένας. Όλα αυτά γίνανε μέσα σ' ένα δυο λεπτά.
Δεν είχαμε καλά καλά ξανακαθίσει σαν φάνηκε ο μουλαζίμ εβέλ, ο επιλοχίας και δυο στρατιώτες. Νευρικοί, βιαστικοί. Μόλις τους διακρίνει ο σκοπός παίρνει στάση προσοχής.
Ο αξιωματικός κοιτάζει με απορία και θυμό τον επιλοχία:
- Πού είναι;
Αυτός τα 'χασε: Μα ναι, ναι, τον είδε με τα μάτια του, βεβαιώνει.
- Ουλάν, δεν κοιμάσουν;
- Εγώ; Όχι! λέει ο στρατιώτης.
Ο επιλοχίας, αποσβολωμένος, κοιτάζει προς το μέρος του Μιχάλ, να δει το τσανάκι. Μα είχε χαθεί απ' το φόβο το δικό μας. Κάπου θα είχε χωθεί.
Ο μουλαζίμ - εβέλ χτυπά φουρκισμένος το καμτσίκι στις μπότες του. Ύστερα, για να ξεσπάσει κάπου, που τον ανησύχησαν, το κατεβάζει μια στα μούτρα του σκοπού. Γυρίζει απότομα και φεύγει.

 Έτσι με τον καιρό, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, τυφλά αρχίσαμε, οι μαφαζάδες κι εμείς, να ερχόμαστε σιμά. Να πλησιάζουμε. Τα βράδια έρχουνται πιο ταχτικά και κάνουν παρέα μαζί μας. Λέμε μαζί τα βάσανά μας. Και στην κουβέντα δε μας λεν πια «γεσήρ». Με τη βαριά ανατολίτικη φωνή τους το προφέρνουν γεμάτο θερμότητα και καλοσύνη:

- Αρκαντάς (σύντροφε).
Στις δουλειές που πάμε μήτε χτυπούν πια μήτε βλαστημούν. Σαν δεν είναι μπροστά κανένας ρωμιός τσαούς κάνουν πως δεν βλέπουν και μα α­φήνουν να καθόμαστε. Τουτουνούς τους τσαούς τους τρέμουν, γιατί τους σπιγουνεύουν άναντρα στους αξιωματικούς.
Το μεσημέρι, στο «παϊντός», ξαπλώνουμε μαζί κάτω απ' τον αψύ ήλιο και τρώμε το ψωμί μας. Μιλούμε φιλικά, κι έτσι πολλές φορές περνά η προσδιορισμένη ώρα για ανάπαυση. Τότες αυτοί, φοβισμένοι, μας σηκώνουν ήμερα ήμερα, σα να μας παρακαλούν:
- Άιντε, συντρόφοι, σηκωθήτε.
Σηκωνόμαστε με βαριά καρδιά να ξαναπιάσουμε δουλειά. Κι αυτοί, σα να φοβούνται μη βαρυγκομούμε μαζί τους, μας χτυπούν στον ώμο φιλικά:
- Τι να κάμουμε, αρκαντάς; Ο θεός να μας λυπηθεί, κι εσάς κι εμάς. Να μας λυπηθεί. «Κι εσάς κι εμάς». Το λεν πια σχεδόν μόνιμα. Άρχισαν να μη μπορούν να ξεχωρίζουν τις δυο μοίρες, τη δική τους και τη δικήμας. Τρέμουν τους αξιωματικούς τους και τους τσαουσάδες τους δικούςμας. Αυτούς τους ίδιους μισού με κι εμείς. Ικετεύουν για το «μεμλεκέτ», έ­να καλύβι κάπου. Κι εμείς.
Λοιπόν;
  
Όλοι τους είναι φουκαράδες. Μα πολύ. Δεν τους δίνουν τίποτα για χαρτζιλίκι. Φαίνεται τους κλέβουν οι αξιωματικοί. Υποφέρνουν απ' όλες τις στερήσεις, ακόμα κι απ' τον καπνό. Εμείς μαζεύουμε αποτσίγαρα λεύτερα – αυτοί, όσο να 'ναι, διστάζουν. Δε θέλουν να ταπεινωθούν τόσο. Μα, άμα δεν τους βλέπουμε...
Οι δικοί μας, όσοι δουλεύοντας στους χωριάτες οικονομούμε τίποτε πεντάγροσα, τα κάνουν πάντα καπνό. Μας κερνούν. Ο μαφαζάς βλέπει. Το φιτίλι περνά και σ' αυτόν. Τυλίγει το τσιγάρο, δίνει πίσω το φιτίλι. Το κεφάλι χαμηλά. Το τσακμάκι. Ανάβει. Τότες μονάχα, μαζί με την πρώτη ρουφηξιά, τα μάτια σηκώνουνται. Δε λέει τίποτα.
Α, είναι μεγάλο πράμα δυο μάτια που ακινητούν έτσι...
  
Ώρες ώρες αποτραβιούνται μονάχοι τους σε μια γωνιά. Κοιτάζουν στο βάθος κι αρχίζουν τραγούδια της πατρίδας τους. Τους έχουν μάθει ένα πολεμικό θούριο: «Ανγκαρανίν τασινά μπακ...» Οι γεροί, ρωμαλέοι τόνοι αδυνατίζουν στα χείλια τους, μερώνουν. Κι έτσι που τους τραγουδούν παίρνουν κάτι σαν από μοιρολόι:

Κοίτα κατά το βράχο της Άγκυρας,

κοίτα τα δακρυσμένα μάτια μας...


                                                                                                            

                                                       


Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012


Ο ΤΣΑΚΙΤΖΗΣ

Ο πολυθρύλητος Τσακιτζής Μεχμέτ Εφές, ή Τσακίρτζαλης, Εφές του Αϊδινίου, που γεννήθηκε το 1872 και σκοτώθηκε το 1912, ο ξακουστός αρχηγός τσετέ (αντάρτικης ομάδας) στη Μικρασία του Αιγαίου, έδρασε ως ληστής. Η δράση του πέρασε στη λαϊκή κουλτούρα κι έγινε παραμύθι. 

Το κράτος του Αβδούλ Χαμίτ πλήρωνε τον πατέρα του, τον ληστή Τσακιτζή Αχμέτ, για να ξεπαστρεύει άλλους ληστές. Όταν σκοτώθηκε όμως, μετά από ενέδρα, ο Τσακιτζής ήταν έντεκα χρονών. Εκδικούμενος το θάνατο του πατέρα του και την προσβολή της μάνας του, έγινε πασίγνωστος φονιάς (το σκότωμα ανθρώπων είναι μια τιμή για τον ζεϊμπέκη). Ο Τσακιτζής σκότωσε συνολικά κατ’ άλλους οκτακόσια, κατ’ άλλους χίλια διακόσια άτομα. Δεν πίστευε όμως ότι είχε αδικήσει κανέναν (είχε την καρδιά του καθαρή σαν παιδιού επτά χρονών). Οι φόνοι αυτοί ήταν φόνοι απονομής δικαίου, τιμής, άμυνας ή αντίστασης στους ζαπτιέδες (χωροφύλακες) του κράτους. Ο Τσακιτζής στήριξε τη δύναμή του στην αγάπη των φτωχών, γιατί ήταν θρήσκος και εμφανιζόταν ως υπερασπιστής του δικαίου. Έκλεβε από τους πλούσιους και τους καταπιεστές του λαού και μοίραζε στους φτωχούς,  έδινε προίκα στα ανύπαντρα κορίτσια. Γι’ αυτό και τον παρομοίασαν με τον Ρομπέν των Δασών. Γινόταν απίστευτα σκληρός όταν έκρινε ότι υπήρξε αδικία ή ατιμία, όπως τότε που έκαψε με φρικτό τρόπο ζωντανούς εννιά αντάρτες που βασανίζαν ένα κορίτσι.
Ήταν τρομερά γρήγορος, εύστοχος στο βόλι, πολύ παράτολμος, πονηρός και ατρόμητος. Σε όλη την αντάρτικη ζωή του ούτε μια φορά δεν έπεσε σε παγίδα. Κι όταν βρισκόταν στην ανάγκη να δώσει μάχη με τους ζαπτιέδες, τους ξέφευγε χωρίς να ματώσει η μύτη του γλιστρώντας ανάμεσά τους, όπως μια τρίχα γλιστράει μέσα από το λάδι. Όταν του έμενε ελεύθερος χρόνος καβαλούσε το άτι του κι έτρεχε ασταμάτητα, έβρισκε μια ανοιχτωσιά και μέχρι να νυχτωθεί τρελαινόταν στο τουφεκίδι. Η ψυχή του γέμιζε αγαλλίαση μ’ αυτό το παιχνίδι.
Είναι πραγματικά απίστευτες οι ιστορίες τόλμης και μπέσας του Τσακιτζή. Η προσωπικότητά του έγινε γνωστή και στο Λονδίνο, όπου το κοινοβούλιο και οι εφημερίδες ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωση του ανυπότακτου αντάρτη που δεν μπορούσε να τον αγγίξει η χωροφυλακή και σκορπούσε το φόβο και τον τρόμο και σε άλλες αντάρτικες ομάδες, ενώ ο λαός τον λάτρευε γιατί είχε δύναμη και ασκούσε ένα είδος «λαϊκής δικαιοσύνης». Οι ζημιωμένοι αγάδες κι οι κοτζαμπάσηδες συσπειρώνονταν εναντίον του δίνοντας αφορμή να γραφτούν σελίδες απίστευτης παλικαριάς για τον Τσακιτζή.
Το ενδιαφέρον των Άγγλων σε μια περίοδο που η Αγγλία ενδιαφερόταν για το διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, και η υποστήριξη του Τσακιτζή από τους Βίτολ, επιφανή εγγλέζικη οικογένεια στη Σμύρνη, είναι πράγματι περίεργα. Πολλοί αντάρτες ήταν όργανα του κράτους ή εξυπηρετούσαν φεουδάρχες. Η μυθοποίηση του Τσακιτζή συσκοτίζει την ιστορική αλήθεια. Ωστόσο το λησταντάρτικο ήταν φαινόμενο εξαπλωμένο σε όλα τα Βαλκάνια, που είχε ιδιαίτερη έκταση στην Οθωμανική αυτοκρατορία του τέλους του 19ου αι., ένα «κράτος εν κράτει». Δυο τρεις φορές το οθωμανικό κράτος έδωσε αμνηστία στον Τσακιτζή και τα κιζάνια του (το «τσετέ» του), αλλά τα μίση κι η εκδικητικότητα των ανταγωνιστών του, ανταρτών ή αγάδων τον οδήγησε πάλι στο βουνό.
Ο θρύλος θέλει τον Τσακιτζή να είναι φιλήσυχος, να μη θέλει να γυρνάει στα βουνά και να σκοτώνει. Όμως για λόγους τιμής αναγκάζεται να επιστρέψει (το σφάλμα ήταν του σαραγιού, η αμαρτία της κυβέρνησης). Έτσι, βλέπουμε ότι ισχύει άλλο δίκαιο κι άλλη ηθική, άγραφοι κανόνες ενός κόσμου όπου η δύναμη, η γρηγοράδα, η ευστοχία, η λεβεντιά, η μπέσα και το κιμπαρλίκι είναι πρώτες αξίες, πολύ σημαντικότερες από την ανθρώπινη ζωή. Μαζί μ’ αυτές πάνε η λατρεία, η αφοσίωση, η πίστη των ζεϊμπέκηδων στον Εφέ τους, η εκδίκηση, οι εξυπηρετήσεις, οι συναλλαγές.
Σε δυο τρεις ιστορίες ο Τσακιτζής χαρίζει τη ζωή στον αντίπαλό του «γιατί είναι λεβέντης».
«Αν δεν ήσουν τόσο παλικάρι, δε θα τολμούσες να φτάσεις μέχρι τη μύτη του τουφεκιού μου. Σου χαρίζω τη ζωή ,γιατί είσαι λεβέντης. Άιντε, γύρνα πίσω αμέσως».

Ο Ριουστού Κομπάς ο άνθρωπος που σκότωσε τον Τσακιτζή, αναγκάστηκε να μελετήσει ως και τις συνήθειές του, το παρελθόν του τις αδυναμίες του την ψυχολογία του (κάθε βράδυ καθόμασταν και τα βάζουμε όλα σε μια σειρά, τις ασήμαντες μικροσυγκρούσεις και τις πιο συνηθισμένες αγαθοεργίες του, τους θυμούς του και τα γινάτια του, τις πονηριές του και τις αρρώστιες του, τα χούγια του και τα αντέτια του (συνήθειες). Ακόμα και τον τρόπο που ντυνόταν (δε φορούσε το κοντό μενεβρέκι μέχρι το γόνατο αλλά μακριά περισκελίδα ευρωπαϊκού τύπου, προκαλώντας το θαυμασμό αφού ξεχώριζε προκλητικά προσελκύοντας τους εχθρούς)
Ο Ριουστού παγίδευσε τον Τσακιτζή χρησιμοποιώντας πολύ μεγάλη μαεστρία και τον σκότωσε χάρη στην απίστευτη τόλμη του αδερφού του, που χώθηκε σ ένα νερόλακο και σκαρφάλωσε με υπεράνθρωπες προσπάθειες μια πολύ απότομη βραχοπλαγιά. Το πτώμα του όμως το βρήκαν αποκεφαλισμένο και γδαρμένο ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμο, τέτοια εντολή είχε δώσει στα παλικάρια του. Το αναγνώρισε η πρώτη του γυναίκα.
Το κρέμασαν από τα πόδια και το άφησαν εκτεθειμένο σε κοινή θέα στο κέντρο της πλατείας του Ναζιλλί, αλλά πολύς κόσμος έκλαιγε και το πήρε πολύ βαριά που εκτέθηκε δημόσια, κρεμασμένο ανάποδα το σώμα ενός τόσο γενναίου ανθρώπου.


Ο θρύλος του τσακιτζή έχει περάσει και στην ελληνική παράδοση, τραγουδήθηκε με τούρκικα αλλά και με ελληνικά λόγια. 



Τσακιτζή παλικαρά
με τα παλικάρια σου
που την τρέμει ο ντουνιάς
την παλικαριά σου
και την εμορφάδα σου

Τσακιτζή παλικαρά
πέρασε κι απ τα Βουρλά
πέρασε κι από τα Αϊδίνι
τσακιτζή λεβέντη
να παντρέψεις ορφανά

Τσακιτζή παλικαρά
να γυρίζεις τα βουνά
για κατέβα και στη Σμύρνη
τσακιτζή λεβέντη
να παντρέψεις ορφανά.


Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ από το βιβλίο του Ευάγγελου Αρεταίου
«ΤΣΙΚΜΑΖ, Ένα αδιέξοδο στην Πόλη»
 [ εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ 2010,σελ. 88-90/100-101 ]

... Για μας ( τους Ρωμιούς ) είναι η Πόλη, το Πέραν, τα Πριγκηπόνησα. Για τους Εβραίους μπορεί να είναι τα Ιεροσόλυμα και ύστερα οι πόλεις της Πολωνίας, της Ουκρανίας και της Γερμανίας απ`όπου τους ξερίζωσαν οι ναζί για να τους δολοφονήσουν. Για τους Αρμένιους μπορεί να είναι το Βαν, το Καρς και ποιος ξέρει πόσα και πόσα χωριά και πόλεις της Ανατολίας. Για τους Πιε Νουάρ, τους Γάλλους εποίκους της Αλγερίας, μπορεί να είναι το Οράν. Ο καθένας έχει τα φαντάσματά του, τις σκιές του, και σιγά-σιγά οι σκιές μετατρέπονται σε ουτοπίες , σε χαμένες πατρίδες, σε εθνικές τραγωδίες και κλαίμε και φωνάζουμε. Και αντί να μαθαίνουμε, αντί να τα λέμε όλα αυτά τα εγκλήματα στις επόμενες γενιές, τις δικές μας και των άλλων, και να τα καταδικάζουμε όλα μαζί σαν ένα και μόνο σύνολο, εμείς συνεχίζουμε να ρημάζουμε και να καθαρίζουμε όλα όσα δεν ταιριάζουν με τις ουτοπίες μας. Και μαθαίνουμε στις επόμενες γενιές το μίσος και το ψέμα. Ξεχνάμε ότι όλοι μας τα κάνουμε όλα αυτά, ξεχνάμε ότι όλοι ήμασταν μια μέρα φονιάδες ή ότι μπορούμε να γίνουμε αύριο κιόλας. Έτοιμοι να δολοφονήσουμε με ζήλο για να κρατήσουμε την ψευδαίσθηση της ταυτότητάς μας, οποιασδήποτε ψευτοταυτότητας, εθνικής, φυλετικής, θρησκευτικής, ιδεολογικής. Και παραβλέπουμε και υποτιμάμε το κυριότερο : την Ιστορία. Όλοι μας προσπαθούμε να την ντύσουμε με τα δικά μας χρώματα , να τη βάλουμε στη δικιά μας οικογένεια, στη δικιά μας φυλή, στο δικό μας έθνος, στη δικιά μας ράτσα, στη δικιά μας θρησκεία, να την κάνουμε υπηρέτρια, δούλα μας. Και ξεχνάμε, θέλουμε πάντα όλοι μας να ξεχνάμε ότι η Ιστορία δεν ανήκει σε κανέναν, ότι δε νοιάζεται, ότι δε δίνει φράγκο για κανέναν, γιατί πηγαίνει πάντα χέρι-χέρι με τον μικρό της αδελφό τον Ασραήλ, τον Άγγελο του Θανάτου, και γιατί τι μόνο που της δίνει ζωή και την κάνει Ιστορία είναι η αλλαγή. Η αιώνια η αλλαγή, το αιώνιο ταρακούνημα των νερών, σαν τον Ποσειδώνα που δεν αφήνει ήσυχη ποτέ τη θάλασσα, που την κουνάει αιώνια με την τρίαινά του. Και αλλαγή δε γίνεται χωρίς τον Θάνατο, το δίδυμο και τυφλό  αδελφό του Ασραήλ, αυτός είναι που γκρεμίζει, που αφανίζει. Με όργανο πάντα τον πιο πιστό σκλάβο, τον άνθρωπο που δολοφονεί, σφάζει, βιάζει, κατασπαράζει. Αλλά δεν έχει και πολλή φαντασία η Ιστορία. Δεν έχει, δηλαδή,  καθόλου φαντασία και κάνει τα ίδια και τα ίδια. Και ο άνθρωπος πάντα ξεχνάει και κάνει και αυτός τα ίδια και τα ίδια. Δολοφονεί, σφάζει, βιάζει, κατασπαράζει ...


... Οι Τούρκοι και οι Έλληνες έχουμε την ίδια σχέση με τα θεία. Όπως πιστεύει ο Έλληνας, ο Ρωμιός, στο Θεό, έτσι πιστεύει και ο Τούρκος στον Αλλάχ. Σχέση προσωπική, με δώρα, με τάματα και συγκεκριμένες παρακλήσεις, με σεβασμό, με δέος, με φόβο. Κι αν βάλεις και τους χιλιάδες τουρμπέδες ιερών προσώπων που έχετε σε κάθε γωνιά της Τουρκίας, είναι σαν τις δικές μας στρατιές αγίων , που ο καθένας έχει την ειδικότητά του, είπε ο Σάββας στη Νουρχαγιάτ με κέφι πολύ για κουβέντα ...

... Μ`αρέσει να βλέπω τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Και όταν μιλάω με τη Νουρχαγιάτ είναι σαν να βλέπω το δυτικό πολιτισμό σε καθρέφτη, σαν να βλέπω το είδωλό του ανεστραμμένο. Γιατί ο ισλαμισμός σήμερα και όλη αυτή η πυρετώδης αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας στις χώρες της  Ανατολής δεν είναι παρά το ανεστραμμένο είδωλο της Δύσης. Και θα`πρεπε στη Δύση να το κάνουμε πιο συχνά αυτό , να καθόμαστε για ώρες απέναντι στο ανεστραμμένο είδωλό μας, για να μην ξεχνάμε πόσο χοντροκομμένα είναι τα δικά μας χαρακτηριστικά...

Οι άλλοι πρωταγωνιστές -  «Σαν τα αδέρφια περνούσαμε με τους χριστιανούς» 
του ΣΤΑΥΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ήμουνα στα Αλάτσατα, ένα ωραίο χωριό μισή ώρα από τη Σμύρνη και παρατηρούσα ένα τζαμί που «προσπαθεί να γίνει μουσείο». Τώρα πώς ένα τζαμί «προσπαθεί να γίνει μουσείο» είναι μια μεγάλη ιστορία που θα σας τη διηγηθώ μια άλλη φορά. Παρατηρούσα πάντως τους σοβάδες να βγαίνουν και να φανερώνονται σιγά σιγά τα χρώματα των αγιογραφιών. Οι Τούρκοι εργάτες δίπλα μου είχαν παραξενευτεί με το ενδιαφέρον μου. Έτρωγαν ψωμί, έπιναν Τούρκις κόλα και μου χαμογελούσαν βλέποντας να καταγράφω με την κάμερα πότε τα πρόσωπά τους και πότε τα λόγια του Προφήτη Μωάμεθ. Οι ρήσεις γραμμένες με μαύρες και πράσινες μπογιές ήταν παντού γύρω πάνω στους πανύψηλους ασπρισμένους τοίχους. 
«Ελα, έλα στην πλατεία, ήρθε ο Τουρκοκρητικός». 
Η φωνή που με διέκοψε ήρθε από έναν άνθρωπο που είχα γνωρίσει το ξημέρωμα της ίδιας μέρας στο πλοίο από τη Χίο. Ερχόταν και αυτός από την Αθήνα, μαζί με τη γυναίκα του όμως που ήθελε να αναζητήσει τις σμυρναίικες ρίζες της. Ρωτώντας λοιπόν είχε πέσει πάνω στον Τζαζίμ Ινάμ, μια εμβληματική φιγούρα που είχε χρισθεί ατύπως ως ο Έλληνας πρεσβευτής στο χωριό. Όποιος Έλληνας, δηλαδή, αναζητεί εδώ τα προγονικά του, στον Τζαζίμ τον στέλνουν. Τον Τουρκοκρητικό των Αλάτσατων! Δύο έχουν απομείνει άλλωστε σε αυτή την περιοχή. «Αν είσαι τυχερός, θα τον συναντήσεις» μου είχαν πει. «Γιατί είναι και αυτός με τα φεγγάρια του. Καμιά φορά χάνεται και επιστρέφει ύστερα από μέρες». Χωρίς δεύτερη σκέψη λοιπόν παράτησα το τζαμί και τους εργάτες και έτρεξα προς τα καφενεία της πλατείας. Ο Τζαζίμ ήταν εκεί ανάμεσα σε μια παρέα Ελληνίδων που τον ρωτούσαν αν ξέρει πού είναι «το τάδε γεφυράκι» και «το χασάπικο του τάδε». Σημάδια που τους είχαν πει κάποτε οι δικοί τους ότι θα τους οδηγήσουν στα προγονικά τους. Με τις συστάσεις σηκώθηκε ολόρθος. Ντυμένος στα καφετιά των αγροτών, με μια μάλλινη φανέλα κατάσαρκα, όπως θυμάμαι να φοράνε όλοι οι γέροι τα καλοκαίρια στην Κρήτη. «Ίντα κάνεις;» ήταν ο κοφτός χαιρετισμός του. Και το χέρι τανάλια, όχι της μαγκιάς, αλλά της αγάπης. «Πού θα τα πούμε;» τον ρώτησα σαν ηλίθιος απαιτητικός δημοσιογράφος. «Ίντα να πούμε;» μου απάντησε, αυστηρά και χαμογελαστά μαζί, συνεχίζοντας όρθιος να μου σφίγγει το χέρι. Σάστισα και προσπάθησα να το ξεκινήσω αλλιώς. «Ε, κάτσε να πιούμε μια» του είπα, έτσι όπως έχω ακούσει πολλές φορές να μου λένε στα καφενεία της Κρήτης. 
... «Δυο φορές ξένος». «Είναι αργά για μας να διατηρήσουμε τις μνήμες μας», σημειώνει η καθηγήτρια Αϊσέ Λαχούρ Κιρντούνς στην αρχή του βιβλίου «Δυο φορές ξένος» του Μπρους Κλαρκ. Η Αϊσέ, παιδί μιας οικογένειας που έφτασε και αυτή στην Τουρκία από την Κρήτη, σε αυτό το προλογικό της σημείωμα γράφει: «Εκείνοι οι πρώτοι πρόσφυγες πήραν μαζί τις αναμνήσεις τους, αναμνήσεις που έπρεπε να είχαν καταγραφεί χωρίς καθυστέρηση. Έχουν περάσει ογδόντα χρόνια και οι αναμνήσεις παλεύουν με κάτι άλλο, έτοιμο να παραποιηθεί. Αλλά το επίκεντρο της διήγησης κάθε πρόσφυγα παραμένει το ίδιο. Να γεννιέσαι σε ένα μέρος, να γερνάς σε ένα άλλο. Και να αισθάνεσαι ξένος και στα δύο μέρη». Πριν ταξιδέψω στη Σμύρνη είχα την τύχη να συναντήσω στην Αθήνα τον ίδιο τον συγγραφέα του βιβλίου «Δυο φορές ξένος», τον Μπρους Κλαρκ. Πέτυχα δηλαδή τον Κλαρκ σε ένα από τα περάσματά του από την Ελλάδα και ο πανύψηλος ευγενής Αγγλος δέχτηκε να πιούμε τσάι- τελικά καφέ ήπιε- και να μου μιλήσει για την έρευνά του στα απέναντι παράλια. Δημοσιογράφος και ερευνητής στο περιοδικό «Εκόνομιστ», ο Κλαρκ θυμάται με πολλή αγάπη τις συναντήσεις του με τους τελευταίους Τουρκοκρητικούς της Σμύρνης. «Οι περισσότεροι μιλούν τα κρητικά όπως τα πήραν μαζί τους το ΄24» μου είπε και για να είμαι ειλικρινής δεν τον πίστεψα. Πώς είναι δυνατόν άνθρωποι που έχουν φύγει πριν από έναν αιώνα από τον τόπο τους να μιλούν ή να έχουν μάθει στα παιδιά τους να μιλούν μια γλώσσα που δεν θα ακούσουν ποτέ σε ένα άλλο σπίτι. Και όμως ο Κλαρκ είχε δίκιο. Και τώρα ο Τζαζίμ στέκεται μπροστά μου για να το επιβεβαιώσει. Γι΄ αυτό και εγώ θα προσπαθήσω να μεταφέρω στο χαρτί τη γλώσσα του όπως ακριβώς την άκουσα να φτάνει, κοφτή και κελαηδιστή, στα αυτιά μου...

-Γεια σου πατρίδα. Ίντα κάνεις;
-Καλά είμαι, δεν με θωρείς; Μια κουβέντα ποτέ δεν άκουσα από τον μπαμπά μου για την Κρήτη, απ΄ τη μάνα μου μόνο. Εγώ θωρώ ότι είσαι Κρητίκαρος!
-Όφου παντέρμη Κρήτη. Ο πατέρας σου από πού ήταν;
-Από το Ηράκλειο.
-Και πότε έφυγε;
-Το ΄24. Πήρε ούλη τη φαμελιά και ήρθε. Διωγμένος.
- Εσύ εδώ γεννήθηκες;
-Εδώ. Το 34.
-Και η μάνα από την Κρήτη;
-Από πού θες μωρέ να ΄τανε;
-Μουσουλμάνοι;
-Ε τσα, μπράβο.
-Τούρκοι;
-Κρητικοί. Η μάνα μου απόθανε το ΄94, ήταν 92 χρονών και τουρκικά δεν είχε μάθει! Δεν ήθελε να μάθει; Δεν μπόρεσε. Νερό, ψωμί, έλα. Τέσσερις πέντε λέξεις ήξερε όλες κι όλες.
-Εσύ έμαθες πρώτα τουρκικά και μετά κρητικά;
-Πρώτα ελληνικά. Ύστερα πήγα σχολείο κι έμαθα και τα τούρκικα.
-Στο σπίτι μιλάγατε μόνο κρητικά;
-Μόνο. Στο σπίτι μας, η μάνα της, ο αδερφός της, όλοι κρητικά εμιλούσαν. Αλλά γίνεται κανείς να είναι Τούρκος και τούρκικα να μη μιλεί;
-Πόσοι ήρθανε τότε από το Ηράκλειο;
-Ηρθανε 50-60 φαμελιές. Με το παπόρι. Και τώρα ούλοι αποθάνανε όσοι ήρθαν από την Κρήτη και τα παιδιά μας ελληνικά δεν ξέρουνε.
-Πόσα παιδιά έχεις;
-Τρία κοπέλια. Κορίτσια δεν έχω.
-Και δεν μιλάνε κρητικά;
-Όϊ, μόνο λίγες λέξεις.
-Τι σου ΄λεγε ο πατέρας σου για την Κρήτη;
-Πράμα. Μια κουβέντα ποτέ δεν άκουσα από τον μπαμπά μου για την Κρήτη, απ΄ τη μάνα μου μόνο.
-Η μάνα σου τι έλεγε;
-Παντέρμη Κρήτη. Συχνά το θυμόταν και το ΄λεγε, παντέρμη Κρήτη.
-Επέστρεψαν ποτέ στο νησί;
-Ποτές. Εγώ μονάχα πήγα το ΄90.
-Πήγες στα χωριά των γονιών σου;
-Είκοσι οκτώ μέρες γύρισα όλη την Κρήτη και πήγαμε και στην Αθήνα. Έχω στην Ελλάδα πολλούς γνωστούς. Και φίλους καλούς.
-Οι δικοί σου γιατί δεν πήγανε ποτέ στην Κρήτη;
-Ε, τότες που ανοίξανε οι πόρτες, τότες ήταν άρρωστοι ή αποθαμένοι.
-Μαντινάδες ποιος σου ΄μαθε;
-Η μάνα μου. Η μάνα σου μου τα ΄πεμψε τα ρόδα στο μαντίλι και μου ΄δωκε παραγγελιά να σου φιλώ τα χείλη.
-Της άρεσαν οι μαντινάδες, ε;
-Ούλες τσ΄ αγάπαε. Αρρώστησε μια φορά και την επήγα στο γιατρό, και μόλις εγαήραμε μου είπε: Πάρε γιατρέ τα γιατρικά και πήγαινε στη δουλειά σου τον πόνο που ΄χω στην καρδιά δε γράφουν τα χαρτιά σου.
-Η αγαπημένη σου;
-Η γυναίκα μου.
-Η αγαπημένη σου μαντινάδα ,εννοούσα.
-Τσι αγάπης τα βουνά ψηλά, Θεέ μου, χαμήλωσέ τα να τα ιδώ τα μάτια της κι ύστερα ψήλωσέ τα.
-Πώς σε ανάθρεψε η μάνα σου, τι σου ΄λεγε;
-Μου έλεγε για το νησί. Εγώ την Κρήτη δεν την εκάτεχα και σαν παραμύθι μου φαινότανε.
-Πώς ζούσαν τότε;
-Ε, με όλα τα καλά. Πλούσιοι ήτανε τότες εδά στην Κρήτη.
-Είχανε προβλήματα με τους χριστιανούς;
-Πράμα. Σαν τα αδέρφια περνούσανε! Τζαμί και εκκλησία δίπλα δίπλα.
-Ε, βεβαίως. Ε τσα. Εσύ Χριστό- εγώ Αλλάχ.
-Εγώ Αλλάχ, εσύ Χριστό.
-Εκτός από τη γυναίκα σου με ποιον άλλο μιλάς τώρα κρητικά εδώ;
-Με τη γυναίκα μου και με την πεθερά μου. Γιατί η πεθερά μου είναι 105 χρονών κι ακόμα ζει. Και τα μυαλά της σβούρα.
-Έρχονται συχνά τα τελευταία χρόνια Έλληνες εδώ;
-Έρχονται καμιά φορά από τη Χίο, απ΄ την Αθήνα, απ΄ την Κρήτη, απ΄ τη Σαλονίκη. Κάθε τόσο έρχονται.
-Να πιούμε καμιά τσικουδιά τώρα;
-Μόνο μια, γιατί δεν αγαπώ να πίνω τη μέρα.
-Το βράδυ πίνεις;
-Λίγο. Εχω μπλιο και την καρδιά μου. Επινα πολύ... και το μαγκάλι πύρωσε με τα πολλά κάρβουνα. Τα αποφάγαμε και τα κρέατα και τις τσικουδιές.
-Τσικουδιά πού έβρισκες όλα αυτά τα χρόνια;
-Μου πέμπανε οι φίλοι. Έχω στη Χίο και παντού φίλους.
-Πόσο χρονών είσαι;
-Πόσο με θωρείς;
-Εξήντα πέντε;
-Όϊ μωρέ. Εβδομήντα έξι πατημένα!
- Μια χαρά είσαι, πατρίδα.
-Ευχαριστώ. Άντε, φεύγω, γιατί στεναχωρήθηκα.
-Γιάντα; Δε θέλεις να θυμάσαι την Κρήτη;
-Γιατί να θέλω; ... Έναν πόνο έχω στην καρδιά και δεν τον φανερώνω.
-Τι έλεγες όλα αυτά τα χρόνια όταν σε ρωτάγανε. Τι είσαι, Τούρκος, Έλληνας;
-Τουρκοκρητικός έλεγα.
-Θα ΄θελες να μην είχαν φύγει οι δικοί σου από την Κρήτη; Να είχες μεγαλώσει εκεί;
-Αφού οι μεγάλοι μου θα ΄θελαν να ήταν εκεί, κι εγώ θα ΄θελα να ΄μουν εκεί. Άντε, ξαλάφρωσέ με κι άσε με να φύγω. Θέλω να βγω στον ουρανό να ιδώ ο Θεός πώς κρίνει α που αγαπήσει και χωριστεί ίντα κακό του δίνει.
-Γεια σου, λεβέντη μου.
-Γεια σου, αδέρφι. Της Κρήτης να δώσεις χαιρετίσματα. Αγάπα με να σ΄ αγαπώ θέλε με να σε θέλω γιατί θε να ΄ρθει ένας καιρός να θες και να μη θέλω.