Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013



"Προσφυγιά" - "Mülteciler"
Γιώργος Νταλάρας

  
                                            


"Σαν τον μετανάστη" - "Kardeşin Duymaz"
Γιώργος Νταλάρας- Ζulfu Livaneli
  
                                             



                                                 Σαν τον μετανάστη στη δική σου γη
                                                 μέρα νύχτα λύνεις δένεις την πληγή
                                                 κι όλα γύρω ξένα κι όλα πετρωμένα
                                                 και δεν ξημερώνει να `ρθει χαραυγή

                                                Στράγγισε η ζωή σου που αιμορραγεί
                                                κάθε ώρα τρόμος πόνος και κραυγή
                                                και σ’ ακούν οι ξένοι κι ο αδερφός σωπαίνει
                                                αχ δεν είναι άλλη πιο βαθιά πληγή

                                                Σύρμα κι άλλο σύρμα και χοντρό γυαλί
                                                μάτωσε ο ήλιος την ανατολή
                                                κλαις κι αναστενάζεις αχ ξενιτιά φωνάζεις
                                                μα η ελπίδα μαύρο κι άπιαστο πουλί

Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013


Η Προσφυγιά [ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ]

Ήταν φθινόπωρο του 1922. Τα πρώτα κίτρινα φύλλα είχαν πέσει κιόλας απ` τα δένδρα. Είχαν πέσει επίσης οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές που πότισαν τη διψασμένη γη και το αεράκι που ’ρχονταν απ` τα γύρω βουνά ήταν υγρό και παγωμένο. Παγωμένες όμως και βαριές ήταν και οι καρδιές των ανθρώπων που ήταν έτοιμοι για το μεγάλο ξεκίνημα.
Έμπαιναν και ξαναέμπαιναν στα σπίτια τους να πάρουν κάτι ακόμα απ’ αυτά που θ’ άφηναν πίσω τους: κάποιο αγαπημένο αντικείμενο, κάποιο παλιό κειμήλιο, το εικόνισμα του Χριστού, της Παναγίας ή κάποιου Αγίου που λάτρευσαν τόσα χρόνια οι ίδιοι, οι γονείς και οι παππούδες τους.
Τα μικρά παιδιά που δεν καταλάβαιναν από τέτοια βρίσκονταν ήδη πάνω στα βοϊδάμαξα, κουκουλωμένα με μπατανίες ή κιλίμια. Oι γονείς γύρισαν όλο το σπίτι, κλείδωσαν καλά πόρτες και παράθυρα, μη μπει κανένας κλέφτης, μη φυσήξει αέρας δυνατός και τους τ’ ανοίξει, μη μπούνε τα νερά της βροχής και τους λερώσουν τους τοίχους και τα πράγματα που άφηναν πίσω τους. Θα ξαναγύριζαν τάχα κάποια μέρα κι έπρεπε να μείνουν όλα εκεί, όρθια να τους περιμένουν.
Α ξανανέρτουμ’ να τα νέβρουμ’, έλεγαν. Οι γεροντότεροι έσκυψαν και φίλησαν την ευλογημένη γη που τόσα χρόνια τους χάριζε τους καρπούς της.
Άντε, πάμι, κι ο Θεγιός βοηθός, ακούστηκε η φωνή του αρχηγού.
Ανέβηκαν στα κάρα οι νοικοκυραίοι, τράβηξαν τα σχοινιά των βοδιών τους, τα χτύπησαν απαλά να μην πονέσουν, έτριξαν οι ρόδες των αμαξιών και το καραβάνι ξεκίνησε για το άγνωστο. Όλοι τους έκαναν το σταυρό τους, όταν περνούσαν από την πλατεία μπροστά απ’ την εκκλησιά του Αη Θανάση. Προσευχήθηκαν σιωπηλοί και παγωμένοι. Αποχαιρετούσαν τα ιερά τους και συγχρόνως ζητούσαν τη βοήθειά τους. Είχαν μεγάλη ανάγκη. Ένοιωθαν ανίσχυροι…
Αριστερά στο δρόμο τους το φτωχικό κοιμητήριο του χωριού. Τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι από τα μάτια τους. Αποχαιρετούσαν τώρα και τους προγόνους τους, τους γονείς τους, τ’ αδέλφια τους ή τα παιδιά τους που χάνονταν από τις επιδημίες που σάρωναν εκείνη την εποχή την ανθρωπότητα.
Πιο πέρα είδαν τη σπλούχα, όπως έλεγαν μια σπηλιά που την επισκέπτονταν όταν είχαν κάποιο πόνο, κυρίως πονοκέφαλο. Ήταν θαυματουργή η σπλούχα κι όποιος περνούσε από μέσα τρεις φορές, θεραπεύονταν το κεφάλι του, ο λαιμός του, το αυτί του.
Το χωριό που άφηναν πίσω τους το έλεγαν Κρυόνερο. Ήταν ένα ορεινό χωριό της Ανατολικής Θράκης, κοντά στη Βιζύη, πατρίδα του Βιζυηνού. Το κέντρο του διέσχιζε ένας ξηροπόταμος, που, όταν έβρεχε πολύ, γινόταν ορμητικός χείμαρρος κι έκανε καταστροφές σε σπίτια και χωράφια. Πολλές φορές τα νερά του παρέσυραν ζώα κι ανθρώπους που τύχαινε να βρίσκονται κοντά στην κοίτη του.
Ο ήλιος άρχισε να ρίχνει τις ακτίνες του λαμπερές και καυτές πάνω στο καραβάνι με τους Κρυονερίτες που έφευγαν. Τα βόδια έσερναν τα κάρα και προχωρούσαν αργά αργά, ενώ οι επιβάτες γυρισμένοι προς τα πίσω έβλεπαν για τελευταία φορά το αγαπημένο τους χωριό με τ’ άσπρα σπίτια και τα πανύψηλα δέντρα να χάνεται σιγά σιγά από τα μάτια τους τα βουρκωμένα. Αργότερα έβλεπαν μόνο τις στέγες των σπιτιών και μετά χάθηκαν όλα.
Σε λίγο βρέθηκαν στον κάμπο, έβλεπαν τα χωράφια τους, τη σοδειά τους που δεν πρόλαβαν να μαζέψουν, τη γη που είχαν ποτίσει με ιδρώτα τόσα χρόνια. Έφευγαν βουβοί, αμίλητοι, δακρυσμένοι, χωρίς να ξέρουν πού πάνε πού θα εγκατασταθούν, ποια θα είναι η νέα τους πατρίδα. Έφευγαν όμως με μια ελπίδα στην καρδιά, ότι θα ξαναγύριζαν γρήγορα στον τόπο τους, στο χωριό τους.
Πού α μας πάν’ άραγες; Πού α μείνουμ’ οι αρίσκοι;
Το ταξίδι ήταν ατέλειωτο. Μέρες και νύχτες έρχονταν και έφευγαν κι αυτοί προχωρούσαν. Οι πιο νέοι και δυνατοί χωριανοί περπατούσαν ώρες πολλές σέρνοντας τα ζεμένα ζώα απ’ τα σχοινιά τους. Άλλοι πήγαιναν παρέα κουβεντιάζοντας, γελώντας, σφυρίζοντας ή τραγουδώντας κι ας έκλαιγε μέσα τους η ψυχή τους. Ήθελαν να ενθαρρύνουν τους ηλικιωμένους, τις γυναίκες, τα παιδιά τους. Τα μεσημέρια ξεπέζευαν τα ζώα τους κοντά σε κάποιο ποτάμι ή στη σκιά κάποιων δέντρων. Άνθρωποι και ζώα έπρεπε να φάνε, να πιουν νερό, να ξεκουραστούνε.
Περίπου τριάντα μέρες και τριάντα νύχτες κράτησε εκείνο το μαρτυρικό ταξίδι των γονιών μας που μικρά παιδιά τότε γνώρισαν τον ξεσηκωμό και την προσφυγιά, τον εξευτελισμό και την ταπείνωση. Άλλοι πριν από μένα, μεγάλοι λογοτέχνες, ποιητές και πεζογράφοι, έγραψαν για τα δεινά της εποχής εκείνης, για την καταστροφή, για τον ξερριζωμό των Ελλήνων, όπως τα ’ζησαν οι ίδιοι. Εμείς τ’ ακούσαμε από τους γονείς μας κι απ’ τους παππούδες μας. Τα διαβάσαμε, τα είδαμε στον κινηματογράφο.
Σαν τους Κρυονερίτες και μαζί μ’ αυτούς ταξίδευαν κι άλλοι πολλοί Έλληνες απ’ όλη την Ανατολική Θράκη, από τη Μικρά Ασία, από τα παράλια της Ιωνίας κι από άλλα μέρη που εκτείνονταν μέχρι τον Εύξεινο Πόντο. Όλοι αυτοί έφτασαν κάποτε γυμνοί και τρισάθλιοι σε διάφορες περιοχές της Βορείου Ελλάδος, στη Φλώρινα, στην Κοζάνη, στο Κιλκίς, στη Δράμα, στην Καβάλα, στη Θεσσαλονίκη. Γέμισε ο τόπος πρόσφυγες, Θρακιώτες, Καυκάσιους, Καραμανλήδες και άλλους. Εγώ θ’ ασχοληθώ μόνο με τους Θρακιώτες, που είναι οι πρόγονοί μου.
Όταν οι Κρυονερίτες έφτασαν στην πεδιάδα της Δράμας, όπου είχαν πάρει εντολή να εγκατασταθούν, είδαν τον απέραντο κάμπο που απλωνόταν μπροστά τους και χάρηκαν. Ξεπέζεψαν, το καραβάνι σταμάτησε. Οι γυναίκες κατέβηκαν να ξεμουδιάσουν. Έπλεξαν τα χέρια τους μπροστά στο στήθος τους κι έπιασαν κουβέντα μεταξύ τους. Οι μικρομάνες θήλασαν τα μωρά τους. Τα παιδιά άρχισαν τα τρελά παιχνίδια τους. Οι άντρες συγκεντρώθηκαν να ν’ αποφασίσουν πού ακριβώς θα μείνουν, πού θα χτίσουν το νέο τους χωριό. Κάλεσαν και τους γέροντες, τους πιο έμπειρους, τους πιο μυαλωμένους, να ζητήσουν τη γνώμη τους.
Τι λέτι κι σεις που ξέρ’τι πιο πολλά. Θα είμαστι καλά ιδώ; Θα περάσουμ’ καλά;
Ήρθαν όλοι οι γέροντες, περήφανοι που οι νέοι αναγνώριζαν την αξία τους, την εμπειρία τους, φορώντας τα ποτούρια τους. Αγρότες όλοι από γεννησιμιού τους, ήξεραν να διαλέγουν αυτό που χρειάζονταν, τα χωράφια. Είδαν τον κάμπο που απλωνόταν ανάμεσα σε Δράμα και Καβάλα, στα βόρεια του όρους Παγγαίου. Είδαν την πυκνή βλάστηση, τα νερά, τα δένδρα, κατάλαβαν πως είναι τόπος παραγωγικός, πως θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί δουλεύοντας σκληρά ετούτη τη γη και αποφάσισαν.
Ιδώ α μείνουμ’, είπαν οι γέροντες και χτύπησαν με τα μπαστούνια τους το χώμα. Ιδώ α νέβρουν κι τα ζωντανά χορτάρ’ κι μεις χουράφια να δουλέψουμ’ για να ζήσουμ’.
Έτσι τελείωσε η ταλαιπωρία του ταξιδιού τους. Τα βάσανα του ταξιδιού τους αργότερα τα έκαναν τραγούδι οι Κρυονερίτες και τα τραγούδησαν. Το άκουσα το τραγούδι από τη γιαγιά Φωτή, τη θεία της μάνας μου, που το ’λεγε:
Κούγιε δα Θεγιέ μ’, κι η γης να τ’ απομέξει,
Κούγιε δα Θεγιέ μ’.
Σαββατόβραδο μας διώξαν οι εχθροί μας ’πο τα σπίτια μας,
’πο μέσ” απ’ τις αυλές μας, ’πο τα σπίτια μας.
Το τραγουδούσε η γριούλα η γιαγιά Φωτή και τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι απ’ τα μάτια της!
Εκτός από τους Κρυονερίτες εγκαταστάθηκαν στο Καλαμπάκι και άλλοι Θρακιώτες από την περιοχή Καλφά της Κωνσταντινούπολης, οι Καλφακιώτες, και η γειτονιά τους ονομάστηκε «τα Κωσταντινοπολίτ’κα», καθώς και πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, οι Καραμανλήδες. 
Τα πρώτα χρόνια της συγκατοίκησης στο χωριό υπήρχε ένα μίσος, μια έχθρα μεταξύ των κατοίκων. Οι Θρακιώτες θεωρούσαν τους Καραμανλήδες καθυστερημένους και οι Καραμανλήδες δεν ανέχονταν τους Θρακιώτες. Οι Θρακιώτισσες κοπέλες δεν παντρεύονταν με Καραμανλήδες και οι Καραμανλήδες δεν ήθελαν να παντρευτούν με Θρακιώτισσα. Οι νέοι έτρεφαν μίσος μεταξύ τους. Θυμάμαι ένα βράδυ που είχαν ξημερωθεί στο σπίτι μας οι φίλοι του αδελφού μου, γιατί οι Καραμανλήδες τους έκλεισαν τους δρόμους και τους έστησαν καρτέρι.
Όλα αυτά όμως έχουν ξεπεραστεί τώρα, τα παιδιά και τα εγγόνια των προσφύγων κατοίκων παντρεύτηκαν μεταξύ τους και ενώθηκε το χωριό και οι κάτοικοι. Δεν υπάρχουν τώρα Κρυονερίτες και Καραμανλήδες αλλά μόνον Καλαμπακιώτες. Ζουν όλοι ειρηνικά και αγαπημένα και όλοι μαζί καταβάλλουν φιλότιμες προσπάθειες να κάνουν το χωριό τους όσο γίνεται πιο όμορφο και πιο άνετο. Ήδη το Καλαμπάκι είναι από τα πιο όμορφα χωριά της περιοχής, με ωραία σπίτια, με ωραία πλατεία, με ασφαλτοστρωμένους δρόμους, με Δημόσιες Υπηρεσίες, Δημοτικά Σχολεία, Γυμνάσιο, Λύκειο και όλα τα απαραίτητα.
Μαρτυρία της κ. Φούλας Στράντζαλη


*Η κ. Γαρυφαλλιά Στράντζαλη (στο βαπτιστικό της καταγράφεται το όνομα της γιαγιάς της, Καρυοφυλλιά, ενώ οι συγγενείς και φίλοι τη φωνάζουν Φούλα) γεννήθηκε το 1933 στο Καλαμπάκι από γονείς πρόσφυγες, καταγόμενους από το Κρυόνερο Ανατολικής Θράκης. 

** To Καλαμπάκι είναι κωμόπολη του νομού Δράμας με περίπου 3.110 μόνιμους κατοίκους.
Βρίσκεται 13χμ νότια της Δράμας, πρωτεύουσας του νομού. 
Στην πλειονότητά τους οι κάτοικοί του είναι απόγονοι προσφύγων κυρίως από τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη (κυρίως από το χωριό Κρυόνερο), τον Καλφά της Κωνσταντινουπόλεως γνωστοί και ως Καλφακιώτες και τη Μικρά Ασία (κυρίως από την Καππαδοκία, τουρκόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί, γνωστοί και ως Καραμανλήδες) που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους όταν υπεγράφη η Συνθήκη της Λωζάνης (1923).



Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013



  Η διεθνής δισκογραφική έκδοση του Έλληνα Βολιώτη μουσικοσυνθέτη Ανδρέα Κατσιγιάννη σε μια ιστορική συνάντηση με τον Τούρκο ερμηνευτή - συνθέτη - σκηνοθέτη και συγγραφέα Zulfu Livaneli και τον Ελληνα ερμηνευτή Γιώργο Νταλάρα, από το Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών υπό την αιγίδα της UNESCO και του Οικομενικού Πατριαρχείου. Με τις υδατογραφίες του Παύλου Χαμπίδη (από τη συλλογή "Τα ελληνικά χωριά της Ίμβρου και της Τενέδου).
Ο Ανδρέας Κατσιγιάννης κλήθηκε να επενδύσει μουσικά τις δύο ταινίες και μάλιστα μελοποίησε και δύο ανέκδοτα ποιήματα του Κωνστανινοπολίτη πολυβραβευμένου ποιητή Δημήτρη Παπακωνσταντίνου (1915 - 1990) που τα ερμηνεύουν στα ελληνικά ο Έλληνας ερμηνευτής Γιώργος Νταλάρας και στα τούρκικα ο Τούρκος ερμηνευτής Zulfu Livaneli.
Πρόκειται για μια ιστορική συνάντηση όπου διακεκριμένοι πρεσβευτές του πολιτισμού των δύο χωρών, Ελλάδας και Τουρκίας, ενώνουν τις φωνές τους και το ταλέντο τους αποδεικνύοντας τους δεσμούς που ενώνουν αυτούς τους δυο λαούς, ξεπερνώντας τις πολιτικές εντάσεις, δίνοντας χρώμα και μελωδία εκεί που κάποιοι επιθυμούν θυμό και αίμα.
Είναι χαρακτηριστικό πως γι’ αυτή την προσπάθεια ο Τούρκος δημιουργός, δέχτηκε να ερμηνεύσει στην επίσημη δισκογραφία τραγούδια άλλου δημιουργού, του δικού μας Ανδρέα Κατσιγιάννη.
Να θυμίσουμε ότι ο  Zulfu Livaneli είναι προσωπικός φίλος του Μίκη Θεοδωράκη και είχαν κάνει από κοινού συναυλίες στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο.




Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Νικηφόρος Βρεττάκος

"Δυο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη του κόσμου"


... Οι άνθρωποι μπορεί να ξεκινάνε από διαφορετικές θέσεις. Αρκεί να συγκλίνουν στο ίδιο
αντικείμενο. Σ` αυτό που κουραστήκαμε να το ονομάζουμε άνθρωπο. Αρκεί να σκεφτόμαστε τη σωτηρία του κι αρκεί να `χουμε τούτο σαν κανόνα. Η Γης δεν είναι ένα σταυροδρόμι φτιαγμένο για να διασταυρώνουνε την καταστροφική παρουσία τους οι μηχανές του πολέμου. Αυτό που βαραίνει τη συνείδηση της ιστορίας πρέπει το συντομότερο να απαλλάξει τον κόσμο από το σκοτεινό βάρος του. Οι άνθρωποι που το πιστεύουν αυτό , μπορούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι, να ζεστάνουν τα χέρια τους στην ίδια φωτιά, να κοιτάζουν τον ήλιο από το ίδιο παράθυρο. Γιατί στο βάθος είναι όλοι τους φίλοι του ίδιου πολιτισμού και ο πολιτισμός είναι ένας για όλους. Αρκεί να μας ενδιαφέρει όλους η υλική και η ηθική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα σε έναν κόσμο ειρήνης. Ποτέ δεν μπόρεσα να ειπώ αυτή τη λέξη "Ειρήνη" χωρίς να νιώσω μεγάλη τρυφερότητα και ταραχή μέσα μου. 

... Ειρήνη, λοιπόν,είναι ότι συνέλαβα μες απ’ την έκφραση και μέσ` απ’ την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη είναι κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που εννοούμε, όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.


Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος. Κι ο ήλιος ψυχή μες στον άνθρωπο.


... Εμείς οι άνθρωποι που  σκεφτόμαστε, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι σοφό είναι μόνον ό,τι είναι ανθρώπινο. Σε μια εποχή που, σε κάθε στιγμή, είμαστε έτοιμοι να κάνουμε έναν νέο πόλεμο, σέρνοντας τις κατακερματισμένες μάζες από διάψευση σε διάψευση κι από καταστροφή σε καταστροφή, εμείς οι άνθρωποι που σκεφτόμαστε έχουμε υποχρέωση να σκεφτούμε σοβαρότερα από κάθε άλλη φορά. Να σκεφτούμε με την ψυχή μας, να μιλήσουμε με την ψυχή μας, να βαδίσουμε με την ψυχή μας. Η νέα συνείδηση πρέπει να γίνει η αφετηρία, η κορφή και το όπλο του πνεύματος. Να προλάβουμε όχι μόνο μια άμεση καταστροφή, αλλά και την επανάληψη κάθε καταστροφής. Να σταθούμε σαν ένας φίλος ανάμεσα σε δύο εχθρούς και αμβλύνοντας την οξύτητα να προσπαθήσουμε να επιβάλουμε τον άνθρωπο. Να ξεκινήσουμε, όπως ξεκινούν , όταν βγαίνει ο ήλιος οι καλοί γεωργοί , να ρίξουμε στη γης, ο καθένας με τον τρόπο του, το σπόρο της ειρήνης που έχουμε μέσα μας. Να παρασταθούμε στο προαιώνιο πανανθρώπινο αίτημα που δε θα το γνωρίσουμε σ`όλο το βάθος του παρά μόνο με την αγάπη.




ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ


Ἀπόκριση στὸν ποιητὴ Θανάση Παπαθανασόπουλο




Ὁ ἥλιος μοιράζεται σὲ κομμάτια
μέσα στοὺς ποιητές. Εἶναι τὸ ἀντίδωρο
ποὺ ὁ Θεὸς διανέμει στοὺς ἐντολεῖς του.
Συμμετέχουμε στὴν ὑπόθεση τοῦ φωτός.
Ἐνῶ φτιάχνουν ἐκεῖνοι, πουλοῦν, διακινοῦν
ὅπου γῆς κι ὅπου ἄνθρωποι ὅπλα
κι ἀποθηκεύουν αἷμα σκοτώνοντας ὄνειρα
ἐμεῖς προσπαθοῦμε:
Νὰ φτιάξουμε
ἕναν οὐρανὸ μὲ λίγες λέξεις.