Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

"ΣΕΡΕΝΑΤΑ" Ömer Zülfü Livaneli

Σερενάτα     Όλα ξεκινούν μια κρύα ημέρα του Φεβρουαρίου του 2001, όταν η Μάγια Ντουράν, τριάντα έξι ετών, υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων του Πανεπιστημίου της Ιστανμπούλ, υποδέχεται στο αεροδρόμιο της πόλης τον γερμανικής καταγωγής Αμερικανό καθηγητή Μαξιμίλιαν Βάγκνερ, ετών ογδόντα επτά.

Εκτελώντας την επιθυμία του καθηγητή, ο οποίος δίδαξε στο ίδιο Πανεπιστήμιο τη δεκαετία του '30, η Μάγια τον οδηγεί σε μια παραλιακή κωμόπολη έξω από την Κωνσταντινούπολη. Εκεί όπου το 1941 ένα καράβι γεμάτο Εβραίους βυθίστηκε από τους Ρώσους στα παγωμένα νερά της Μαύρης Θάλασσας... Εκεί που θα αρχίσει τώρα να ξετυλίγεται το νήμα μιας μοναδικής ιστορίας αγάπης στη δίνη μιας μεγάλης τραγωδίας της ιστορίας του 20ού αιώνα.

"Εάν το βραβείο Νόμπελ δινόταν σε ένα βιβλίο μονάχα, σίγουρα θα άξιζε να το κερδίσει με ομοφωνία το τελευταίο βιβλίο του Λιβανελί. Είναι συγκινητικό όπως το "Σινεμά ο Παράδεισος" και συγκλονιστικό όπως η "Λίστα του Σίντλερ".

(Σελαχαττίν Ντουμάν, εφημ. "Βατάν")

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το ΒΙΒΛΙΟ

 «Η θέση μου είναι ότι όλοι οι λαοί , όλοι οι πολιτισμοί διακατέχονται από προκαταλήψεις ο ένας για τον άλλον. Εάν κάποια μέρα κατορθώσουμε να εξαλείψουμε τις λέξεις που δηλώνουν προκατάληψη όπως τη λέξη βάρβαρος στις ευρωπαϊκές γλώσσες, τη λέξη γκαϊζίν στα ιαπωνικά, τη λέξη κιαφίρ στις μουσουλμανικές χώρες, τη λέξη Άριος στη γερμανική , τότε θα έχουμε κάνει ένα σπουδαίο βήμα προς το στόχο μας. Κι αν με ρωτήσετε ποιος είναι ο στόχος μας, θα σας έλεγα ότι είναι μια ουμανιστική αντίληψη κατά την οποία, αφενός η αξία του ανθρώπου πηγάζει απλά από το ότι είναι άνθρωπος και , αφετέρου, αποκλείονται οι διακρίσεις που στηρίζονται σε θρησκεία, έθνος, φύλο, χρώμα, σεξουαλικές προτιμήσεις και πολιτικές θέσεις».
Όλοι χειροκρότησαν θερμά τον καθηγητή. Οι άνθρωποι επηρεάζονται πολύ από τέτοιες ομιλίες, αλλά τις ιδέες που γεννιούνται από τις ομιλίες αυτές τις αφήνουν στα αμφιθέατρα. Άνθρωποι που δε διστάζουν να κάνουν κάθε είδους διακρίσεις χειροκροτούν ζωηρά στα αμφιθέατρα τέτοιες ιδέες. Όταν επιστρέφουν στην καθημερινή ζωή, ξεχνούν να δουν «τον άνθρωπο ως άνθρωπο» και υποδαυλίζουν το μίσος και κάθε είδους διακρίσεις. Κατόπιν για να δικαιολογήσουν τις ενέργειές τους ξεκινούν με τις λέξεις «Ναι, αλλά...» και σκαρφίζονται χίλιες δυο δικαιολογίες για να καταστρατηγήσουν τις αρχές που μόνο στα λόγια υποστηρίζουν. 

Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013

Έλληνες μαθητές στην Τουρκία


Κλαδί ελιάς από Έλληνες μαθητές σε Τούρκους

Κλαδί Ελιάς από μαθητές και καθηγητές του 3ου ΓΕΛ Βέροιας στην Τουρκία...
“Κλαδί ελιάς από τους Έλληνες μαθητές στους Τούρκους”:  Μ' αυτόν τον τίτλο δημοσιεύτηκε στην τοπική τουρκική εφημερίδα το άρθρο σχετικά με την επίσκεψη 5 μαθητών και 3 καθηγητών του 3ου ΓΕΛ Βέροιας στην πόλη Ζονγκουλντάκ, στα παράλια του Εύξεινου πόντου, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού προγράμματος Comenius με τίτλο:
«Φανταστείτε ότι δεν υπάρχουν σύνορα... Όλοι ζούμε σ' ένα κίτρινο υποβρύχιο... Γιατί δεν το βάφουμε μπλε; Με σεβασμό στο παρελθόν και απολαμβάνοντας το παρόν ας πλεύσουμε για την Ευρώπη του μέλλοντος».
Το ταξίδι ξεκίνησε την Τετάρτη 25 Σεπτεμβρίου με πρώτη στάση την Κωνσταντινούπολη και το απαραίτητο προσκύνημα στον ναό της Αγίας Σοφίας, την επίσκεψη στην Βασιλική Κιστέρνα - το Βυζαντινό υδραγωγείο - στην σκεπαστή αγορά ή αλλιώς Καπαλί Τσαρσί, στην Αιγυπτιακή αγορά με τα μπαχαρικά και με την απολαυστική κρουαζιέρα στον Βόσπορο.
Την επομένη η ομάδα έφτασε στον προορισμό της όπου συναντήθηκε με τους Τούρκους οικοδεσπότες της και τις ομάδες από τις άλλες χώρες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα, την Πολωνία και την Βουλγαρία. Το πρόγραμμα ξεκίνησε με την φύτευση δέντρων στην αυλή του σχολείου και την φύτευση της ελιάς που οι Έλληνες μαθητές είχαν φέρει από την Ελλάδα ως δείγμα φιλίας και ειρήνης μεταξύ των λαών μας. Ακολούθησε η τελετή υποδοχής των εταίρων με τοπικούς παραδοσιακούς χορούς , τραγούδια και εδέσματα και έπειτα από την περιήγηση στο τούρκικο σχολείο, έγινε ξενάγηση στο θαυμάσιο σπήλαιο της περιοχής. Οι μαθητές στην συνέχεια επισκέφτηκαν το πολιτιστικό κέντρο της πόλης όπου διδάχθηκαν την τέχνη της ζωγραφικής με το όνομα εμπρου  ή αλλιώς  Μάρμπλινγκ, γιατί το αποτέλεσμα θυμίζει μάρμαρο.
Η επίσκεψη συνεχίστηκε την άλλη μέρα με την εκδρομή στην παραλιακή πόλη Αμάσρα - την αρχαία Σήσαμο - στο Αρχαιολογικό Μουσείο της οποίας βρίσκονται πολλές επιτύμβιες στήλες με επιγραφές στα αρχαία ελληνικά και πολλά αγγεία και αμφορείς της αρχαίας ελληνικής περιόδου.
Η δεύτερη εκδρομή του προγράμματος περιλάμβανε το χωριό Γιορούκ και την Σαφράμπολη, την πόλη του κρόκου, με τα παραδοσιακά ξύλινα αρχοντικά, τόσο καλά διατηρημένα που σε γυρνάνε σε άλλες εποχές. Ένα άλλο αξιοθέατο της περιοχής είναι το φαράγγι στο οποίο μια γυάλινη εξέδρα δίνει την ευκαιρία στον επισκέπτη να νιώσει τον ίλιγγο που νιώθει κάποιος όταν περπατάει στο κενό πάνω από τον γκρεμό.
Την τέταρτη μέρα του προγράμματος οι μαθητές παρουσίασαν τις εργασίες τους που είχαν θέμα την θρησκεία και τα ήθη και έθιμα μεγάλων θρησκευτικών εορτών όπως τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και το Ραμαζάνι του Ισλάμ. Το βράδυ της ίδιας ημέρας δόθηκε θεατρική παράσταση στα τουρκικά, που ήταν μέρος του προγράμματος, με τον τίτλο Κουρμπάν που σημαίνει θυσία και είχε ως θέμα την θέση της γυναίκας στην κοινωνία και ήταν εμπνευσμένο από την αρχαία ελληνική τραγωδία  «Μήδεια».
Η επίσκεψη ολοκληρώθηκε με το Πανεπιστήμιο Μπουλέντ Ετσεβίτ της πόλης, ένα πραγματικό στολίδι της με τις υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις του, τις πολυάριθμες σχολές του, τους κοιτώνες και την αναπτυγμένη τεχνολογία.
Ήταν ένα ταξίδι που έδωσε την ευκαιρία στους επισκέπτες μαθητές και καθηγητές να πάρουν μια γεύση από τον τρόπο ζωής στην Τουρκία, να απολαύσουν την πραγματική φιλοξενία των κατοίκων της, να δοκιμάσουν την νόστιμη κουζίνα τους και να γνωρίσουν τον τρόπο που διασκεδάζουν. Ήταν ένα μάθημα ιστορίας, πολιτιστικής κληρονομιάς, γεωγραφίας, θρησκευτικών  μα πάνω από όλα ένα μάθημα ανθρωπιάς ότι οι λαοί μπορεί να είναι φίλοι άσχετα από φυλή και εθνικότητα.

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Νίκος Καζαντζάκης και Τουρκία

Ίδρυση στην Τουρκία τμήματος της Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη



Η προβολή στην Τουρκία του έργου του Νίκου Καζαντζάκη, τον οποίο το τουρκικό κοινό δεν γνωρίζει αρκετά, είναι ο στόχος του τοπικού τμήματος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, που ιδρύθηκε πρόσφατα.

Ο Βασίλης Σαλέας στην Τουρκία

Το κλαρίνο του Σαλέα «κατακτά» τη Τουρκία

Με ενθουσιασμό από τον τύπο έγινε δεκτό στην Τουρκία  και ο νεος δίσκος του παγκοσμίως γνωστού Ελληνα κλαρινίστα Βασίλη Σαλέα!
Με τον τίτλο «ο Βασίλης βρίσκεται στην Τουρκία με το καινούργιο του άλμπουμ» η τουρκική εφημερίδα Star  γράφει ότι ο  Έλληνας βιρτουόζος του κλαρίνου Βασίλης Σαλέας κυκλοφόρησε στην Τουρκία το καινούργιο του άλμπουμ με τον τίτλο ‘Travelling the world’.
Σύμφωνα με την εφημερίδα - αλλά και διάφορα σάιτ- ο Ελληνας βιτρουόζος μουσικός στο δίσκο του εκτός από σημαντικά έργα πολλών διάσημων συνθέτων από όλο τον  κόσμο  ερμήνευσε και τα τραγούδια ‘İnci Tanem’του Tarkan και ‘Sarı Odalar’ της τουρκάλας Sezen Aksu.
Να σημειώσουμε ότι η εμφάνιση αυτή του Σαλέα στα μουσικά πράγματα της Τουρκίας δεν ειναι η πρώτη - αντίθετα είναι πολύ γνωστός και έργα του έχουν κυκλοφορήσει πολλά , ενώ ''παιζουν'' σε πολλά μαγαζιά και σε ποικίλο κοινό. (gazzeta)

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Αφού υπάρχουν πόλεµοι,
εκτελέσεις, διακρίσεις,
φτώχεια και έλλειψη 
ανοχής θα υπάρχουν και
πρόσφυγες…

  


                            














Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ



Στιγμιότυπα από την επίσκεψή μας στο  İzmir Özel Türk Koleji  
στο πλαίσιο του E-twinning Προγράμματος τον Απρίλη του 2011

ΥΠΟΔΟΧΗ


ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΠΑΦΕΣ

ΧΑΜΟΓΕΛΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ
ΟΙ E-TWINNERS ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΣΧΟΛΕΙΩΝ

ΣΤΗΝ ΤΑΞΗ ΤΗΣ Α ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ

ΑΓΩΝΑΣ ΠΙΓΚ-ΠΟΓΚ

ΑΘΛΟΠΑΙΔΙΕΣ

ΚΑΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΜΑΣ

ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑΡΙΑ

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑΝΟ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ

ΣΤΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ 1ου ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ

Η ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΧΟΡΩΔΙΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ ΚΟΛΛΕΓΙΟΥ
ΖΕΪΜΠΕΚΗΔΕΣ




ΑΝΑΜΝΗΣΤΙΚΑ ΔΙΠΛΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ

ΑΓΩΝΑΣ ΜΠΑΣΚΕΤ

ΟΙ ΜΠΑΣΚΕΤΜΠΟΛΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΥΟ ΣΧΟΛΕΙΩΝ

ΧΟΡΟΣ , ΧΟΡΟΣ, ΧΟΡΟΣ...

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟ PARTY

" ΕΝΑ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ για τις ΕΘΝΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΜΑΧΕΣ"

Είναι «Η άλλη κωμόπολη» παρόμοια με την πόλη μας;
Ένα ντοκιμαντέρ για τις εθνοτικές διαμάχες

( του Ηρακλή Μήλλα )

Τα ντοκιμαντέρ για τις εθνότητες που βρίσκονται σε διένεξη είναι ως επί το πλείστον δύο ειδών. Είτε κατηγορούν την «άλλη πλευρά» για όλα τα δεινά τους είτε επιδιώκουν να δείξουν ότι υπήρξε ένα είδος παρεξήγησης και ότι οι δυο πλευρές είναι αθώες. Το πρώτο είδος αντανακλά την εθνικιστική προσέγγιση: ο «άλλος» είναι υπεύθυνος και  εμείς είμαστε τα θύματα. Η δεύτερη προσέγγιση είναι καλοπροαίρετη και συμβιβαστική αλλά διόλου ρεαλιστική, καμιά φορά καταντάει αφελής. Στο ντοκιμαντέρ μας για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, «Η Άλλη Κωμόπολη», προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι και οι δυο κοινωνίες έχουν ευθύνη για το γεγονός ότι αναβιώνονται εθνικές προκαταλήψεις, στερεότυπα και δυσπιστία για το «άλλο», κάτι που κατά συνέπεια εμποδίζει την αμοιβαία κατανόηση. 
Την τελευταία δεκαετία επικρατεί  ηρεμία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Παραμένουν ,ωστόσο, κάποια σοβαρά προβλήματα που εγκυμονούν κινδύνους. Η διαφωνία για το Αιγαίο ( οι γκρίζες ζώνες και η διεκδίκηση κυριαρχίας για την υφαλοκρηπίδα κλπ ), τα δικαιώματα των μειονοτήτων και το Κυπριακό ζήτημα είναι ακόμα σε εκκρεμότητα. Αυτές οι πολιτικές διαμάχες είναι πιο δύσκολο να λυθούν , όταν αρνητικές αντιλήψεις σχετικά με τον «άλλο» είναι ακόμα ευρέως διαδεδομένες και στις δύο κοινότητες μιας και αναμοχλεύονται συνεχώς στα μέσα ενημέρωσης, την εκπαίδευση, τον πολιτικό λόγο, τη λογοτεχνία κλπ. Ίσως το χειρότερο είναι ότι οι δύο πλευρές ούτε καν υποψιάζονται ότι οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα αναπαράγονται επί καθημερινής βάσης σε συζητήσεις και στις δύο κοινωνίες και ότι οι ίδιοι φορείς λήψης αποφάσεων βρίσκονται υπό την αρνητική επιρροή τους. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο όπου οι προκαταλήψεις προκαλούν ένταση που υποδαυλίζει τις προκαταλήψεις εκ νέου. 
«Η Άλλη Κωμόπολη» εξετάζει όχι μόνο πώς σκέφτονται και αισθάνονται οι δύο πλευρές για το παρελθόν και το «άλλο», αλλά επίσης το περιβάλλον στο οποίο σχηματίζονται αυτές οι απόψεις. Οι εκπαιδευτικές πρακτικές, οι δημόσιες τελετές και ομιλίες, τα μουσεία και τα μνημεία είναι όλα μέσα που διαμορφώνουν αυτό το περιβάλλον. Η στάση των νέων και των ηλικιωμένων ανθρώπων με τους οποίους μιλήσαμε έδειξε ότι τα έθνη συνήθως πιστεύουν ό,τι τους έχουν πει να πιστεύουν. Αισθάνονται ευτυχείς όταν εξυψώνεται η δική τους πλευρά, δηλαδή το έθνος τους, και, όταν μεταχειρίζονται τον «άλλο» ως αποδιοπομπαίο τράγο. Βασίζουν την ταυτότητά τους σε όλες αυτές τις δοξασίες. Το πιο σημαντικό είναι ότι δεν έχουν καμιά σχεδόν επίγνωση για το πού στηρίζονται οι απόψεις και οι αντιλήψεις τους. Ως εκ τούτου η ταινία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μελετήσουμε τη δημιουργία εθνικής ταυτότητας, τις μακρές εθνοτικές διενέξεις και τα αδιέξοδα στην επίλυση συγκρούσεων.
Μιας και όλες οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, η ταινία αυτή αφορά και ενδιαφέρει έναν ευρύ κύκλο ανθρώπων. Η αγάπη και το μίσος, η ανασφάλεια και η υπερηφάνεια, η προσκόλληση σε κοινούς μύθους και η συμπόνια, ο φόβος και η επιθυμία για ειρήνη ή διαμάχες, οι εθνοτικές προκαταλήψεις και τα στερεότυπα αποτελούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που αφορούν πολλές κοινότητες. Η σκηνοθέτις Nefin Dınç κι εγώ εργαστήκαμε πάνω από ένα χρόνο για να ολοκληρώσουμε τα γυρίσματα σε δύο υπέροχες μικρές πόλεις, στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Η ελληνική κωμόπολη, η Δημητσάνα, βρίσκεται στο κέντρο της Πελοποννήσου και είναι διάσημη για τη συμβολή της στην ελληνική εξέγερση του 1821 ενάντια στην Οθωμανική κυριαρχία. Η πόλη παρήγαγε το μεγαλύτερο μέρος της πυρίτιδας, που χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Σήμερα η Δημητσάνα είναι ένα χειμερινό θέρετρο που προσελκύει επισκέπτες και τουρίστες. Είναι επίσης γνωστή και ως ιστορικό θρησκευτικό κέντρο. Γραφικά μοναστήρια καθώς και κατοικίες ιστορικών προσωπικοτήτων της εκκλησίας συμπληρώνουν την περιοχή. Για παράδειγμα, το σπίτι του Πατριάρχη Γρηγορίου, ο οποίος κρεμάστηκε στην Κωνσταντινούπολη από τις οθωμανικές αρχές, όταν άρχισε η εξέγερση , έχει μετατραπεί σε Μουσείο. 
Το Birgi είναι μια ιστορική πόλη στη δυτική Τουρκία ( Ανατολία ), κοντά στο Ödermiş με πολλά τζαμιά και άλλα μνημεία που προσελκύουν τουρίστες. Η βυζαντινή πόλη Πυργίον, το 14ο αιώνα έγινε πρωτεύουσα του τουρκικού εμιράτου του Aydinoğulları . Σύμφωνα με την παράδοση , ο Ομούρ Μπέη , ο οποίος ήταν από το Birgi , ήταν ο πρώτος Τούρκος ναύτης που έφτασε στην Πελοπόννησο για να πολεμήσει. Στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα η πόλη κατοικούνταν από Έλληνες και Τούρκους. Οι κάτοικοί της σήμερα διηγούνται περήφανα ιστορίες για τους efes και τους zeybeks τους θρυλικούς πολεμιστές που πολέμησαν εναντίον του ελληνικού στρατού ο οποίος εισέβαλε και κατέλαβε την περιοχή κατά την περίοδο 1919-1922.
Μιλήσαμε με πολλούς ανθρώπους και στις δύο πόλεις ρωτώντας τους για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την ιστορία τους και το ρόλο και χαρακτήρα των «άλλων». Παρατηρήσαμε ότι και για τις δύο ομάδες ο συσχετισμός «εμείς-άλλος» λειτουργεί σε σχέση με την ταυτότητά τους. Είδαμε πώς η δημόσια σφαίρα επηρεάζει μικρούς και μεγάλους και πώς οι άνθρωποι αντιδρούν σε αντίστοιχες δύσκολες ερωτήσεις. 
Στερεότυπα χαρακτηρίζουν τη σκέψη και τα πιστεύω των κατοίκων και στις δύο πόλεις: η ιδέα του «άλλου» είναι κάτι το αρνητικό , επειδή παραμένει ο ίδιος χωρίς καμιά αλλαγή διαχρονικά. Η ανασφάλεια που σχετίζεται με την πολιτική κυριαρχία είναι η δεύτερη πτυχή: «όποιοι εισέβαλαν στη γη μας στο παρελθόν, μπορούν να το κάνουν ξανά!». Τόσο τα στερεότυπα όσο και οι ανασφάλειες δικαιολογούνται από τις αναφορές σε παλιές εποχές. 
Το παρελθόν προβάλλεται στο μέλλον. Η «Ιστορία» επανέρχεται και αναπαράγεται με διάφορα μέσα, αλλά πάντα μονόπλευρη . Η εικόνα του «άλλου» διδάσκεται μέσα από στερεότυπα όχι μόνο στο σχολείο , όπως φαίνεται στην ταινία, αλλά και σε πολλές άλλες δημόσιες εκδηλώσεις: οι εθνικές επέτειοι ενθαρρύνουν το μιλιταρισμό, ενώ τα μουσεία και τα μνημεία ενισχύουν τους εθνικούς μύθους που αναβιώνουν τη διπολική διαμάχη. Οι κάτοικοι των δύο πόλεων απορρίπτουν ή προσπαθούν να αποσιωπήσουν τα γεγονότα τα οποία αντιτίθενται στα πιστεύω τους. Ειδικά οι πιο μορφωμένοι επαναλαμβάνουν «με απόλυτη πεποίθηση» , όπως είπε ένας από αυτούς ότι δεν υπάρχει καμιά προκατάληψη στην πόλη τους απέναντι στο «άλλο». Το φταίξιμο είναι μόνο της «Άλλης Κωμόπολης».
Το ντοκιμαντέρ συνοδεύεται από ένα φυλλάδιο όπου συζητιούνται περαιτέρω μερικές σκηνές και απαντιούνται κάποιες ερωτήσεις που ανέκυψαν επανειλημμένα μετά τις προβολές. Η προβληματική της ταινίας μπορεί να συνοψιστεί σε ένα απόσπασμα που περιλαμβάνεται σε αυτό το φυλλάδιο: «Γιατί το παρελθόν ερμηνεύεται τόσο διαφορετικά στις δύο χώρες; Πότε και πώς προέκυψαν αυτές οι αμοιβαίες προκαταλήψεις; Είναι το μίσος και η δυσπιστία μας προς αλλήλους αποτέλεσμα γεγονότων του παρελθόντος ή μια αντανάκλαση αυτού που μας έχουν πει στο σχολείο, στο σπίτι ή στην τηλεόραση;»
Διάφορα πανεπιστήμια σήμερα χρησιμοποιούν αυτό το ντοκιμαντέρ για να συζητήσουν θέματα πολιτικής επιστήμης, επίλυσης συγκρούσεων , εθνικών εικόνων και στερεότυπων και διεθνών σχέσεων.
Η ταινία κέρδισε το Βραβείο Κοινού στο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης όπου πρωτοπαρουσιάστηκε το Μάρτιο του 2011. Μέχρι τώρα η «Άλλη Κωμόπολη» παρουσιάστηκε σε πολλά φεστιβάλ, σε πανεπιστήμια και σε ιδρύματα στην Τουρκία, στην Ελλάδα, στις ΗΠΑ κλπ. Το Δεκέμβριο του 2011 έλαβε το Βραβείο Ειδικού Ντοκιμαντέρ στο 16ο Τουρκικό Πολιτιστικό Φεστιβάλ στη Βοστώνη και τον Οκτώβριο του 2012, το Βραβείο για το καλύτερο Ιστορικό Ντοκιμαντέρ του Ελληνικού φεστιβάλ του Σικάγο. Δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμη στην αγορά. Οι κάτοικοι των δύο κωμοπόλεων μιλούν, φυσικά, στα τούρκικα και στα ελληνικά. Η ταινία διαρκεί σαράντα πέντε λεπτά και παρουσιάζεται με αγγλικούς υποτίτλους. Τα αρχικά γυρίσματα υπερβαίνουν τις ογδόντα ώρες. 
Το ντοκιμαντέρ μας είναι κρίσιμο για τις «εκπαιδευτικές» πρακτικές της Ελλάδας και της Τουρκίας. Τα αρνητικά αποτελέσματα μπορούν να ανιχνευθούν στο τι λένε οι δύο πλευρές για το «άλλο». Ομολογώ ότι είχαμε μια κάποια ανησυχία για τις αντιδράσεις του κοινού αλλά τα θετικά σχόλια που ακούσαμε σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις μας εντυπωσίασαν. Πιστεύουμε ότι αυτό είναι μια ένδειξη ότι οι δύο κοινότητες είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν τις ελλείψεις τους, όταν αυτές παρουσιαστούν αμερόληπτα. 


Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

"Η ΑΛΛΗ ΚΩΜΟΠΟΛΗ"




Eίναι «η άλλη κωμόπολη» παρόμοια με την πόλη μας;



Ένας Έλληνας και μια Τουρκάλα. Δυο χωριά που τα χωρίζει η θάλασσα. Δυο λαοί που τους χωρίζουν η Ιστορία τους, τα εθνικά συμφέροντα και οι αμοιβαίες προκαταλήψεις. Από την ιστορική Δημητσάνα στην Πελοπόννησο στο ιστορικό Μπιργκί της δυτικής Τουρκίας. Ο συγγραφέας και μελετητής των ελληνοτουρκικών σχέσεων Ηρακλής Μήλλας και η τουρκάλα σκηνοθέτρια Νεφίν Ντιντς συνεργάστηκαν στη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ με σκοπό να καταγράψουν τις απόψεις και τη στάση Ελλήνων και Τούρκων για τον «άλλο», για τον ξένο γείτονά τους. Το 45λεπτο ντοκιμαντέρ με τίτλο «Η Άλλη Κωμόπολη», απόσταγμα 80 ωρών γυρισμάτων,  προβλήθηκε στο Cotsen Hall της Γενναδείου Βιβλιοθήκης (Αναπήρων Πολέμου 9, Κολωνάκι), την Τρίτη 15 Οκτωβρίου, στις 7.00 μ.μ.

Το ντοκιμαντέρ, που τον Δεκέμβριο του 2011 έλαβε το Βραβείο Ειδικού Ντοκιμαντέρ στο 16ο Τουρκικό Πολιτιστικό Φεστιβάλ στη Βοστόνη και τον Οκτώβριο του 2012 το Βραβείο για το Καλύτερο Ιστορικό Ντοκιμαντέρ του Ελληνικού Φεστιβάλ του Σικάγο, παρουσιάζει όψεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων που την ύπαρξή τους ως μοντέρνοι πολίτες της Ευρώπης προτιμούμε να μην παραδεχόμαστε: την προκατάληψη, τα στερεότυπα που διαιωνίζονται, τη δυσπιστία απέναντι στο «άλλο». Όπως καταθέτει ο Ηρακλής Μήλλας, «Οι κάτοικοι των δύο πόλεων απορρίπτουν ή προσπαθούν να αποσιωπήσουν γεγονότα τα οποία αντιτίθενται στα πιστεύω τους. Ειδικά οι πιο μορφωμένοι επαναλαμβάνουν "με απόλυτη πεποίθηση", όπως είπε ένας από αυτούς, ότι δεν υπάρχει καμία προκατάληψη στην πόλη τους απέναντι στο "άλλο". Το φταίξιμο είναι μόνο της "Άλλης Κωμόπολης"». Η κάμερα όμως είναι μάρτυρας μιας διαφορετικής πραγματικότητας.



«Την τελευταία δεκαετία επικρατεί ηρεμία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Παραμένουν, ωστόσο, κάποια σοβαρά προβλήματα που εγκυμονούν κινδύνους. Η διαφωνία για το Αιγαίο, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και το Κυπριακό ζήτημα είναι ακόμα σε εκκρεμότητα. Αυτές οι πολιτικές διαμάχες είναι πιο δύσκολο να λυθούν όταν αρνητικές αντιλήψεις σχετικά με τον "άλλο" είναι ακόμη ευρέως διαδεδομένες και στις δύο κοινότητες μια και αναμοχλεύονται συνεχώς στα μέσα ενημέρωσης, την εκπαίδευση, τον πολιτικό λόγο, τη λογοτεχνία κτλ.» εξηγεί ο Ηρακλής Μήλλας. Αυτές τις αντιλήψεις καταγράφει το ντοκιμαντέρ δείχνοντας ότι «οι προκαταλήψεις και τα στερεότυπα αναπαράγονται επί καθημερινής βάσης σε συζητήσεις και στις δύο κοινωνίες και ότι οι ίδιοι οι φορείς λήψης αποφάσεων βρίσκονται υπό την αρνητική επιρροή τους».

«Στο ντοκιμαντέρ μας για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, "Η Άλλη Κωμόπολη", προσπαθήσαμε να δείξουμε ότι και οι δύο κοινωνίες έχουν ευθύνη για το γεγονός ότι αναβιώνονται εθνικές προκαταλήψεις, στερεότυπα και δυσπιστία για το "άλλο", κάτι που κατά συνέπεια παρεμποδίζει την αμοιβαία κατανόηση», διευκρινίζει ο Ηρακλής Μήλλας, για αυτή την ταινία για τις εθνοτικές διαφορές η οποία προσπαθεί να τοποθετηθεί στη νηφάλια ζώνη μεταξύ των ντοκιμαντέρ που ρίχνουν όλη την ευθύνη στον «άλλο» και εκείνων που αρνούνται αφελώς την ύπαρξη διαφορών, εντάσεων και προκαταλήψεων.



Το ντοκιμαντέρ δίνει αφορμή για συζήτηση για τις εκπαιδευτικές πρακτικές, τις δημόσιες τελετές και ομιλίες και για την εικόνα του έθνους και του «άλλου» που συγκροτείται μέσα στα μουσεία αλλά και κοινές ανθρώπινες ανάγκες: την ανάγκη για ασφάλεια και ειρήνη όπως και την ανάγκη να είμαστε περήφανοι για το έθνος μας, για την ταυτότητά μας, για τη χώρα και τη ζωή που ζούμε.

Η ταινία, στην οποία ακούγονται ελληνικά και τουρκικά, παρουσιάστηκε με αγγλικούς υπότιτλους.





Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

THE OTHER TOWN

The Other Town
October 15, 2013 19:00
ASCSA, Cotsen Hall, 9 Anapiron Polemou, 106 76 Athens
Documentary Film & Discussio
Presented byimage a painting   
The Gennadius Library

Speaker
Nefin Dinc (Director) & Hercules (Iraklis) Millas (Writer)
210-72.10.536 (ext. 101)

Is “The Other Town” Similar to Our Town? A documentary on ethnic controversies
(By H. Millas)
Documentaries on ethnic groups which are in conflict are mostly of two kinds. Either they blame the “other side” for all the ills or they try to show that there has been a kind of misunderstanding and that both sides are innocent. The first kind reflects the nationalist approach: the “other” is responsible, we are the victims! The second approach is good-willing and reconciliatory but unrealistic and even naive. In our documentary on Greek-Turkish relations, The Other Town, we tried to show that there is something in the wrong in both societies that recreates national prejudices, stereotypes and mistrust for the “other” that in consequence impedes mutual understanding. 
The Greek-Turkish relations are calm the last decade. Some serious problems still remain, however, and they pose as potential danger. The disputes over the Aegean (gray zones and claims on sovereignty rights about continental shelves etc.), the minority rights and the Cyprus issue are still pending. These political controversies become more difficult to solve when perceptions about a “negative other” are still widespread in both communities and they are continuously recreated through media, schooling, political discourse, literature etc. Maybe even worse is that the two sides in conflict do not even suspect that prejudices and stereotypes are daily produced in everyday talk within both societies and that the decision makers themselves are under their negative influence. This is a vicious circle where prejudices cause tension which reinforces prejudices anew.  
The “Other Town” examines not only how the two sides think and feel about the past and the “other,” but also the environment in which these opinions are formed. The educational practices, the public ceremonies and speeches, the museums and the monuments are all means that shape this environment. The attitudes of the young and old people with whom we talked also showed that nations mostly believe what they have been told to believe. They feel happy when they exalt their side, i.e. their nation, and when they treat the “other” as a scapegoat. They base their identity on all these constructions. Most importantly, they are far from awareness of what forms their opinions and perceptions. Therefore, the film can be utilized to study national identity, frozen conflicts, and deadlocks in conflict resolution.  
All contemporary societies have certain characteristics in common, so this film should interest a wide circle of viewers. Love and hate, insecurity and pride, attachment to communal myths and compassion, fear and desire for peace (or for strife), ethnic prejudices and stereotypes are all human features and shared by many communities.
The director Nefin Dinç and I worked for more than a year to complete the filming in two lovely towns, the first in Greece and the second in Turkey. The Greek town is in the center of the Peloponnese (southern Greece) and is famous for its contribution to the 1821 Greek revolt against the Ottoman rule. The town produced much of the gun powder needed during the revolution. Dimitsana is now a winter resort area that attracts visitors and tourists. It is also known as a historically religious center. Picturesque monasteries as well as the residences of historic religious personalities populate the area. For example, the house of Patriarch Grigorios, who was hanged in Istanbul by the Ottoman authorities when the revolt began, has been turned into a museum.  

Birgi is a historic town in Western Turkey (Anatolia), near Ödemiş, with many mosques and other monuments that attract tourists. Once a Byzantine town (Pyrgion), in the 14th century it became the capital of Aydınoğulları, a Turkic emirate. According to a legend, Umur Bey, who was from Birgi, was the first Turkish sailor to reach the Peloponnesus and fight there. In the first quarter of the 20th century the town was inhabited by both Turks and Greeks. Its present proud inhabitants narrate stories about the “efes” and the “zeybeks,” the legendary warriors that fought against the Greek army that invaded and occupied the area during the years 1919-1922.
We talked to many people in both towns, and asked questions about the way they perceive their history and the role and character of the “other.” We observed that the blend of “us-other” operates for both groups with reference to their identity. We watched how the public sphere influences young and old, and how people react to related “difficult” questions. Stereotypes characterize the discourse of the inhabitants of the two towns:  the “other” is negative because he is the same throughout history. Insecurity related to sovereignty is the second aspect: “they invaded our land, they may do it again!” Both the stereotypes and the insecurities are justified by references to old times.

The past is projected into the future. “History” is reminded and reproduced by various means but always one-sided. The “other’ is being taught stereotypically not only in classrooms as shown in the film but by many other public manifestations: The national celebrations foster militarism, the museums and the monuments reinforce the national myths that recreate the bipolar controversy. The residents of the two towns either reject or try to silence events that they contradict their beliefs. Especially the better educated ones repeat “with absolute confidence”, as one of them said, that there is no prejudice in their town vis-à-vis the “other”. It is only “the other town” to be blamed. 
       
The documentary also shows that there are exceptions to the rule. There are individuals who clearly express their concern for the “education” that is dominant in the two societies.

A booklet accompanies the documentary where some scenes are further discussed and some recurring questions put after the projections are answered.  The problematic of the film can be summarized in a passage that is included in this booklet: “Why is the past interpreted so differently in the two countries? When and how did these mutual prejudices arise? Is our hatred and distrust of one another the result of what happened in the past or a reflection of what we’ve been told at school, at home, or on television?”

Various universities at present make use of this documentary to discuss issues of political science, conflict resolution, national images and stereotypes, international relations. 

The film has won the Audience Award at the Thessaloniki International Documentary Film Festival (March 2011) where it made its premiere. Until now The Other Town was shown in many festivals, in universities and in institutions in Turkey, in Greece, in the USA, etc. In December 2011 it received the Special Documentary  award in the 16. Boston Turkish Cultural Festival and in October 2012 the Best Historical Documentary Award at the Greek Film Festival of Chicago. It has not been in the market yet. The residents of the two towns speak, naturally, in Turkish and Greek and at present there are two versions of the film: One with English subtitles and one with Turkish subtitles. The original filming exceeds eighty hours but the documentary itself is forty five minutes.

Our documentary is critical to the “educational” practices of Greece and Turkey. The negative effects can be traced in what both sides say about the “other”. We were worried we will face reactions from the audience. On the contrary and to our great relief we received almost in all cases only positive comments. We believe that this shows that both communities are ready to face their shortcomings once these are presented impartially.
Nefin Dinc, worked as an Associate Professor at State University of New York at Fredonia until June 2013 and she is now in Turkey working on her new documentary projects. She studied Economics at Ankara University, Political Science Faculty. She has a Masters degree in Media and Culture from Strathclyde University, Scotland as well as a MFA degree in Documentary Filmmaking from the University of North Texas, U.S.A. She produced six documentaries and she is also the Project Director of Youth Filmmaking Project in Turkey which is a project sponsored by the U.S. Department of State, teaching young Turkish students how to make short films, for which she is now working on the documentary film.
Hercules (Iraklis) Millas was born and brought up in Turkey and presently lives in Greece. He has a Ph.D. degree in political science and a B.Sc. in civil engineering. In the years 1968-1985 he worked as a civil engineer in various countries. He contributed in establishing the Greek literature department at Ankara University and he taught Turkish literature and history at Greek universities. His translations, mostly Greek and Turkish poetry, comprise publications of more than twenty books. He published ten books and many articles on Greek-Turkish relations, focused on interethnic perceptions, stereotypes and images. He received the ‘Abdi Ipekçi Peace Award’, the ‘Dido Sotiriou’ award of the Hellenic Authors’ Society and the award ‘Free Thinking’ of Publishers’ Association of Turkey.”
The film will be shown with English subtitles & the discussion will be in English. Languages spoken in the film: Greek and Turkish.

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

ΑΡΩΜΑ ΠΟΛΗΣ

Ο στιχουργός Ηλίας Κατσούλης μας μιλάει για τα τραγούδια με "Άρωμα Πόλης":

"Μένω σ' ένα ξενοδοχείο της Ιστικλάλ Τζαντεσί (λεωφόρος της Ανεξαρτησίας), κοντά στο τέρμα του τραμ, στο περιβόητο δηλαδή Πέραν των Ρωμιών της Πόλης. Απέναντι είναι ένα δισκοπωλείο. Ανάμεσα στα τούρκικα τραγούδια παίζει ανά διαστήματα το βαλς του γάμου της Ελένης Καραΐνδρου. Περπατώ, λοιπόν, στην Πόλη. Τα μάτια και το μυαλό μου "σαν μαγεμένα φτερουγίζουν". Προσπαθώ να χωρέσω, να χορτάσω όλες τις ομορφιές, όλα τ' αρώματα. Σ' αυτήν ταιριάζουν όλα τα σύνθετα επίθετα (όπως λέει ο Γιάννης Ξανθούλης) με πρώτο συνθετικό το πολύ: Πολύπαθη, Πολύβουη, Πολύμορφη, Πολυπόθητη. Έχω -τέλος- μαζί μου και το βιβλιαράκι του Θωμά Κοροβίνη: "Τούρκοι ποιητές υμνούν την Κωνσταντινούπολη". Το ανοίγω στη σελίδα 47 και απαγγέλλω: "Αυτή η πόλη σαν φωτιά περνάει από την καρδιά μας" του Sinasi Ordenoglu. Ξαναγυρίζω, όμως, στις μουσικές και τα τραγούδια. Πόσα τους πήραμε και πόσα μας πήραν κανείς δεν ξέρει. Ποιά δικά τους και ποιά δικά μας; Ποιός μπορεί να ξεχωρίσει; Η μουσική είναι η μόνη που δε χωρίζει τους λαούς -και μάλιστα γειτονικούς- και με τόσες χιλιάδες από αιώνων, εκεί Ελληνες εώς το απεχθές και εγκληματικό '55. Πόσο επιγραμματικά, απλά άλλα και εύστοχα το εξέφρασε εκείνος ο στίχος του Πυθαγόρα απο τη ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ! "Εσύ Χριστό, εγώ Αλλάχ ... όμως οι δυό μας Αχ και Βαχ".

Τα τραγούδια με Άρωμα Πόλης θα μπορούσα να τα χωρίσω σε τρείς κατηγορίες: Α) Τα τραγούδια που γεννήθηκαν στην Πόλη απο Έλληνες επώνυμους και ανώνυμους: όπως "Σαν Τα Μάρμαρα Της Πόλης", "Έχε Γειά Πάντα Γειά", "Σαν Πας Στα Ξένα", " Τικ Τακ", "Καροτσέρης", "Κυρ Κωστάκη Έλα Κοντά". Β) Τραγούδια για την Πόλη που γράφτηκαν στην κυρίως Ελλάδα απο σπουδαίους καλλιτέχνες που γεννήθηκαν στην Πόλη και οι περισσότεροι απ' αυτούς ήρθαν και σταδιοδρόμησαν στην Ελλάδα: Εκτός απο τον περίφημο Αντώνη Διαμαντίδη που προαναφέρθηκε, στην κατηγορία αυτή ανήκουν: ο Κώστας Καρίπης, ο Κώστας Σκαρβέλης, ο Κώστας Νούρος, ο Σπύρος Περιστέρης, ο Γιώργος Μητσάκης, η Ρόζα Εσκενάζη, ο Ππόδρομος Τσαουσάκης κ.α. Μελωδίες και τραγούδια Τούρκικα με λόγια ελληνικά που θεωρούνται έτσι που ζημώθηκαν με τον ψυχισμό μας εντελώς δικά μας όπως το περιβόητο "Χαρικλάκι" με τη Ρόζα, (που πήρε την πατρότητα του Παναγιώτη Τούντα), το "Μπεγκλεντίν Ντα Μπεγερντίν" με τον Στέλιο Καζαντζίδη ή "Σε Περίμενα Να 'ρθείς" (η ελληνική του απόδοση ) με τον Νίκο Ξανθόπουλο το "Σήκω Χόρεψε Κουκλί Μου" το "Μανόλια" και τόσα άλλα.

Αλλά ποιο είναι τελικά το μουσικό άρωμα της Πόλης: Άπιαστο, αν και τόσο γνώριμο και οικείο, δεν περιγράφεται. Το νιώθεις, το αισθάνεσαι μέσα από της μουσικής τα χρώματα. Είναι κράμα πολλών αρωμάτων. "Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα τραγούδια μας" για να παραφράσουμε τον Ελύτη. Όμως, κανένας δεν έχει περιγράψει -απ' όσο ξέρω- καλύτερα το μουσικό άρωμα της Πόλης από τον Θωμά Κοροβίνη: "Είναι μισμαγιά και μακελάρικο χασάπικο, ουσάκ και νιαβέντι, μπεκτασίδικο ιλαχί και πατριαρχική ψαλμουδιά, καρσιλαμάς και τανγκό, τύμπανο του Ραμαζανιού και Υπερμάχω". Εκεί, λοιπόν, που σμίγει η Δύση με την Ανατολή αναδύεται ένα σπάνιο, ένα μοναδικό άρωμα κανέλλας. Το άρωμα ΠΟΛΗΣ .

Τυχεροί όσοι αισθάνονται και απολαμβάνουν την ευωδία του.



Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

ΝΤΑΜΛΑ

Ο συγγραφέας Κ. Χατζηφωτεινός αφιερώνει το βιβλίο του « ΝΙΣΑΦΙ ΠΙΑ» στη Συνύπαρξη. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι ένα στιγμιότυπο από την επίσκεψη μιας ομάδας Τούρκων αρχαιολόγων και εκπροσώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Κρήτη . Ο συγγραφέας αφηγείται...

... Μετά την ξενάγηση, καθίσαμε να ξαποστάσουμε και να δροσιστούμε λίγο στην πλατεία της κοντινής Κριτσάς. Μέχρι να σερβιριστούμε, ένας νεαρός Τούρκος, δάσκαλος στο επάγγελμα, πετάχτηκε στο απέναντι τουριστικό μαγαζί και επέστρεψε κρατώντας μια τσάντα, 
«Πάλι για την κόρη σου ψώνισες;» τον πειράξανε οι ομοεθνείς του...
Τέτοιου είδους πειράγματα δεχόταν συχνά ο δάσκαλος. «Χαζομπαμπά» τον έλεγαν όλοι, γιατί συνέχεια, λέει, για την κόρη του μιλούσε. Η γυναίκα του, υπάλληλος του δήμου Ακ Γενίκιοϊ, καμάρωνε αντί να ενοχλείται από τα πειράγματα και δεν έκρυβε πως κι εκείνης το μυαλό στην κόρη τους βρισκόταν συνέχεια. Δυο χρονών κοριτσάκι , πρώτη φορά το αποχωριζόντουσαν. Την πήραμε είδηση κι εμείς ετούτη την πολύ γνωστή μας αδυναμία και , όσο επέτρεπε η διαφορά της γλώσσας, συμμετείχαμε στα πειράγματα. 
«Και πώς το λένε το κοριτσάκι τους;» ρώτησα κάποια στιγμή το διερμηνέα μας. 
«Νταμλά», μου απάντησε, αφού ρώτησε κι εκείνος.
Μπροστά στην αμηχανία του πρωτάκουστου ξένου ονόματος και σε μια προσπάθεια να το φέρω «στα μέτρα μου», ρώτησα αν σημαίνει κάτι αυτό το ... Νταμλά. 
«Σταγόνα», ήρθε η ευχάριστη έκπληξη. 
Το βρήκα πολύ όμορφο, πολύ ποιητικό και το ανακοίνωσα αμέσως στους ... συνέλληνες:
«Ακούστε κοριτσίστικο όνομα!» προλόγισα με ενθουσιασμό το «εύρημά» μου...
Δεν ξέρω αν οι γονείς του κοριτσιού βρίσκανε όμορφη την ελληνική λέξη «σταγόνα», σίγουρα πάντως κολακεύτηκαν που ολόκληρη η συντροφιά ασχολήθηκε με τη «μονάκριβή» τους. Έτσι,δεν χρειαζόταν και πολλά παρακάλια για ν` ανοίξει την τσάντα ο χαζομπαμπάς και να δείξει σε όλους το δώρο της πολύτιμης «Σταγόνας» του. Ήταν ένα ελληνικών χρωμάτων λιλιπούτειο φουστανάκι. Πάνω του κυριαρχούσε κεντημένη η λέξη GREECE...
Τα σκόπιμα διογκωμένα ελληνοτουρκικά επιφωνήματα θαυμασμού διαδέχθηκε η συγκίνηση, όταν η μάνα πήρε με μια καταπληκτική τρυφεράδα το φορεματάκι στα χέρια της. Η Τουρκάλα μάνα, που σαν και τις Ελληνίδες , σαν τις μανάδες όλου του κόσμου, μόνο χαρές ονειρευόταν για το σπλάγχνο της...
«Θέλω κάτι να σας πω», είπε τότε ο πατέρας της Σταγόνας και παρακάλεσε το διερμηνέα να τον βοηθήσει.
«Θέλω να σας εξομολογηθώ», ξεκίνησε φανερά συγκινημένος, «πως δεν ένιωθα το ίδιο για τους Έλληνες, όταν ήμουν στην Τουρκία. Πώς να το πω... Δεν είχα καλή γνώμη για σας. Συμπαθάτε με, μα έτσι μεγάλωσα... Έφτασε όμως αυτό το σύντομο ταξίδι εδώ, να κάνω παρέα μαζί σας, να σας κοιτάξω και να με κοιτάξετε στα μάτια, να φάμε μαζί, να γελάσουμε, για να καταλάβω πόσο ίδιοι είμαστε και να ανατραπούν όλα μέσα μου... Και για το μεγάλωμά μου βέβαια δεν μπορώ να κάνω τίποτα τώρα πια. Μπορώ όμως να σας υποσχεθώ πως η Νταμλά δεν θα μεγαλώσει όπως μεγάλωσα εγώ..»
Τι φοβερές δυνάμεις ελευθερώθηκαν μέσα από εκείνο τον αυθόρμητο λόγο... Καχυποψίες αιώνων γίναν με μιας θρύψαλα! Από δέκα αράδες απλά λόγια της καρδιάς... Ένα θερμό ελληνοτουρκικό χειροκρότημα επιβράβευσε την εξομολόγηση κι όλα ήταν καλύτερα μετά...


Από την επίσκεψη του συγγραφέα στον Γέροντα ( Didim) της Τουρκίας...


Εμένα με κάλεσαν σε μιαν άκρη να συζητήσουμε τα του προγράμματος με την Τουρκάλα παρουσιάστρια και τον διερμηνέα μας. Πότε και με ποια σειρά θα μιλήσουν οι δικοί μας εκπρόσωποι, πότε θα γίνει  η ανταλλαγή των δώρων και τέτοια. Με ήξεραν από τις αντίστοιχες εκδηλώσεις της Κρήτης, που είχα παρόμοια καθήκοντα. Δεν ήταν, όμως ,το ίδιο για μένα. Αλλού στριφογύριζε τώρα  το μυαλό μου... 
Μπροστά μου ένα ανάγλυφο μάρμαρο του ναού. Το ακούμπησα με τα δάχτυλα καθώς μιλούσα. Το χάϊδεψα, να πω καλύτερα... Μου ανταπόδωσε τον ήλιο της ημέρας που κρατούσε μέσα του κι ένιωσα όμορφα με το ζεστό εκείνο σώμα της πρώτης επαφής  στην παλάμη μου. Έπιανα κάτι που υπήρχε και «τότε» εκεί...
Ξαφνικά ένα γλυκύτατο ξανθό κοριτσάκι με προσγείωσε στη σημερινή τουρκική πραγματικότητα. Ήταν η μικρή Νταμλά, που μου  την έφεραν οι γονείς της να τη γνωρίσω... Έπειτα από δική μου εισήγηση στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Ανατολικής Κρήτης, στο οποίο διηγήθηκα το περιστατικό με τον Τούρκο δάσκαλο στην Κριτσά, το μικρό κοριτσάκι από το Ντιντίμ έγινε για μας το ζωντανό σύμβολο της επιχειρούμενης προσέγγισης. Της κρατούσα κι ένα δώρο μάλιστα εκ μέρους της Εταιρείας, που θα «επισημοποιούσε» το εξαιρετικό γεγονός. 
«Εσύ είσαι ,λοιπόν, η Σταγόνα!» είπα και την πήρα αγκαλιά.
Με θάρρος εκείνη παρά την ... ακαταλαβίστικη γλώσσα μου με φίλησε στο μάγουλο. Κι ήταν το τρυφερό εκείνο φιλί η πιο απρόσμενη υποδοχή μου στη Μικρά Ασία. Ό,τι ωραιότερο μπορούσε να μου συμβεί στον Γέροντα! Άλλο που δεν ήθελαν και οι φωτογράφοι που μαζεύτηκαν γύρω μας κι άστραψαν απανωτά τα φλας τους ν` απαθανατίσουν την όμορφου συμβολισμού αγκαλιά...

Η Νταμλά σήμερα είναι 17 ετών και σκέπτεται 
να σπουδάσει Ιατρική. 
Στη φωτογραφία με το δάσκαλο πατέρα της 
σε ένα γάμο στο Κουσάντασι όπου καθόταν 
στο ίδιο τραπέζι, στολισμένο με ελληνικές
και τούρκικες σημαίες, μαζί με το συγγραφέα...


Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΙ ΓΑΜΟΙ


Δημοσίευμα στην "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ" 2/8/2009

Οι συντροφικές και συζυγικές σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων είναι πλέον πολύ πιο συχνές
της Ιωάννας Φωτιάδη


Ο όρος «ελληνοτουρκικές σχέσεις» παραπέμπει στις χρόνιες εντάσεις των δύο χωρών, ωστόσο, σε διαπροσωπικό επίπεδο οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων (και με τη βοήθεια του Διαδικτύου...) διανύουν περίοδο ανθηρή, σε κλίμακα που περιλαμβάνει φιλία, έρωτα, αλλά και το μυστήριο του γάμου.

Είναι πολλά τα κοινά στη νοοτροπία και το ταμπεραμέντο –ακόμα και στο λεξιλόγιο– που τα μεικτά ζευγάρια ανακαλύπτουν, σύμφωνα με έρευνα που διεξήχθη από το ΕΚΚΕ (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών). «Το συγκεκριμένο εθνογραφικό δείγμα παρουσιάζει για μένα ως επιστήμονα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς πρόκειται για ενώσεις ατόμων που ανήκουν σε χώρες με αμφιλεγόμενες ιστορικές σχέσεις», υπογραμμίζει στην «Κ» η επιστημονική υπεύθυνη της έρευνας, κ. Μαρίνα Πετρονώτη, κοινωνική ανθρωπολόγος στο Ινστιτούτο Αστικής και Αγροτικής Ανάπτυξης του ΕΚΚΕ. «Οι συντροφικές και συζυγικές σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων είναι πολύ πιο συχνές απ’ ό,τι εικάζεται. Συχνά δεν είναι αναγνωρίσιμα ζεύγη, γιατί οι Τούρκοι σύζυγοι «κινούνται» με ελληνικά ονόματα. Ούτε, όμως, η εμφάνιση τούς προδίδει, καθώς έχουν τα ίδια χρώματα με εμάς», υποστηρίζει η κ. Πετρονώτη, λέγοντας ότι «στη μελέτη μου ασχολήθηκα με 25 ζευγάρια που παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα μετά το 1980». Τα άτομα στα οποία στηρίχθηκε η μελέτη γνωρίστηκαν είτε στο εξωτερικό ως φοιτητές είτε σε κάποιο ταξίδι είτε μέσω Διαδικτύου. Μεγάλο ποσοστό των ερωτηθέντων ήλθαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’80 ως πολιτικοί πρόσφυγες, οπότε τους χορηγήθηκε άσυλο. Ο γάμος με Ελληνίδα, επομένως, ήλθε ως επακόλουθο της νέας τους ζωής στη χώρα μας.

Αλλαγή θρησκεύματος
Φυσικά όλες οι σχέσεις δεν ξεκίνησαν με στόχο τον γάμο, «οι Ελληνίδες κρίνουν τους Τούρκους ως πιο συναισθηματικούς συντρόφους, ενώ παράλληλα θεωρούνται πολύ ευγενικοί στους τρόπους τους. Επιπλέον, στις απαντήσεις τους οι Ελληνες αναπαράγουν το στερεότυπο ότι Τούρκοι και Τουρκάλες ως ανατολίτες είναι πιο ερωτικοί. Αντίστοιχα, οι Τούρκοι εκτιμούν τον ανεξάρτητο χαρακτήρα των Ελληνίδων, που είναι σαφώς πιο χειραφετημένες από τις Τουρκάλες, με αποτέλεσμα να προχωρούν σε σχέσεις χωρίς απαραίτητα να προσανατολίζονται στον γάμο». Ωστόσο, πολλοί καταλήγουν στα σκαλιά της εκκλησίας. Πολλές φορές ο «όρος» για να δώσουν την ευχή τους οι Ελληνες γονείς είναι να βαφτιστεί ο Τούρκος σύντροφος χριστιανός. «Φαίνεται ότι το “μουσουλμάνος” ενοχλεί περισσότερο από την εθνικότητα. Ζητούν, λοιπόν, από το έτερον ήμισυ να αλλάξει θρησκεία όχι τόσο επειδή οι ίδιοι είναι βαθιά θρησκευόμενοι, αλλά επειδή φοβούνται ότι θα χάσουν την ελληνικότητά τους». Στην ουσία, ζητούν μια υποχώρηση πιο πολύ για τα «μάτια του κόσμου». «Η τουρκική πλευρά δηλώνει ενοχλημένη από την... πίεση της ελληνικής οικογένειας. Συναινεί, ωστόσο, στον εκχριστιανισμό της, τον οποίο θεωρεί το “διαβατήριο” για την ένταξη στην ελληνική κοινωνία».

«Τα ζευγάρια δηλώνουν άτομα προοδευτικά», λέει στην «Κ» η ερευνήτρια, «προβάλλουν τον επαναστατικό τους χαρακτήρα και είναι περήφανοι για την απόφαση που πήραν αψηφώντας τα σχόλια τρίτων». Ωστόσο, για να κρατηθεί μια σχέση οφείλουμε να χτίζουμε γέφυρες. «Αναζητούν ομοιότητες, τις προβάλλουν ή σε κάποιες περιπτώσεις τις κατασκευάζουν. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν προγόνους που έζησαν στη γείτονα χώρα πριν από τις ανταλλαγές πληθυσμών, συνεπώς η Ελλάδα ή η Τουρκία αποτελούν μια μακρινή οικογενειακή μνήμη. Παράλληλα, προβάλλουν τα κοινά στοιχεία: την αγάπη για το καλό φαγητό, τη μουσική και το γλέντι». Στα σπίτια τους, αν και κυριαρχεί η ελληνική γλώσσα, έχει επικρατήσει η τουρκική κουζίνα και μουσική. Η επαφή με την Τουρκία διατηρείται με οικογενειακές διακοπές στη γείτονα χώρα με εξαίρεση μόνον τους πρόσφυγες που δεν δικαιούνταν να εισέλθουν στην πατρίδα τους.

Στοργικοί μπαμπάδες
Πώς εξελίσσεται η «ελληνοτουρκική» αγάπη όταν γεννιέται ένα παιδί; «Οι Τούρκοι μπαμπάδες αποδεικνύονται ιδιαίτερα στοργικοί και αφιερώνουν πολύ περισσότερο χρόνο στα παιδιά τους απ’ ό,τι συνήθως οι Ελληνες. Επιπλέον, μαγειρεύουν για όλη την οικογένεια. Φυσικά, είναι πιο παραδοσιακοί σε επίπεδο ηθών, ενοχλούνται από τις βραδινές εξόδους των εφήβων, γι’ αυτό και οργανώνουν οικογενειακές δραστηριότητες στις διακοπές». Το μέγα πλεονέκτημα των παιδιών προερχόμενων από μεικτούς γάμους είναι η γνώση δύο γλωσσών ως μητρικών, ωστόσο, τα παιδιά της έρευνας κάποιες φορές απλώς ξέρουν να πουν «καλημέρα» στα τουρκικά. «Οι γονείς ισχυρίζονται ότι τα τουρκικά δεν θα τους χρειαστούν ποτέ». Ταυτόχρονα, όλα είναι βαπτισμένα χριστιανοί ορθόδοξοι και παρόλο που έχουν δύο ονόματα, είναι γνωστά μόνο με το ελληνικό.

Φθάνοντας στα εθνικά θέματα, η αμφιθυμία και η αμηχανία κορυφώνονται. «Πρόκειται για θέματα ταμπού που δεν θίγουν. Αντιμετωπίζουν την ιστορία σαν κάτι που πέρασε και δεν τους αφορά και απαντούν γενικόλογα “συμβαίνουν αυτά μεταξύ των χωρών”». Φυσικά, οι περισσότεροι, ερχόμενοι στην Ελλάδα, αγνοούν την ελληνική εκδοχή της ιστορίας. «Μια Τουρκάλα σύζυγος αποφάσισε να διαβάσει τα βιβλία Ιστορίας μας. Αν και σοκαρίστηκε, δήλωσε ότι νιώθει καλύτερα τώρα που γνωρίζει και τις δύο “ιστορίες”». Ο συγχρωτισμός με την ελληνική κοινωνία συχνά δημιουργεί ανάκατα συναισθήματα. «Εκλαιγα βλέποντας τον γιο μου σημαιοφόρο, όχι επειδή δεν ήμουν περήφανος που κρατούσε την ελληνική σημαία, αλλά επειδή ήξερα ότι εκείνος δεν ήταν περήφανος για τον πατέρα του», εξομολογήθηκε ένας Τούρκος πατέρας στην κ. Πετρονώτη...

Χάρης και Μπεγκούν
Από την Kωνσταντινούπολη στην Αθήνα
Τα σύνορα «διαγράφτηκαν» στην οθόνη του υπολογιστή για τον 30χρονο Χάρη και την 26χρονη Μπεγκούν, που επί πέντε μήνες συνομιλούσαν σε chat μέχρι να αποφασίσουν να συναντηθούν. Μετά, ξεκίνησαν οι... μετακινήσεις. Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά τη γνωριμία τους ζουν παντρεμένοι στην Αθήνα. «Αυτό που με δυσκόλεψε περισσότερο ήταν η γλώσσα», λέει στην «Κ» η Μπεγκούν σε άπταιστα ελληνικά. Το ζευγάρι τον πρώτο χρόνο του γάμου έζησε στην Κωνσταντινούπολη, στη συνέχεια μετακόμισαν στην Αθήνα. «Ο πατέρας μου είχε πολλούς φίλους Ελληνες Κωνσταντινουπολίτες», τονίζει η Μπεγκούν, «ήταν εξοικειωμένος με την ελληνική κουλτούρα». Οι δύο νέοι παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο, ενώ «ζήτημα αλλαγής θρησκεύματος δεν ετέθη ποτέ για κανέναν από τους δυο μας», λέει η 26χρονη υπογραμμίζοντας ότι «όταν θα κάνουμε οικογένεια, θα αφήσουμε τα παιδιά μεγαλώνοντας να επιλέξουν θρήσκευμα. Θέλω, όμως, να τους δώσω και τουρκικό όνομα». Τα κοινά που τους ενώνουν είναι, όπως δηλώνουν, πολλά, οι διαφορές στη νοοτροπία των δύο λαών εντοπίζονται στις λεπτομέρειες. «Εδώ στην Ελλάδα μιλάτε για όλα τα θέματα πολύ», εκτιμά η Μπεγκούν, «ωστόσο, κάποιες φορές το παρακάνετε και γίνεστε αδιάκριτοι! Ερχομαι σε πολύ δύσκολη θέση όταν με ρωτούν τι μισθό έχω. Στην Τουρκία τα θέματα αυτά συζητούνται μόνο στους κόλπους της οικογένειας».

Θάνος και Σεμπνέμ
Ξεκινήσαμε μια νέα ζωή στην Ελλάδα
«Σε αγαπώ, αλλά δεν μπορώ να σε ακολουθήσω στην Ελλάδα». Αυτή ήταν η πρώτη αντίδραση της Σεμπνέμ στην πρόταση γάμου που της έκανε ο Θάνος το 2005. Ο Θάνος και η Σεμπνέμ γνωρίστηκαν μέσω κοινών γνωστών και επικοινωνούσαν διαδικτυακά για αρκετό καιρό. Ο 42χρονος μαθηματικός είναι ευγνώμων που η γυναίκα του αποφάσισε τελικά να μετακομίσει στην Ελλάδα. «Συναισθάνομαι πόσο δύσκολο είναι, εγώ δεν θα μπορούσα να ξεκινήσω μια νέα ζωή στην Τουρκία», εξομολογείται. Τους πρώτους μήνες οι δυσκολίες ήταν πολλές. «Δεν μιλούσε ελληνικά και δεν είχε δουλειά», εξηγεί ο Θάνος, «έπληττε και νοσταλγούσε τους δικούς της». Ωστόσο, η νεαρή γυναίκα προσαρμόστηκε γρήγορα: έμαθε ελληνικά, βρήκε δουλειά, εντόπισε κι άλλους συμπατριώτες της στην Αθήνα, ενώ παράλληλα και η μεγαλύτερη αδελφή της παντρεύτηκε Ελληνα. «Αυτό, όμως, που με κρατάει εδώ είναι ο Θάνος», λέει αφοπλιστικά η 34χρονη Τουρκάλα. Το ζευγάρι ζει εδώ και τέσσερα χρόνια στη Νέα Ιωνία. «Η γειτονιά μας είναι προσφυγική, κάθε δρόμος και μια ιστορία», σχολιάζει ο Θάνος. «Από τότε που γνώρισα τη Σεμπνέμ, που κατάγεται από την Προύσα, άρχισα να διερευνώ τις ονομασίες των μικρασιατικών πόλεων, να τις αναζητώ στον χάρτη και να διαβάζω την ιστορία τους». Ο Θάνος απέκτησε μια πιο διεισδυτική ματιά στα εθνικά θέματα. «Δεν θεωρώ πλέον τους Τούρκους προαιώνιους εχθρούς μου», λέει στην «Κ».

Καίτη και Γκιουβέν
Με τον τρίχρονο γιο τους στη Μυτιλήνη
Για την Καίτη και τον Γκιουβέν ο έρωτας προέκυψε από την «πρώτη ματιά». «Μας σύστησε ένας φίλος στο Αϊβαλί και από τότε γίναμε αχώριστοι», λέει στην «Κ» η Καίτη, μάλιστα «μέσα σε τρεις μέρες αποφασίσαμε να αρραβωνιαστούμε». Σήμερα το ζευγάρι ζει με τον τρίχρονο γιο τους στη Μυτιλήνη. «Εχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα στην επικοινωνία των δύο λαών», εκτιμά η Καίτη, «τα καραβάκια Μυτιλήνη - Αϊβαλί πηγαινοέρχονται συνεχώς γεμάτα κόσμο. Εχουν ξεκινήσει εμπορικά αλισβερίσια, αλλά έχουν δημιουργηθεί και πολλές φιλίες». Ο Γκιουβέν έζησε πολλά χρόνια στην Ευρώπη και στην Αμερική, το «κισμέτ» του όμως τον οδήγησε στη Λέσβο, γενέθλιο τόπο των γονιών του. «Η οικογένειά μου ζούσε εκεί προ των ανταλλαγών», εξηγεί, «δεν είναι φοβερή σύμπτωση;». Στην οκτάχρονη παραμονή του στις ΗΠΑ ο Γκιουβέν ανέπτυξε στενούς δεσμούς με Ελληνες μετανάστες και διαπίστωσε πολλές ομοιότητες στην καθημερινή ζωή. Στο σπιτικό τους ομιλούνται ελληνικά, τουρκικά και αγγλικά. «Το παιδί έχει όλες τις προοπτικές για να γίνει διερμηνέας», λέει γελώντας η μητέρα του, που είναι νηπιαγωγός. 
*Τα εν λόγω ζευγάρια δεν συμμετείχαν στην έρευνα του ΕΚΚΕ.