Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013


Γιώργου Ιωάννου, «Μες τους προσφυγικούς καταυλισμούς»

        Στέκομαι και κοιτάζω τα παιδιά· παίζουνε μπάλα. Κάθομαι στο ορισμένο καφενείο· σε λίγο θα σχολάσουν και θ' αρχίσουν να καταφτάνουν οι μεγάλοι. Κουρασμένοι απ' τη δουλειά, είναι πολύ πιο αληθινοί. Οι περισσότεροι γεννήθηκαν εδώ σ' αυτή την πόλη, όπως κι εγώ. Κι όμως διατηρούν πιο καθαρά τα χαρακτηριστικά της ράτσας τους και την ψυχή τους, από μας τους διεσπαρμένους. Ιδίως όταν τους βλέπω εδώ, μου φαίνονται πιο γνήσιοι. Κάπως αλλιώτικοι μοιάζουν μακριά, σε άλλα περιβάλλοντα συναντημένοι.
        Η αλήθεια πάντως είναι πως στο ζήτημα της αναγνωρίσεως έχω φοβερά εξασκηθεί. Όπου κι αν είμαι, τον Πόντιο, ας πούμε, τον διακρίνω από μακριά· κι από μια γραμμή του κορμιού του μονάχα. Δεν είναι ανάγκη ν' ακούσω την ομιλία του, ούτε να διαπιστώσω την αλλιώτικη μελαχρινάδα. Σπανίως να πέσω έξω. Από κοντά όμως είμαι ολότελα αλάνθαστος. Το ίδιο και με τους Καραμανλήδες, τους Καυκάσιους, τους Μικρασιάτες απ' τις ακτές, τους άλλους απ' τα βάθη, τους Κωνσταντινουπολίτες, από μέσα ή απ' τα περίχωρα, κι ας επιμένουν όλοι τους πως είναι απ' την καρδιά της Πόλης, κι απ' το Γαλατά. Οι Θρακιώτες όμως έρχονται πιο καστανοί· ξανθοί πολλές φορές, κι ευκολότερα μπερδεύονται με πρόσφυγες από μέρη άλλα. Εξάλλου σα να έχουν χάσει την ιδιαίτερη προφορά τους ή ίσως εγώ να την έχω συνηθίσει. Μπερδεύονται κυρίως μ' αυτούς που' ήρθαν απ' τη Ρωμυλία. Αυτό συμβαίνει κι ανάμεσα στους Ηπειρώτες και στους άλλους απ' τις περιοχές του Μοναστηριού.
        Όταν τους μπερδεύω, το καταλαβαίνω συνήθως αργά γιατί έχω τόση πεποίθηση πάνω σ' αυτό το ζήτημα, ώστε σπανίως ρωτώ. Κατά βάθος βέβαια αυτό δεν είναι σφάλμα, είναι διαπίστωση.
        Κι όμως πόση συγκίνηση έχει να κοιτάζεις ή να συζητάς στα καφενεία και να διαισθάνεσαι τη δική σου ή μια άλλη πανάρχαια ράτσα. Ακούς εκείνες τις φωνές με τη ζεστή προφορά και σου 'ρχεται ν' αγκαλιάσεις. Ονόματα από σβησμένους τάχα λαούς και χώρες δειλιάζουν μέσα στο νου· μεθώ μονάχα και που τα λέω από μέσα μου, καθώς ολοένα βεβαιώνομαι. Χαίρομαι να κοιτάζω τις αδρές και τίμιες φυσιογνωμίες τους, κι ανατριχιάζω βαθιά, όταν σκέφτομαι πως αυτός που μου μιλά είναι δικός μου άνθρωπος, της φυλής μου. Κάτι σα ζεστό κύμα με σκεπάζει ξαφνικά, θαρρείς και γύρισα επιτέλους στην πατρίδα. Δεν έχει σημασία που δε γνώρισα ποτέ αυτή την πατρίδα ή που δε γεννήθηκα καν εκεί. Το αίμα μου από κει μονάχα τραβάει· εκτός κι αν είναι αληθινό πως ο άνθρωπος αποτελείται απ' αυτά που τρώει και πίνει, οπότε πράγματι είμαι από δω. Και πως εξηγείται τότε όλη αυτή η λαχτάρα;
        Γυρνώ μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς με δυνατή ευχαρίστηση.

Γιώργος Ιωάννου, «Μες τους προσφυγικούς καταυλισμούς», Για ένα φιλότιμο, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1980, σ. 43-45



"ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ"    ~~         Κρήτη - Αϊβαλί - Μοσχονήσια

"YOLCULUK"    ~~      Kreta-Ayvalık - Moschonisia


http://www.youtube.com/watch?v=W3eol-IUUEk&feature=fvst

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013


Φιλιώ Χαϊδεμένου, «Τρεις αιώνες μια ζωή»

Το βιβλίο αυτό της Φιλιώς Χαϊδεμένου είναι μια προσωπική ματιά στη ζωή στη Μικρά Ασία, στα Βουρλά πριν την καταστροφή, στην καταστροφή έτσι όπως την έζησε η αφηγήτρια, στον ερχομό και στην ένταξη των προσφύγων στην Ελλάδα. 
Το μεγάλο ενδιαφέρον βρίσκεται στην ειλικρίνεια με την οποία η αφηγήτρια θυμάται και ξαναβλέπει το παρελθόν αλλά και στην τόλμη ν` αναγνωρίζει «αρνητικές» πτυχές της ιστορίας. Σημαντικό ακόμα είναι ότι η ανθρωπιά δεν είναι  κατ` αποκλειστικότητα χαρακτηριστικό των Ελλήνων.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

... Τον Αύγουστο του 1922, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά. Ετοιμάζαμε βέβαια τις σοδειές μας, κάναμε τις δουλειές μας, αλλά τα νέα που έρχονταν ήταν άσχημα. Οι φήμες που κυκλοφορούσαν, οι ειδήσεις που έρχονταν από το μέτωπο, τα πράγματα που ακούγαμε ήταν πολύ δυσοίωνα...

... Όπως σας είπα και παραπάνω, δεν ήταν λίγοι οι αλητήριοι στρατιώτες μας που κατέκλεβαν τους ανθρώπους, κατέστρεφαν τα σπίτια τους ή βίαζαν Τουρκάλες. Αυτά όχι μόνο τα βλέπαμε, αλλά μας τα έλεγαν και άλλοι Έλληνες στρατιώτες. Και βέβαια αυτά γίνονταν με την ανοχή των αξιωματικών τους - των βασιλικών αξιωματικών - που έκαναν τα στραβά μάτια στα αίσχη των αντρών τους. Οι βασιλικοί αξιωματικοί περηφανεύονταν ότι τον πρίγκιπα Ανδρέα τον έλεγαν «Καψοκαλύβα», επειδή δεν άφηνε τουρκικό χωριό που να μην του βάλει φωτιά. Έτσι ήταν τα πράγματα στη Μικρά Ασία εκείνη την εποχή κι εμείς οι Μικρασιάτες ήμασταν αυτοί που το πληρώσαμε με την καταστροφή μας. Εμείς δεν είχαμε κάνει ό,τι μπορούσαμε για να προετοιμάσουμε το έδαφος να έρθουν οι Έλληνες; Γιατί τώρα έπρεπε να ξεπέφτει η Ελλάδα στα μάτια όλων;
Όλα αυτά που σας λέω έγιναν στ` αλήθεια πιστέψτε με. Γι` αυτό οι Τούρκοι, όταν τους δόθηκε η ευκαιρία, δε σεβάστηκαν τίποτα απολύτως- οι περισσότεροι- τουλάχιστον. 

... Αρκετά αργότερα, στον Πειραιά πια, συνάντησα τη θεία μου και τη ρώτησα πώς γλίτωσε απ` τη φωτιά και το μαχαίρι των Τούρκων. Εκείνη μου διηγήθηκε πως μαζί με αρκετούς άλλους είχαν κρυφτεί στο νεκροταφείο στην περιοχή Μπαμπατζάνη, μέσα στα μνήματα! Ναι μέσα στα μνήματα! Μαζί με τις δύο εγγονές της, την Ελένη και τη Θέκλα, άνοιξαν μια ταφόπετρα, μπήκαν μέσα κι έβαλαν το στόμα τους κοντά στον αρμό, για ν` αναπνέουν. Πέντε μέρες έμειναν θαμμένες ζωντανές! Οι Τούρκοι ήρθαν και στο νεκροταφείο, βρήκαν πολλούς χριστιανούς κρυμμένους στους τάφους και τους τουφέκισαν. Κυνήγησαν τις γυναίκες και τους έπαιρναν τα μωρά από τις αγκαλιές, τα έσφαζαν και πετούσαν τα κορμάκια πίσω στις μανάδες τους! Τόση κτηνωδία... Σας έχω πει πως και οι Έλληνες έκαναν μεγάλες βαρβαρότητες. Η απορία μου για το πώς γίνονται οι άνθρωποι δεν αφορά μόνο τους Τούρκους, αφορά κι εμάς. Όλη αυτή η φροντίδα για πλούτο... Όλη αυτή η αδιαφορία για τους γύρω μας... Τόση κακία; Πού είναι η καλοσύνη; Πρέπει να έχουμε λόγο για να είμαστε συμπονετικοί με τους συνανθρώπους μας; «Τα σάβανα δεν έχουν τσέπες», λέει ο λαός. Δεν παίρνουμε μαζί μας τίποτα από τα πλούτη που μαζέψαμε. Μόνο την καλοσύνη της ψυχής μας παίρνουμε. Όσο και να έχω ψάξει μέσα μου , δε βρήκα καμιά απάντηση σ` αυτό το «γιατί». Θα το λέω, όμως, μέχρι να κλείσω τα μάτια μου : «Μην κάνετε θρησκεία σας το χρήμα! Μη γίνεστε άπονοι! Μην αναγκάσετε ποτέ κάποιον να πάθει ό,τι πάθαμε όλοι εμείς στην Καταστροφή!»

... 3 Αυγούστου 1998. Ο νους μου φεύγει ξανά και πηγαίνει σε μέρη που πονάνε , σε μέρη που δε θα ξεχάσω ποτέ. Ο πόνος θα σταματήσει μόνο όταν πεθάνω. Το σώμα μου βρίσκεται εδώ, στο τώρα, αλλά το μυαλό μου συνεχίζει να τριγυρνάει στο τότε, στην αγαπημένη μου πατρίδα, που δεν ξέχασα ούτε για μια στιγμή. Η ζωή μου όλα αυτά τα χρόνια κινείται μόνη της, μηχανικά. Νομίζω ότι όλοι εμείς που διωχτήκαμε, που υποφέραμε, που ξεσπιτωθήκαμε, που αποκτήσαμε βίαια μια νέα πατρίδα, δε θα λησμονήσουμε ποτέ τον τόπο μας, τη Μικρά Ασία. Πάντα θα μας πονάει η θύμησή της, όσα κι αν περάσαμε από τότε, και πάντα το μυαλό μας θα ξαναγυρίζει σ` εκείνα τα χρόνια, στις ρίζες μας.