Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

«Σ’ ένα παλιό τούρκικο σπίτι»  

Σ’ ένα παλιό τούρκικο σπίτι

κλείστηκα μέρες και παλεύω
με τους λεκέδες του ασβέστη.
Μετρώ τα ξύλα στο ταβάνι, βρίσκω τα νερά·
δίνω ονόματα, τους δίνω την καρδιά μου.
Ύστερα παίρνει και φυσά.
Σαρώνονται χαρές και γνωριμίες.
Ξανά μονάχος με τα ξύλα και τις πέτρες.
Ίσως στεριώσω τώρα· πάλι απ’ την αρχή.
Ίσως προφτάσω να σκαλώσω τους χαμένους.

Γιώργος Ιωάννου 





«ΣΤΟΥ ΚΕΜΑΛ ΤΟ ΣΠΙΤΙ» , διήγημα του Γιώργου Ιωάννου
Λίγα λόγια για το κείμενο και τη Θεσσαλονίκη ως «σκηνικό» στην πεζογραφία του Ιωάννου .


Ο συγγραφέας , Γιώργος Ιωάννου , θυμάται τις επισκέψεις μιας άγνωστης γυναίκας στο πατρικό του σπίτι στη Θεσσαλονίκη, όταν εκείνος ήταν ακόμη μικρό παιδί. Η γυναίκα αυτή που δεν τολμά να προχωρήσει πέρα από το κατώφλι της αυλής παρατηρεί με ιδιαίτερη συγκίνηση το σπίτι του συγγραφέα και γεύεται με ξεχωριστή ευχαρίστηση τα μούρα που της προσφέρουν από το μεγάλο δέντρο της αυλής. Η γυναίκα αυτή, όπως αποκαλύπτεται τελικά είναι Τουρκάλα, η οποία είχε μεγαλώσει στο σπίτι αυτό και είχε αναγκαστεί να φύγει για την Τουρκία με την ανταλλαγή των πληθυσμών.  

Ο Ιωάννου είναι ο κατεξοχήν πεζογράφος της Θεσσαλονίκης , ο άνθρωπος που κατέγραψε τη μεταμόρφωση της πόλης από την πολυπολιτισμική μητρόπολη της Τουρκοκρατίας, με τα ιδιαίτερά της αρώματα και χρώματα, στη μεταβατική φάση της “πρωτεύουσας των προσφύγων” και τέλος στην τσιμεντούπολη της μεταπολεμικής περιόδου. Αυτή η μεταπολεμική Θεσσαλονίκη φάνταζε πάντα κάπως ξένη στο συγγραφέα γι’ αυτό και συχνά ξαναγύριζε στην πόλη όπου πέρασε, γόνος προσφύγων ο ίδιος, την παιδική και την  κρίσιμη εφηβική του ηλικία. 
 Η στρατηγική θέση της Θεσσαλονίκης μεγάλου πολιτικού , οικονομικού , κοινωνικού και πολιτιστικού κέντρου  στα Βαλκάνια προσέδωσε στην πόλη πρωτίστως την ιδιότητα που για τον Ιωάννου αποτελούσε ίσως το πιο ελκυστικό χαρακτηριστικό της, τον κοσμοπολιτισμό: Ήταν χοάνη λαών και πολιτισμών: Ελλήνων, Τούρκων, Σλάβων και πάνω από όλα Εβραίων. Αυτός ο κοσμοπολιτισμός όμως της πόλης βρισκόταν ήδη σε κάμψη την εποχή του Μεσοπολέμου και γέρνει προς τη Δύση του στα χρόνια στα οποία ο συγγραφέας τοποθετεί τις αφηγήσεις του. Η Θεσσαλονίκη μεταμορφώνεται σταδιακά σε ομοιογενή ελληνική μητρόπολη, ενώ ο Ιωάννου βιώνει το γεγονός αυτό ως απώλεια ταυτότητας: Η Θεσσαλονίκη χάνει το χαρακτήρα της, το χρώμα της, τις μυρωδιές της.
Η θεματολογία της απώλειας μιας πόλης και μιας εποχής διακρίνεται πιο έντονα στο διήγημα “Στου Κεμάλ το Σπίτι”, από τη συλλογή που τιτλοφορείται χαρακτηριστικά «Η Μόνη Κληρονομιά» (1974) και που περιστρέφεται γύρω από τις έννοιες της παρακαταθήκης, της ταυτότητας, του χρόνου. 

Κάτι άλλο επίσης σημαντικό είναι ότι στο πεζογράφημα αυτό ο πόνος του ξεριζωμού και η νοσταλγία για τις χαμένες πατρίδες παρουσιάζονται ως βιώματα και από τις δύο πλευρές, Τούρκους και Έλληνες. 
 Ο καημός για τη χαμένη γη, η νοσταλγία και η λαχτάρα για ό,τι θυμίζει την πατρίδα, τους ομόφυλους και τη ράτσα του καθενός είναι συναισθήματα κοινά, πανανθρώπινα, ανεξάρτητα από εθνικότητα, και σεβαστά από όλους. Ο αφηγητής και η οικογένειά του συμπάσχουν με την Τουρκάλα και τη συμπονούν, όταν υποψιάζονται πως και η ίδια είναι θύμα ξεριζωμού και θρηνεί όσα έχασε. Η κοινή μοίρα συναδελφώνει τους παθόντες. Το διήγημα προβάλλει   την ανάγκη της συντροφικότητας και της ανθρωπιάς, της γλύκας και της αλληλοστήριξης μπροστά στον ανθρώπινο πόνο. Ο κοσμοπολιτισμός επεκτείνεται στον κόσμο των συναισθημάτων. Τονίζεται ακόμη η  ανάγκη για υπέρβαση των εθνικιστικών προσεγγίσεων, όταν  γίνεται αναφορά στα πάθη των λαών και προτείνεται η μεγαθυμία  και η σύνεση ως στάση ζωής. 



"Στου Κεμάλ το σπίτι "(κείμενο)

Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά, την εποχή που γίνονται τα μούρα, ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ' το πηγάδι της αυλής. Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. Και μόνο ο τρόπος που έπιανε το ποτήρι, έφτανε για να σχηματίσει κανείς την εντύπωση πως η γυναίκα αυτή στα σίγουρα ήταν μια αρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω το ποτήρι, ποτέ δεν παρέλειπε να μας πει στα τούρκικα την καθιερωμένη ευχή, που μπορεί να μην καταλαβαίναμε ακριβώς τα λόγια της, πιάναμε όμως καλά το νόημά της: "Ο Θεός να σας ανταποδώσει το μεγάλο καλό". Ποιο μεγάλο καλό; Ιδέα δεν είχαμε.
Καθόταν ήσυχα για ώρα πολλή στο κατώφλι της αυλής, κι αντί να κοιτάζει κατά το δρόμο ή τουλάχιστο κατά το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ, αυτή στραμμένη έριχνε κλεφτές ματιές προς το δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε πότε έκλεινε τα μάτια και το πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ονόματα παράξενα. Εμείς, πάντως, δεν παραλείπαμε να της δίνουμε μούρα απ' την ντουτιά, όπως άλλωστε δίναμε σ' όλη τη γειτονιά και σ' όποιον περαστικό μας ζητούσε. Η ξένη τα έτρωγε σιγανά, αλλά με ζωηρή ευχαρίστηση. Δε μας φαινόταν παράξενο που της άρεζαν τα μούρα μας τόσο πολύ. Το δέντρο μας δεν ήταν από τις συνηθισμένες μουριές, απ' αυτές που κάνουν εκείνα τα άνοστα νερουλιάρικα μούρα. Το δικό μας έκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σα βύσσινα, και πολύ κόκκινα στο χρώμα. Ήταν ένα δέντρο παλιά και τεράστιο, τα κλαδιά του ξεπερνούσαν το δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ένα κακό είχε∙ τα φύλλα του ήταν σκληρά και οι μεταξοσκώληκές μου δεν μπορούσαν να τα φάνε. Ήταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ' όλο το Ισλαχανέ κι ακόμα πιο πέρα.
Την πρώτη φορά που είχε καθίσει η άγνωστη γυναίκα στο κατώφλι μας, δε σκεφτήκαμε να της προσφέρουμε μούρα, όμως σε λίγο μας ζήτησε η ίδια λέγοντας πως ήθελε να φυτέψει το σπόρο τους στον μπαχτσέ της. Έφαγε μερικά και τα υπόλοιπα τα έβαλε σ' ένα χαρτί και έφυγε χαρούμενη.
Τη δεύτερη φορά, θα ήταν κατά το τριάντα οχτώ, δυο χρόνια, πάντως, μετά την πρώτη, δεν έβαλε μούρα στο χαρτί. Κάθισε και τα έφαγε ένα ένα στο κατώφλι. Φαίνεται πως ο σπόρος απ' τα προηγούμενα είχε αποδώσει, αλλά για να δώσει και μούρα έπρεπε, βέβαια, να περάσουν χρόνια. Το δέντρο αυτό, όπως όλα τα δέντρα που μεγαλώνουν σιγά, ζει πολλά χρόνια και αργεί να καρπίσει.
Η γυναίκα ξαναφάνηκε και τον επόμενο χρόνο, λίγο πριν απ' τον πόλεμο. Όμως τη φορά αυτή της προσφέραμε νερό απ' τη βρύση. Αρνήθηκε να πιει το νερό. Μόλις το έφερε στο στόμα, μας κοίταξε στα μάτια και μας έδωσε πίσω το γεμάτο ποτήρι. Επειδή την είδαμε ταραγμένη, θελήσαμε να της εξηγήσουμε. Ο σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας είχε διοχετεύσει το βόθρο του σπιτιού στο βαθύ πηγάδι. "Τώρα που σας έφερα το νερό στις κουζίνες σας, δε σας χρειάζεται το πηγάδι", μας είχε πει. Η γυναίκα βούρκωσε, δε μας έδωσε όμως καμιά εξήγηση για την τόση λύπη της. Για να την παρηγορήσουμε της δώσαμε περισσότερα μούρα κι η γιαγιά μου της είπε κάτι που την έκανε να τιναχτεί: "Θα σου τα έβαζα σ' ένα κουτί, αλλά δε βαστάνε για μακριά". Και πράγματι είχαμε αρχίσει κάτι να υποπτευόμαστε. Την άλλη φορά είδαμε, πως μόλις έφυγε από μας, πήγε δίπλα στου Κεμάλ το σπίτι, όπου την περίμενε μια ομάδα από Τούρκους προσκυνητές, που κοντοστέκονταν στο πεζοδρόμιο. Εμείς ως τότε θαρρούσαμε πως είναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ' τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα. Η αποκάλυψη αυτή στη αρχή μάς τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους Τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας; Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα; Πάνω σ' αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι. Και τα επόμενα λόγια μας έδειχναν πως η καρδιά μας ζεστάθηκε κάπως από συμπάθεια κι ελπίδα. Είχαμε κι εμείς αφήσει σπίτια και αμπελοχώραφα εκεί κάτω.
Η Τουρκάλα ξαναφάνηκε λίγο μετά τον πόλεμο. Εμείς καθόμασταν πια σε άλλο σπίτι, λίγο παραπάνω, όμως την είδαμε μια μέρα να κάθεται κατατσακισμένη στο κατώφλι του παλιού σπιτιού μας. Ο πρώτος που την είδε, ήρθε μέσα και φώναξε: "η Τουρκάλα!" Βγήκαμε στα παράθυρα και την κοιτάζαμε με συγκίνηση. Παραλίγο να την καλέσουμε απάνω στο σπίτι - τόσο μας είχε μαλακώσει την καρδιά η επίμονη νοσταλγία της. Όμως αυτή κοίταζε ακίνητη την κατάγυμνη αυλή και το έρημο σπίτι. Μια ιταλιάνικη μπόμπα είχε σαρώσει τη ντουτιά κι είχε ρημάξει το καλοκαμωμένο ξυλόδετο σπίτι, χωρίς να καταφέρει να το γκρεμίσει.
Δεν την ξανάδαμε από τότε. Ήρθε - δεν ήρθε, άγνωστο. Άλλωστε και να 'ρχότανε δε θα 'βρισκε πια το κατώφλι με το αφράτο μάρμαρο για να ξαποστάσει. Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία απ' τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τι μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους.
Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα, ιδίως όταν το σκάψιμο θα έχει φτάσει στα θεμέλια, κι ίσως μπορέσω να εμποδίσω ή τουλάχιστο να καθυστερήσω το χτίσιμο του νέου εξαμβλώματος. Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ' το οικόπεδο του δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. Το ψηφιδωτό αυτό οι δασκαλεμένοι εργάτες το σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα για να μην τους σταματήσουν οι αρμόδιοι. Πάντως, τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ' την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για την ομορφιά και την παλιά δόξα, μα ανάμεσα στα δυνατά λόγια και τις φωνές, άκουσα μια γρια να σιγολέει: «Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα».


Το σπίτι που γεννήθηκε ο  Κεμάλ Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη.
Σήμερα Μουσείο Ατατούρκ

Σάββατο, 18 Μαΐου 2013


Η ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ στη ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΑΡΘΡΟ της Χρύσας Σπυροπούλου ( 9/10/2012 )

Η ελληνική λογοτεχνία επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό, όχι από την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, αλλά από τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 και από τις συνέπειές της στους πληθυσμούς που αναγκάστηκαν να αφήσουν τις εστίες τους. Πεζογράφοι που κατάγονται από τη Μικρά Ασία γίνονται μάρτυρες αυτής της τόσο ολέθριας για τον ελληνισμό περιόδου, καταγράφουν, σχολιάζουν, περιγράφουν με τον πιο πειστικό τρόπο τις εντυπώσεις τους από όσα άκουσαν και όσα έζησαν οι ίδιοι, ενώ ο «απόηχος» αυτού του μεγάλου ιστορικού γεγονότος φτάνει μέχρι και τις μέρες μας, μια και δεν λίγοι εκείνοι οι συγγραφείς οι οποίοι ακόμα και σήμερα επιλέγουν να γράψουν για το πριν και το μετά εκείνης της ταραγμένης και καθοριστικής για την πορεία της χώρας εποχής, κάτι που ενίοτε γίνεται εμμονή, μια επίμονη τάση να επιστρέφει κανείς στο παρελθόν χωρίς να δίδεται καινούργια προοπτική, να ανιχνεύονται δυναμικές που συνδέουν το παρόν με το παρελθόν. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, πάντως, κατά τις οποίες ακόμα και στο ίδιο έργο, στο οποίο γίνονται αναφορές στον Αύγουστο του 1922 και στα επακόλουθά του, δίδονται περιγραφές από τη ζωή στη Μικρά Ασία πριν από την έναρξη του πολέμου. Έτσι, φαίνεται η αντίθεση ανάμεσα στην περίοδο της ευδαιμονίας και της δυστυχίας. Στο πριν και το μετά.
Η έλευση των Ελλήνων της ευρύτερης Μικράς Ασίας, συμπεριλαμβανομένων και των πληθυσμών από τον Πόντο, δημιούργησε καινούργια δεδομένα, όπως είναι φυσικό, στον ελλαδικό χώρο. Πρώτον, οι πρόσφυγες, όπως τους αποκαλούσαν, βρήκαν καχυποψία και πολλές φορές εχθρότητα από την πλευρά των ντόπιων, κάτι που μπορεί να δει κανείς σε αναφορές που γίνονται σε μυθιστορήματα, όπως σε έργα της Διδώς Σωτηρίου ή του Ηλία Βενέζη. Πάντως, η έλευσή τους στην Ελλάδα είχε ως αποτέλεσμα να ανανεωθεί το δυναμικό και να τονωθούν τομείς όπως η οικονομία, αλλά επίσης να γίνουν αλλαγές στην κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική ζωή. Η προσφορά των προσφύγων υπήρξε σημαντική, καθώς πολλοί από αυτούς διέπρεψαν στο εμπόριο, στη βιομηχανία, στη ναυτιλία (Ωνάσης, Μποδοσάκης), στα γράμματα και στις τέχνες. Παράλληλα, τονώθηκαν από τον καινούργιο πληθυσμό περιοχές όπως η Μακεδονία.
Είναι φυσικό, λοιπόν, πολλοί συγγραφείς που ήρθαν από την Τουρκία να αναφερθούν στο θέμα της χαμένης πατρίδας και της προσφυγιάς, με κυρίαρχο, ωστόσο, εκείνο της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η οπτική γωνία των συγγραφέων αυτών δεν είναι δυνατόν να μην είναι επηρεασμένη από τις συνέπειες της ήττας και τις ταλαιπωρίες που υπέστησαν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους. Και δεν είναι τυχαίο που από την τουρκική πλευρά το θέμα αυτό απασχόλησε πολύ περιορισμένα τους συγγραφείς, όπως τον Αχμέτ Γιορουλμάζ (Ahmet Yorulmaz, Αϊβαλί, 1932-), ο οποίος έγραψε για τους Τουρκοκρητικούς που εγκαταστάθηκαν στο Αϊβαλί στο μυθιστόρημά του Τα παιδιά του πολέμου – Από την Κρήτη στο Αϊβαλί. Σ’ αυτό, περιγράφει το δράμα της προσφυγιάς, το οποίο γνωρίζει και ο ίδιος πολύ καλά, αφού η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί στο Αϊβαλί όταν εγκατέλειψε την Κρήτη. Ένας άλλος σημαντικός συγγραφέας, που ασχολήθηκε με το ίδιο θέμα, είναι ο Νετζατί Τζουμαλί (NecatiCumali, Φλώρινα, 1921-2001). Στο γνωστό μυθιστόρημά του, που έγινε και τηλεταινία το 2001, Κατεστραμμένα βουνά: Μακεδονία 1900, έγραψε για τους Τούρκους και για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Μακεδονίας.
Επανέρχομαι, όμως, στο θέμα μου. Οι εικόνες από τις πατρίδες που εγκατέλειψαν, ο πόλεμος, αλλά και οι ευτυχισμένες στιγμές, ακολουθούσαν εκείνους οι οποίοι έγιναν μετέπειτα συγγραφείς ή ποιητές, και καθόρισαν τη θεματική του λογοτεχνικού έργου τους. Ας σημειωθεί ότι όσοι ήρθαν από τα μέρη αυτά διέθεταν ένα καταπληκτικό εργαλείο, την αφηγηματική δεινότητα, την εκφραστική άνεση. Και με ανάμεικτα συναισθήματα απέδωσαν την πραγματικότητα όπως την είχαν ζήσει εκείνοι.
Αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθώ σε συγκεκριμένους συγγραφείς και να μιλήσω για το έργο τους και πώς σ’ αυτό παρουσιάζονται τα γεγονότα που σημάδεψαν τη σύγχρονη ιστορία μας.
Ο Ηλίας Βενέζης (Αϊβαλί, 1904-1973) είναι ένας από τους σημαντικούς συγγραφείς της γενιάς του ’30, ο οποίος έζησε την αιχμαλωσία και τον ξεριζωμό. Σχεδόν σε όλα του τα έργα γράφει για τις αναμνήσεις του από τη ζωή του στη Μικρά Ασία, για το τι είχανε και τι έχασαν. Αναφέρεται στην ειρηνική συμβίωση των Ελλήνων με τους Τούρκους στην σΑιολική Γητην οποία ο πρωταγωνιστής μιλά για τις περιπέτειές του πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Περιγράφει τα όνειρά του και τον ευδαιμονικό τρόπο ζωής κοντά στη φύση, έναν τρόπο που διαταράχθηκε από τον πυροβολισμό που σήμανε τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε άλλο του έργο, στο μυθιστόρημά του Γαλήνη, περιγράφονται οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες από τη Φώκαια όταν έρχονται να εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Στο έργο του Νούμερο 31328 γίνονται αναφορές στις περιπέτειες που έζησε κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, ενώ στο Μικρασία, χαίρε, συγκέντρωσε κείμενά του τα οποία είχαν δημοσιευθεί στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ το 1972, πενήντα χρόνια δηλαδή μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Όπως σημειώνει: «Στα εφηβικά μου χρόνια η μοίρα μου ήταν να βρεθώ μες στην πύρινη ζώνη της καταστροφής εκείνης. Η ζωή μου συνδέθηκε με αυτά τα συμβάντα που σφράγισαν και τη μοίρα μου ως συγγραφέα: τα περισσότερα βιβλία μου έγιναν χρονικό και αφιέρωμα στο δράμα της Μικρασίας».
Ένας άλλος σημαντικός συγγραφέας της ίδιας εποχής είναι ο Κοσμάς Πολίτης (Αθήνα, 1888-1974). Η οικογένειά του είχε μετακομίσει το 1889 στη Σμύρνη εξαιτίας της οικονομικής καταστροφής που υπέστη. Φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή και το Αμερικανικό Κολέγιο Σμύρνης. Στο καλύτερό του μυθιστόρημα, Στου Χατζηφράγκου, που είναι εμπνευσμένο από τη Μικρασιατική Καταστροφή, η ιστορία του αναφέρεται σε μια λαϊκή συνοικία της Σμύρνης. Αναπλάθει την παιδική ηλικία των ηρώων του στη Σμύρνη, τις ευτυχισμένες και ξέγνοιαστες στιγμές, αλλά και τη δραματική αλλαγή της ζωής τους κατά τη διάρκεια του πολέμου και αργότερα με τον ξεριζωμό.
Ο Στρατής Δούκας (Αϊβαλί, 1895-1983) δεν έγραψε πολλά βιβλία, αλλά θα τον θυμόμαστε για την εξαιρετική νουβέλα Η ιστορία ενός αιχμαλώτου. Με λιτό και κοφτό τρόπο ο Δούκας αφηγείται μια αληθινή ιστορία ενός τουρκόφωνου Έλληνα, ο οποίος είχε συλληφθεί αιχμάλωτος, και αφού απέδρασε για να σωθεί, προσποιήθηκε τον Τούρκο. Ο συγγραφέας πήγαινε στα χωριά της Μακεδονίας και άκουγε τις ιστορίες των προσφύγων και κρατούσε σημειώσεις. Στην Κατερίνη γνώρισε τον ήρωα του βιβλίου του και απέδωσε τις περιπέτειές του με αυθεντικότητα και αντικειμενικότητα. Δεν αναζητεί ευθύνες για τον πόλεμο και δεν καταφεύγει στις απλουστεύσεις ή στα αίτια του πολέμου. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να φανεί η φρίκη του πολέμου σε όποια πλευρά κι αν βρίσκεται κανείς. Το μήνυμα είναι αντιπολεμικό, μια και ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο του «στα κοινά μαρτύρια των λαών».
Ο Δούκας είχε στενούς δεσμούς με τον συμπατριώτη του Φώτη Κόντογλου (Αϊβαλί, 1895-1965), ο οποίος στο έργο του Το Αϊβαλί η πατρίδα μου (1962) –να επισημάνω σ’ αυτό το σημείο ότι και ο Γιορουλμάζ έγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο Γενιές ή η ζωή στο Αϊβαλί (1999), αλλά, αν και έχουν κοινά στοιχεία, έχουν και διαφορές, κάτι αναπόφευκτο, άλλωστε;– θυμάται με νοσταλγία τις ευτυχισμένες στιγμές στην πατρίδα του και σχολιάζει τις σχέσεις ανάμεσα στους δύο λαούς, τα δεινά των Ελλήνων.
Γνωστή σε όλους είναι η Διδώ Σωτηρίου (Αϊδίνι, 1911-2004), το έργο της οποίας είναι πολυμεταφρασμένο στα τουρκικά. Στο πιο δημοφιλές, τπ Ματωμένα χώματα, η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από το πρόσωπο του Μανώλη Αξιώτη, ενός νεαρού που έχει μεγαλώσει στο Κιρκιτζέ. Η φρίκη του πολέμου φέρνει το τέλος στον παράδεισο στον οποίο ζούσαν οι ήρωες πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μια από τις πιο δυνατές σκηνές του βιβλίου είναι αυτή της άφιξης των προσφύγων στο λιμάνι του Πειραιά και στην αναφορά που γίνεται στη μικρή περιουσία που είχαν φέρει μαζί τους: λίγα κοσμήματα, το μονόκλ, προσωπικά αντικείμενα, όχι και τα πιο χρήσιμα, που θα τους συνδέουν με το παρελθόν και αυτά θα διατηρούν πάντα τη συναισθηματική τους αξία.
Στο μυθιστόρημά της Μέσα στις φλόγες, ένα ταξίδι στη Σμύρνη το καλοκαίρι του 1918 θα γίνει η αφετηρία μιας καινούργιας ζωής για τη μικρή ηρωίδα και την οικογένειά της. Το κοριτσάκι εισέρχεται σταδιακά στα γεγονότα που φέρνουν το τέλος της ειρήνης και την προσφυγιά. Η καινούργια πατρίδα της είναι αφιλόξενη και οι άνθρωποι εχθρικοί. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον είναι αναγκασμένη να επιβιώσει η ηρωίδα.
Ο διηγηματογράφος Γιώργος Ιωάννου (1927-1985), που έζησε στη Θεσσαλονίκη, έγραψε για τους πρόσφυγες και την προσφυγιά σ’ αυτή την πόλη. Στο διήγημά του Στου Κεμάλ το σπίτι, περιγράφει τη συγκίνηση μιας Τουρκάλας που επισκέπτεται την οικογένεια, η οποία κατοικεί σ’ ένα παλιό σπίτι δίπλα σ’ εκείνο στο οποίο είχε ζήσει τα πρώτα παιδικά του χρόνια ο Κεμάλ Ατατούρκ. Ερχόταν πάντα κατά την περίοδο που οι μουριές είχαν καρπούς και κοίταζε το σπίτι και έδινε ευχές στους καινούργιους ενοίκους. Το διήγημα αυτό μου θύμισε ένα ανάλογο του Ντενίζ Καβοκτσούογλου, με τον τίτλο Μαντάμ Κατίνα (ανήκει στη συλλογή διηγημάτων τουΚαθημερινές Πολίτικες Ιστορίες).
Αξίζει να αναφερθεί και το βιβλίο Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη, ο δεύτερος τόμος, του Θανάση Βαλτινού (Καστρί Κυνουρίας, 1932), στον οποίο γίνονται αναφορές στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Εκστρατεία της Κριμαίας καθώς και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Και ενώ στον πρώτο τόμο του ίδιου έργου παρακολουθούσε κανείς την αποτυχία του ατομικού οράματος, στον δεύτερο γίνεται μάρτυρας στην αποσύνθεση του συλλογικού ονείρου, καθώς αυτή τη φορά η αποτυχία και η πτώση είναι συλλογική, αφορά έναν ολόκληρο λαό.
Ξεχωριστή είναι και η περίπτωση του ποιητή Γιώργου Σεφέρη (Σμύρνη, 1900-1971), του διπλωμάτη που υπηρέτησε στην ελληνική πρεσβεία στην Άγκυρα και τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1963. Σε πολλά του ποιήματα διακρίνεται η νοσταλγία για την πατρίδα που χάθηκε καθώς και τα επακόλουθα του πολέμου, η πίκρα και η δυστυχία.
Κάποια συμπεράσματα: Κοινός παρονομαστής αυτών των έργων, αλλά και άλλων, που δεν ήταν δυνατό να αναφέρω στην εισήγησή μου, είναι η συμπάθεια η οποία εκφράζεται προς τον τουρκικό λαό. Άλλωστε, οι αναφορές στην ειρηνική συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή δεν είναι λίγες. Έτσι, διαβάζουμε στο Μέσα στις φλόγες της Σωτηρίου: «Κι όμως, όταν λείπαμε εμείς, όλα εκείνα τα ξυπόλυτα εργατόπαιδα, τουρκάκια και ελληνόπουλα, παίζανε φιλιωμένα, όπως παίζαμε κι εμείς με τα παιδιά των μπέηδων…», ενώ αλλού, στο ίδιο βιβλίο, μιλάει για την προσφυγιά και τις δυσκολίες της: «Μόλις ξεμπαρκάραμε στον Πειραιά βρεθήκαμε μπρος σ’ ένα παράδοξο θέαμα. Κόσμος ήτανε μαζεμένος εδώ κι εκεί, σκυθρωπός και μουδιασμένος. Να οι πρώτοι πρόσφυγες! Ήρθαν οι πρώτοι πρόσφυγες!…»
Στα Ματωμένα χώματα η Σωτηρίου γράφει: «Οι Τούρκοι απ’ τα γύρω χωριά, το Κιρετσλί, το Χαβουτσλί, το Μπαλατζίκ, μας τιμούσανε και μας θαυμάζανε, έκοβε το μυαλό μας και ήμασταν εργατικοί…»
Ο Κοσμάς Πολίτης παρατηρεί στο μυθιστόρημά του Στου Χατζηφράγκου: «Περνούσαμε όμορφα και ευτυχισμένα…», ενώ ο Ηλίας Βενέζης στο Μικρασία, χαίρε κάνει αναφορές στο θάνατο πολλών ανθρώπων και στη δυστυχία: «Μόνο στην παραλία του Αδραμυτηνού κόλπου είχαν μαζευτεί 30.000 γυναικόπαιδα περιμένοντας πλοία. Χάθηκαν όλοι».
Μερικά ονόματα από αυτούς που έδωσαν τη δική τους εκδοχή για την προσφυγιά είναι τα ακόλουθα:
Ο Δημήτρης Ψαθάς (1907-1979) από την Τραπεζούντα, γνωστός δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας, που διακρίθηκε για το χιούμορ του, έγραψε τη Γη του Πόντου. Ο παππούς μου είχε αυτό το βιβλίο στη βιβλιοθήκη μας και τώρα το έχω φυσικά στη δική μου.
Ο Γιώργος Ανδρεάδης, στο μυθιστόρημα του, που, όπως δηλώνει, στηρίζεται σε αληθινό γεγονός, Ταμάμα, η αγνοούμενη του Πόντου, και η Thea Halo, στο Not even my name –γραμμένο στα αγγλικά και μεταφρασμένο στα ελληνικά– δίνουν τη δική τους εκδοχή για τον πόλεμο και την προσφυγιά. Η δεύτερη αφηγείται την ιστορία της μητέρας της που αναγκάστηκε, ορφανή, να εγκαταλείψει το χωριό της, να παντρευτεί μόλις 15 χρόνων έναν Ασσύριο και να μεταναστεύσει μαζί του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Χρόνια αργότερα με την κόρη της επιστρέφει στην Τουρκία και από την Άγκυρα ξεκινά το οδοιπορικό της αυτογνωσίας.
Τα συστατικά τα οποία δίνουν την ταυτότητα στο έργο πολλών συγγραφέων που αναφέρονται σε όσα έζησαν οι ίδιοι ή άκουσαν να τοΟ πόνος, ο φόβος, η πίκρα, η αγωνία για την επόμενη ημέρα, η αποδοχή του διαφορετικού και η αναγνώριση της προσφοράς του στη ζωή των Ελλήνων που έφυγαν από τις πατρίδες τους είναι μερικά από τυς διηγούνται άλλοι για τη ζωή στη Μικρά Ασία, στον Πόντο, στην Τουρκία εν γένει. Μέσω των μυθιστορημάτων τους κρατούν ζωντανή τη μνήμη γιατί γνωρίζουν καλά ότι υπάρχει κάτι όσο το θυμόμαστε.

     

                                            

Κυριακή, 5 Μαΐου 2013


Απόσπασμα από τις "Aδερφοφάδες"  του   Ν. Καζαντζάκη

Μα ξαφνικά, γιατί ; ποιος έφταιξε ; Καμιά μεγάλη αμαρτία δεν πλάκωσε το χωριό. όπως πάντα οι χωριανοί νήστευαν τις σαρακοστές, Τετάρτη και Παρασκευή δεν έτρωγαν κρέας και ψάρι, δεν έπιναν κρασί, πήγαιναν κάθε Κυριακή στη λειτουργία, έφερναν πρόσφορα, έκαναν κόλλυβα, ξομολογιούνταν και μεταλάβαιναν, γυναίκα δε σήκωνε τα μάτια της να κοιτάξει ξένον άντρα, άντρας δε σήκωνε τα μάτια να κοιτάξει ξένη γυναίκα, όλοι ακλουθούσαν τη στράτα τού θεού... Όλα πήγαιναν καλά και ξαφνικά, εκεί πού ήταν ο θεός σπλαχνικά σκυμμένος κατά το ευτυχισμένο χωριό, απόστρεψε πέρα το πρόσωπό του. το χωpιό ευτύς σκοτείνιασε, κι ένα πρωί φωνή σπαραχτικιά ακούστηκε στην πλατεΙα του χωριού : «Ξεριζωθείτε, οι Δυνατοί της Γης προστάζουν, φύγετε ! "Όλοι οι Έλληνες στην 'Ελλάδα, όλοι οι Τούρκοι στην Τουρκιά ! Πάρτε τα παιδιά σας, τις γυναίκες σας, τα κονίσματα, ξεκουμπιστείτε ! Δέκα μέρες διορία».
Θρήνος σηκώθηκε μέσα στο χωριό, σάστισαν γυναίκες κι άντρες, πήγαιναν κι έρχονταν κι αποχαιρετούσαν τους τοίχους, τους αργαλειούς, τη βρύση του χωριού, τα πηγάδια. Κατέβαιναν στην ακρογιαλιά, κυλίονταν στα χοχλάδια του γιαλού,αποχαιρετούσαν τη θάλασσα κι έσερναν μοιρολόι. Δύσκολα, δύσκολα πολύ, μαθές, ξεκολνάει η Ψυχή από τα γνώριμά της νερά κι από τα χώματα! Κι ένα πρωί ο γέρο παπα-Δαμιανός, μοναχός του, δεν αφήκε τον τελάλη, μήτε τον άλλο νιότερο παπά, τον Παπα- Γιάνναρο, μοναχός του σηκώθηκε αξημέρωτα, πήρε σβάρνα το χωριό, γύριζε από πόρτα σε πόρτα, φώναζε : «Στ' όνομα του θεού, παιδιά, ήρθε η ώρα ! 
Από τις βαθιές αυγές χτυπούσαν λυπητερά οι καμπάνες, οληνύχτα οι γυναίκες ζύμωναν, οι άντρες διαγούμιζαν βιαστικά από τα σπίτια τους ό,τι μπορούσαν να πάρουν μαζί τους, κάπου κάπου μια γριούλα έσερνε ακόμα το μοιρολόι, μα οι άντρες, με πρησμένα μάτια, γύριζαν και της φώναζαν να πάψει. Τι φελούν τα κλάματα; είπε ο Θεός θα γίνει, ας γίνει το λοιπόν να ξεμπερδεύουμε ! Και γρήγορα γρήγορα, προτού να λυγίσει η Ψυχή μας και πριν καλά καλά να καταλάβουμε τη συφορά. Ελάτε, γρήγορα χέρια, βρε παιδιά! Ας φουρνίσουμε τα ψωμιά, ας σακιάσουμε όσο αλεύρι μπορούμε, μακρινή πολύ 'ναι η στράτα, ας πάρουμε μαζί μας ό, τι μας χρειάζεται για να ζήσουμε, τσουκάλια, σκάφες, στρώματα, άγια κονίσματα, μη φοβάστε, αδέρφια ! Οι ρίζες μας δεν είναι μονάχα εδώ κάτω στη γης, πιάνουν και τον ουρανό και θρέφονται και γι΄ αυτό η ράτσα μας είναι αθάνατη. Όρτσα το λοιπόν, παιδιά, Κουράγιο !
Φυσούσε αγέρας, χειμώνας καιρός, τα κύματα είχαν αγριέψει, ο ουρανός γεμάτος σύννεφα, Κανένα αστέρι. Οι δυο παπάδες του χωριού, ο γερο-Δαμιανός κι ο μαυρογένης παπα-­Γιάνναρος, πηγαινόρχουνταν μέσα στην εκκλησιά, μάζευαν τα κονίσματα, το άγιο δισκοπότηρο, τ' ασημένιο Βαγγέλιο, τα χρυσοκέντητα άμφια, στέκουνταν κι αποχαιρετούσαν τον Παντοκράτορα, που ενέδρευε ζωγραφισμένος στον τρούλο, ο γερο­ Δαμιανός γούρλωνε τα μάτια και τον κοίταζε. πρώτη φορά είχε δει πόσο ήταν άγριος, πως έσφιγγε τα χείλια του με θυμό και καταφρόνεση και κρατούσε το Βαγγέλιο σαν κοτρόνα κι ετοιμάζουνταν να το σφεντονίσει κατακέφαλα στους ανθρώπους. 

Κούνησε ο γερο-Δαμιανός το κεφάλι ήταν χλωμός, αδύναμος. Ρουφηγμένα τα μαγουλά του, δεν τού 'μεναν στο πρόσωπο παρά δυο μάτια μεγάλα. Τού 'χαν φάει το κορμί η νήστια, η προσευκή κι η αγάπη για τους ανθρώπους. Κοίταζε με τρόμο τον Παντοκράτορα, τόσα χρόνια και πώς να μην τον δει ! Στράφηκε στον παπα-Γιάνναρο : «Έτσι άγριος ήταν πάντα ;» έκαμε να τον ρωτήσει, μα ντράπηκε. 
-Παπα - Γιάνναρε, είπε, κουράστηκα. Μάζεψε εσύ τα κονίσματα που θα πάρουμε μαζί μας και τ' άλλα να τα κάψουμε, παιδί μου, κι ο θεός θα μας συχωρέσει, να τα κάψουμε να μην τα μαγαρίσουν οι Αγαρηνοί. Και μάζεψε τη στάχτη, μοίρασέ τη στους χωριανούς, να την κρατούν φυλαχτό. Κι εγώ θα σηκωθώ να κουρταλώ τις πόρτες και να φωνάζω : Ήρθε η ώρα!
Πήρε να ξημερώσει - μέσα από μαύρα σύννεφα πρόβαλε ο ήλιος, φαλακρός, άρρωστος. Ένα φως θλιμμένο άγλειψε το χωριό, ξεχάσκισαν οι πόρτες, κατάμαυρες. Λάλησαν λιγοστά κοκόρια, για στερνή φορά, απάνω στις κοπριές της αυλής. Άνοιγαν οι στάβλοι, πρόβαιναν τα βόδια, τα μουλάρια, τα γαϊδουράκια και πίσω τους τα σκυλιά κι οι άνθρωποι. Μύριζε το χωριό ψωμί ξεφουρνισμένο.
-Νά 'χετε την ευκή του θεού, παιδιά μου, παρακαλούσε ο γέρο-Δαμιανός και πήγαινε από το ένα σπίτι στο άλλο, μην κλαίτε, μη βλαστημάτε. Θεού 'ναι θέλημα, μπορεί και για καλό μας. Σίγουρα για καλό μας! Πατέρας μαθές είναι ο θεός. Γίνεται ένας πατέρας να θέλει το κακό των παιδιών του ; δε γίνεται ! Θα δείτε το λοιπόν, παιδιά μου, πως ο θεός μας έχει ετοιμάσει εκεί πέρα πιο καρπερά χωράφια να ριζώσουμε. Σαν τους Όβραίους ξεσηκωνόμαστε κι εμείς από τη γη των άπιστων και πάμε στη Γη της Επαγγελίας ! Εκεί τρέχει το μέλι και το γάλα και τα σταφύλια γίνονται ένα μπόι ανθρώπου.
Την παραμονή του μισεμού κίνησαν όλοι μαζί, λιτανεία, άντρες και γυναικόπαιδα, για το μικρό χαριτωμένο νεκροταφείο απόξω από το χωριό, ν' αποχαιρετήσουν τους προγόνους. Άνακλαημένος ήταν ο καιρός, τη νύχτα είχε βρέξει και κρέμουνταν ακόμα στα φύλλα της ελιάς σταλαγματιές βροχή. Και κάτω το χώμα ήταν μαλακό και μύριζε. Ο παπα-Δαμιανός πήγαινε μπροστά, ντυμένος τα καλά του άμφια, με το χρυσοκεντημένο πετραχήλι του και με το ασημένιο Βαγγέλιο στην αγκαλιά του, πίσω του ακολουθούσε ο λαός, και στερνός, ουραγός, ο παπα-Γιάνναρος, με το ασημένιο σικλί γεμάτο αγιασμό και με την αγιαστούρα του από φουντωμένο δεντρολίβανο. Δεν έψελναν, δεν έκλαιγαν, δε μιλούσαν, πήγαιναν βουβοί, σκυφτοί και μονάχα κάπου κάπου μια γυναίκα στέναζε, ένα βαθύ Κύριε, ελέησαν! ακούγονταν από κανένα γέρικο στόμα κι οι νέες μανάδες είχαν ανοίξει τον κόρφο τους και βύζαιναν τα μωρά τους. Έφτασαν στα κυπαρίσσια, έδωκε μια ο παπάς, άνοιξε την πορτούλα, μπήκε, και πίσω του ο λαός. Οι μαύροι ξύλινοι σταυροί ήταν μουσκεμένοι, μερικά φαναράκια έκαιγαν στους τάφους, μισοσβημένες φωτογραφίες πίσω από το γυαλί μαρτυρούσαν πως ήταν οι κοπέλες, πως ήταν οι λεβέντες με τα στριφτά μουστάκια, όταν εζούσαν. Κατασκορπίστηκε ο λαός, βρήκε καθένας τον αγαπημένο του τάφο, έπεσαν κάτω οι γυναίκες και προσκύνησαν το χώμα, οι άντρες, όρθιοι, έκαναν το σταυρό τους και σφούγγιζαν με την άκρα του μανικιού τους τα μάτια. Ο παπα-Δαμιανός στάθηκε στη μέση του κοιμητήριου, σήκωσε τα χέρια : - Πατέρες, φώναξε, Παππούδες, έχετε γεια ! Έχετε γεια, φεύγουμε ! Δε μας αφήνουν πια οι Δυνατοί της Γης να ζούμε πλάι σας, να πεθάνουμε και να ξαπλώσουμε πλάι σας, να ξαναγίνουμε κι εμείς χώμα μαζί σας. Μας ξεριζώνουν !

Ανάθεμα στους αίτιους ! Ανάθεμα στους αίτιους ! Ανάθεμα στους αίτιους !
Σήκωσε ο λαός τα χέρια στον oυρανό, σήκωσε βουή μεγάλη: Ανάθεμα στους αίτιους!
ΚυλΙστηκαν όλοι χάμω, φιλούσαν το μαλακωμένο από τη βροχή χώμα, το 'τριβαν στην κορφή τού κεφαλιού τους, στα μάγoυλα, στο λαιμό, έσκυβαν, το ξαναφιλούσαν. Φιλούσαν τους πατέρες και τους παππούδες, φώναζαν : -Έχετε γεια !».
Προχώρησε με την αγιαστούρα του ο παπα-Γιάνναρος και πήρε αράδα να ραντίζει τα μνήματα.
-Έχετε γεια ! Έχετε γεια ! φώναζαν ακολουθώντας οι συγγενείς των πεθαμένων, έχετε γεια, αδέρφια, ξαδέρφια, παππούδες ! Σχωρέστε μας που σας αφήνουμε στα χέρια των Αγαρηνών, δε φταίμε εμείς, ανάθεμα στον αίτιο !