Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Δυο φορές ξένος
İki kere yabancı

http://www.youtube.com/watch?v=lHB2MvEt8XY


ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ του  Bruce Clark 
«Δυο φορές ξένος»
[ Οι μαζικές απελάσεις που διαμόρφωσαν την σύγχρονη Ελλάδα και Τουρκία ] 
Eκδόσεις ΠΟΤΑΜΟΣ 2007

Ι
ΗΤΑΝ όμως απαραίτητο να χωριστούν οι χριστιανοί από τους μουσουλμάνους, οι Έλληνες από τους Τούρκους και να εγκατασταθούν σε διαφορετικά μέρη; Υπάρχουν δύο τρόποι να δει κανείς αυτό το ζήτημα: από τη σκοπιά εκείνων που πήραν τις αποφάσεις και από τη σκοπιά όσων έζησαν τις επιπτώσεις. Η ανταλλαγή των χριστιανομουσουλμανικών πληθυσμών που αποφασίστηκε το 1923 μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο αν εξετάσουμε και τις δύο όψεις του νομίσματος.
Ίσως έτσι φωτιστεί με τη σειρά της  η πραγματική σημασία των ερειπωμένων εκκλησιών και των τζαμιών της Τουρκίας και της Ελλάδας.

ΙΙ 
ΕΙΝΑΙ λυπηρό ότι οι πολυπολιτισμικές αυτοκρατορίες αντικαταστάθηκαν όχι από πολυπολιτισμικές δημοκρατίες αλλά από εθνοκεντρικά κρατίδια και ο δρόμος προς τον επαναπροσδιορισμό ήταν συχνά στρωμένος με αίμα. Ακόμα και όταν δεν οδηγεί σε ανοιχτή σύρραξη , αυτό τραυματίζει τους ανθρώπους που βρίσκονται στη μέση του, γιατί αναδεικνύει αιτίες διχασμού που ίσως κάποτε δεν ήταν τόσο φανερές. Χαράζει διαχωριστικές γραμμές και αναγκάζει τους ανθρώπους να σταθούν από τη μια ή την άλλη πλευρά. Οι γέροντες της Ελλάδας και της Τουρκίας που έζησαν την αναγκαστική μετανάστευση τα καταλαβαίνουν πολύ καλά όλα αυτά, όπως άλλωστε και οι κάτοικοι της Βοσνίας ή του Καύκασου. Τα παιδιά των προσφύγων γαλουχήθηκαν από ανθρώπους των οποίων το παρελθόν ήταν πλούσιο, σύνθετο και πολυπολιτισμικό. Αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν υιοθετώντας μία και μοναδική ταυτότητα η οποία ήταν απλουστευμένη, αυστηρά επιβεβλημένη και το τίμημα για όποιον την αμφισβητούσε πολύ υψηλό. 
Από μία άποψη ο απόλυτος διαχωρισμός Ελλήνων και Τούρκων μπορεί να γίνει κατανοητός σαν πρακτικός τρόπος αντιμετώπισης μιας άμεσης πολιτικής και ανθρωπιστικής κρίσης. Σαν αποτέλεσμα του πολέμου που είχε μόλις κερδίσει η Τουρκία, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βρέθηκαν άστεγοι , φτωχοί, άρρωστοι και απελπισμένοι. Η απόφαση να μεταναστεύσει μαζικά μία μεγάλη μερίδα λαού πρόσφερε έναν ρεαλιστικό τρόπο να τεθεί υπό έλεγχο η κρίση με υψηλό αλλά ελεγχόμενο κόστος και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που πίστεψαν ότι ήταν ο μοναδικός. Παράλληλα η ανταλλαγή ήταν το αποκορύφωμα μιας μακράς ιστορικής διαδικασίας η οποία συνεχιζόταν για περισσότερο από έναν αιώνα. Για διάφορους λόγους το παλιό οθωμανικό μοντέλο της συνύπαρξης κοινοτήτων και θρησκειών ήταν καταδικασμένο από την επέλαση ενός πιο σύγχρονου κόσμου.

ΙΙΙ
ΟΜΩΣ , παρά την απερίγραπτη οδύνη που προξένησαν ο ένας στον άλλο , το νήμα που ένωνε Έλληνες και Τούρκους, χριστιανούς και μουσουλμάνους στον παλαιό οθωμανικό κόσμο δεν κόπηκε απόλυτα ακόμη και το 1922. Όποια και αν ήταν τα βάσανα που υπέστησαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της συνύπαρξής τους, οι άνθρωποι και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου δεν αντέδρασαν μόνο με αμοιβαίο μίσος ούτε αισθάνθηκαν μόνο ανακούφιση ή ευγνωμοσύνη για το χωρισμό τους. Τέτοια συναισθήματα υπήρξαν φυσικά. Οι αναμνήσεις των διωγμών και της προδοσίας ανακατεύτηκαν με εξίσου δυνατά θετικά αισθήματα και μνήμες που κατά κάποιο τρόπο γεφύρωσαν το μεταξύ τους χάσμα. Προσωπικές φιλίες, εμπορικές συνεργασίες, η συνείδηση ενός κοινού κόσμου που περιλάμβανε τη γη , τη γλώσσα, τη μουσική , το φαγητό και γενικά την καθημερινότητα δεν έπαψαν ποτέ να ισχύουν.
Αυτό εξηγεί ως ένα σημείο το τραύμα του αποχωρισμού που έφερε συγχρόνως πόνο και ανακούφιση. Ρίχνει επίσης φως στα αντιφατικά συναισθήματα που κάθε τόσο έρχονται και σήμερα στην επιφάνεια στις σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων είτε αυτά είναι κοινωνικά είτε προσωπικά. Επειδή το διπλωματικό και στρατιωτικό κλίμα είναι τόσο συχνά ψυχρό , είναι κυρίως στο πεδίο του πολιτισμού - λογοτεχνία, σινεμά και τραγούδια- που οι δύο λαοί εκφράζουν ελεύθερα το βάθος των αισθημάτων που τους ενώνουν και αμφισβητούν τα ιδεολογήματα που τους υποχρέωσαν να ζουν σε χωριστούς, ασύνδετους κόσμους. Ακόμη και σήμερα υπάρχει τεράστια ανταπόκριση σε κάθε βιβλίο , ταινία ή μουσική εκδήλωση που εκφράζει το πάθος την κοινή μοίρα που ενώνει Τούρκους και Έλληνες μέχρι σήμερα - παρά το βαρύτατο τίμημα που απαιτήθηκε και κατατέθηκε για την έκδοση αυτού του διαζυγίου εδώ και ογδόντα τόσα χρόνια.

ΙV
ΧΤΥΠΩΝΤΑΣ ρυθμικά τα πόδια τους στους χώρους των παρελάσεων , Έλληνες και Τούρκοι νεοσύλλεκτοι διδάσκονται να εκτοξεύουν τραγουδιστά συνθήματα μίσους ο ένας για τον άλλο. Από μια άποψη ίσως αυτό να είναι ενθαρρυντικό. Αν η εμφύσηση του μίσους χρειάζεται να γίνεται οργανωμένα και συνειδητά, αυτό ίσως συμβαίνει γιατί η πνευματική διχοτόμηση βυζαντινού και οθωμανικόυ κόσμου δεν περατώθηκε απολύτως ακόμα και τις στιγμές που ο εθνικισμός βρισκόταν στο απόγειο. Αυτό μαρτυρούν τα ερειπωμένα μνημεία που στέκουν ακόμα όρθια και στις δύο χώρες. Ίσως υπάρχει ακόμα καιρός να αποκατασταθούν οι κατεστραμμένες σχέσεις, μαζί με τα κατεστραμμένα κτίσματα. 

V
ΟΣΟΙ πιστεύουν στην παραδοσιακή έχθρα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων θα παρακολουθούσαν απορημένοι τους Έλληνες της Μυτιλήνης να στρώνουν αποχαιρετιστήρια τραπέζια στους γείτονές τους και αργότερα να τους συνοδεύουν στην προβλήτα όπου χριστιανοί και μωαμεθανοί που μια ζωή όργωναν τα χωράφια τους δίπλα - δίπλα και πολλές φορές έπαιζαν μια παρτίδα τάβλι στα καφενεία του χωριού , αγκαλιάζονταν και αποχαιρετούσαν ο ένας τον άλλο με δάκρυα στα μάτια. Έπειτα, καθισμένοι σε βουνά από αποσκευές, με τα υπάρχοντά τους τριγύρω - οι γυναίκες κλαίγοντας, τα παιδιά αγκαλιά με τα αγαπημένα τους κατοικίδια, οι γέροντες με τα γκρίζα γένια, αξιοπρεπείς όπως συνήθως- οι μουσουλμάνοι της Μυτιλήνης σάλπαραν για την άγνωστη Τουρκία.
[ από το Περιοδικό National Geograrhic, Νοέμβριος 1923 ]

VI
O ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ , ένας Κρητικός συγγραφέας που σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών είδε με τα μάτια του τη μαζική απέλαση των μουσουλμάνων , έγραψε ότι η είδηση ανταλλαγής των πληθυσμών συγκλόνισε και τις δύο κοινότητες , που έμοιαζαν με ένα ζευγάρι που το χαρτί του διαζυγίου τους φτάνει ακριβώς τη στιγμή που τα αίτια του τσακωμού έχουν ξεχαστεί. Τουλάχιστον 1000 Κρητικοί μουσουλμάνοι έκαναν αιτήσεις αλλαγής θρησκεύματος την ύστατη ώρα αλλά ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών τις απέρριψε. Σύμφωνα με τα λόγια του συγγραφέα:

Άκουγες λοιπόν από τη μία το σύθρηνο της Τουρκιάς που ξεσηκωνόταν να φύγει , κι από την άλλη την προσφυγιά, που χτυπιόταν κι αυτή γιατί ξεσπιτώθηκε, κι αναρωτιόταν τί θεόργιστα θεριά πρέπει νάναι εκείνοι που αστοχούνε τον πόνο του ανθρώπου και τί περιμένουν να βγάλουν απ` αυτόν. 

Τις τελευταίες μέρες και ώρες που πέρασαν στο νησί τους, οι μουσουλμάνοι ξήλωναν τις πόρτες και τα παραθυρόφυλλα των σπιτιών τους. Υπήρξαν και τσακωμοί με τους Μικρασιάτες πρόσφυγες που σκόπευαν να εγκατασταθούν σε αυτά. Την στιγμή που τα πλοία με τους μουσουλμάνους  σήκωναν τις άγκυρες «ακούστηκε» μία φωνή από χιλιάδες στόματα[...] αγριεμένη, παρακαλεστική, γεμάτη καημό και φοβέρα, που την έπαιρνε ο αγέρας και μας την έφερνε λουρίδα - λουρίδα. 

VII
ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΑΣ της συλλογικής μνήμης των Τούρκων της Μυτιλήνης ήταν ο Φερχάτ Ερίς που γεννήθηκε στο νησί το 1911 και από το 1923 έζησε στο Αϊβαλί. Μεγάλωσε στο εύπορο Σκαλοχώρι όπου ακόμα στέκει ένας μιναρές για να θυμίζει την εύπορη μουσουλμανική κοινότητα. Έχει περάσει τα ενενήντα και οι καλές αναμνήσεις εναλλάσσονται στο μυαλό του με τις κακές. Θυμάται τα παιδικά του χρόνια να σημαδεύονται από το φόβο των ατάκτων κυρίως επειδή η συμπεριφορά τους ήταν τόσο απρόβλεπτη. « Οι Έλληνες τσέτες δολοφόνησαν ένα ανδρόγυνο στο χωριό μας αλλά συνήθως τους έδιωχναν οι ντόπιοι χριστιανοί που προστάτευαν τους συγχωριανούς τους»...
Η οικογένεια του Φερχάτ Ερίς ήταν σχετικά εύποροι κτηνοτρόφοι . Όπως πολλοί από τους χριστιανούς του γείτονες , ο πατέρας του Φερχάτ μετανάστευσε στις Ηνωμένες Πολιτείες για ένα διάστημα, όπου εξοικονόμησε χρήματα και διεύρυνε τους ορίζοντές του. Όταν επέστρεψε στη Μυτιλήνη παρακίνησε τα παιδιά του να μάθουν και τις δύο γλώσσες φοιτώντας τα πρωινά στο τουρκικό σχολείο και τα απογεύματα στο ελληνικό. Οι σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων ήταν καλές. « Ζούσαμε σαν αδέλφια με τους Έλληνες, συνεργαζόμασταν στις δουλειές και ποτέ δε χαλάσαμε τις καρδιές μας- τουλάχιστον μέχρι το 1919 που αποβιβάστηκε στη Σμύρνη ο ελληνικός στρατός». Ακόμα και όταν η κατάσταση άρχισε να γίνεται προβληματική λόγω των γεγονότων στην αντίπερα όχθη, στη Μυτιλήνη υπήρχαν ακόμα φιλίες που άντεχαν...
Ο Φερχάτ Ερίς θυμάται το ταξίδι προς τα παράλια της Μικρασίας στις 15 Οκτωβρίου του 1923.
«Ο Έλληνας κυβερνήτης της Μυτιλήνης είπε σε μας , τους Τούρκους κατοίκους του νησιού , ότι πρέπει να μαζέψουμε τα υπάρχοντά μας και να πηγαίνουμε. Οι Έλληνες συγχωριανοί μας έκλαψαν , όταν φύγαμε. Συνεργαζόμαστε καλά μαζί τους δεν μας έβλαψαν ποτέ».



Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Γράφει η Ayşe Lahur Kirtunç στον πρόλογο του βιβλίου του Bruce Clark
"Δυο φορές ξένος", εκδ. Ποταμός 2007

İki kere yabancı

Geç kaldık anıları kaydetmeye
o ilk malzeme yitti gitti
ilk mübadiller götürdüler anılarını
oysa onlar hemen kaydedilmliydi
üzerinden 80 yıl geçtikten sonra
ani savaşları
her türlü manipülasyona açık
Mübadeleyle ilgili her metnin özü aynı:
Yerinde doğup yabanda kocamak
iki yerde de yabancı olmak.

Δυο φορές ξένος

Είναι αργά για μας να διατηρήσουμε τις μνήμες μας.
Η ουσία τους, η αρχική ουσία,
έχει ήδη αφανιστεί.
Εκείνοι οι πρώτοι πρόσφυγες πήραν μαζί τις αναμνήσεις τους,
αναμνήσεις που έπρεπε
να είχαν καταγραφεί χωρίς καθυστέρηση.
Έχουν περάσει ογδόντα χρόνια,
και οι αναμνήσεις παλεύουν με κάτι άλλο,
έτοιμο να παραποιηθεί.
Αλλά το επίκεντρο της διήγησης κάθε πρόσφυγα
παραμένει το ίδιο.
Να γεννιέσαι σε ένα μέρος,
να γερνάς σε ένα άλλο.
Και να αισθάνεσαι ξένος και στα δυο μέρη.

Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

Δύο ποιήματα της καθηγήτριας Αyşe Lahur Kirtunç της οποίας η οικογένεια έφτασε στην Τουρκία από την Κρήτη το 1923.

MIA PΩΜΙΟΠΟΥΛΑ ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΤΗΝ ΛΥΡΑ

Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Στη Ρόδο
Μπρός στα κάστρα
Επιβλητική όπως τα κάστρα
Ακίνητη όπως τα κάστρα.
Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Τζιν παντελόνι, μαύρο φανελάκι,
Με τα μακριά ξανθά μαλλιά της ν’ανεμίζουν
Τα λεπτά της δάχτυλα πάνω στις νότες.
Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Τραγουδάει τραγούδια ερωτικά ,ίσως
Κι΄όμως στα μάτια της
Στα χείλη της
Στη στάση της δεν διακρίνεται ο έρωτας.
Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Είναι πολύ μακριά μας
Πολύ κοντά μας
Η ίδια είναι δώ
Το μυαλό της μακριά
Πολύ μακριά.
Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Με τις γεμάτες μελωδίες νότες στα δάχτυλά της
Τα χείλη της όμως είναι στεγνά.
Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Τραγουδάει τραγούδια πονεμένα
Σαν την πατρίδα μου
Μια Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Ασυγκράτητη σαν τον χείμαρρο Άμπου γαλή
Απέριττη,αγνή, κρυστάλλινη, γεμάτη ενθουσιασμό
Η Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Είναι θλιμμένη έτοιμη να σπάσει.
Η Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα,
Είναι πάνω στη σκηνή
Η πανσέληνος στον ουρανό,
Η θλίψη μέσ’στις νότες,
Η θλίψη στην ψυχή των ανθρώπων,
Ζούμε μια νύχτα θλιμμένη.
Η Ρωμιοπούλα που παίζει την λύρα
Γεμίζει με θλίψη την θλίψη μας απόψε.
28 Σεπτέμβρη 2007 / Metin Erten/ΡΟΔΟΣ


KABAK KEMANE ÇALAN RUM KIZI
Kabak kemane çalan Rum kızı
Rodos’ta
surların önünde
surlar kadar heybetli
surlar kadar durgun
Kabak kemane çalan Rum kızı
kot, siyah tişört
uzun sarı saçlar rüzgarda
ince parmaklar notalarda
Kabak kemane çalan Rum kızı
aşk şarkıları söylüyor
muhtemelen
gözlerinde
dudaklarında
duruşunda aşk yok
Kabak kemane çalan Rum kızı
çok uzak bize
çok yakın
kendi burada
beyni uzaklarda
çok uzaklarda
Kabak kemane çalan Rum kızı
duygulu ezgiler parmaklarında
ama duygu yok dudaklarında
Kabak kemane çalan Rum kızı
yanık türküler söylüyor
ülkem gibi
Kabak kemane çalan Rum kızı
yüzü gülmüyor
ülkem gibi
Kabak kemane çalan Rum kızı
Abu ğali gibi gürül gürül
yalın, temiz, duru ve çoşkulu
Kabak kemane çalan Rum kızı
mahzun ve kırılmaya hazır
Kabak kemane çalan Rum kızı
sahnede
gökte dolunay
ezgilerde hüzün
insanlarda hüzün
hüzünlü bir gecedeyiz
Kabak kemane çalan Rum kızı
hüznümüze hüzün katmakta bu
28 Eylül 2007 / Rodos


Ç A Ğ I R D I N G E L D İ M G İ R İ T

Türbelerden kemikleri kazdılar da
alıp gittiler
küçücük limanından Resmo’nun
tahta sandıklarda kırmızı yün battaniyeler
ve birkaç gün yetecek kadar su / peksimetler
ve sabun kalıbı birkaç tane
ve kemikler.

limanda sırtlarını döndüler taşlara
ve Resmo’nun kalesine ve duvarlara
kadınlar birkaç saksı ful / birkaç saksı selluka
koymak istedi sandığa
izin vermedi kocaları
soktu koynuna bir avuç yasemin

Sakize Hanumi / Saadet Hanumi /
göğsünde karardı yaseminler
ama kasıklarında
yeşil gözlü Musa Kazım’lar, Mehmet Ali’ler

götürdüler Kordelyo’ya
ve tahta sandıklarda zeytin fidanları
geride kaldı ataları / anaları /
turunç ağaçlarına emanet ettiler onları.

Girit, ah Girit!
senden esen rüzgarla büyüdüm
senin müziğini örtündüm geceleri
simsiyah elbiseli kadınlarla uyudum
yediğim her tabak radikayla
seni düşündüm, Girit!

Dilim dilime girdi küçükken /
“mesto diavlo” diye sövdüm sokak arkadaşlarıma
güldüler bana diye üzüldüm.

Çağırdın geldim, Girit!
geri getiremedim türbeden giden kemikleri
bakarım Resmo’nun eski evlerine
acaba hangisi, hangisi diye.
vazgeçtim evi barkı aramaktan
o arabadan inip herkese sarılan
çizmeli Giritliyi görünce,
umurunda değildi trafiği tıkamak
adamın ruhu /
işte o aradığım evi taşıyordu
üstelik dedeme çok benziyordu.

Çağırdın, çağırdın da geldim, Girit!
dar sokaklarında pis tezgahlardan
Stelyo Amcamın boğma rakısından
içtim
cömertti gözleri / bakmadım maşrapanın kirine
değil mi ki sokaktan geçen birine
peynir / badem / rakı sunuyordu
Stelyo Amca,
unutmalı kemikleri / onarmalı eskileri
hem Sofia’nın bu rüzgar hem benim
kızları kızlarıma benzer /
oğlanları oğluma

Akdenizliyim ben, Egeliyim.
yıllarca çağırdın da işte geldim, Girit!
bulamadım evimi / yok oldu giden kemikler /
ama ninemin koynunda giden
yaseminleri geri getirdim!

Ayşe Lahur Kırtunç
23 Ekim 2004 / Resmo / Rethymnon


ΜΕ ΚΑΛΕΣΕΣ ΚΑΙ ΗΡΘΑ ΚΡΗΤΗ !

Σκάψανε τα μαυσωλεία
και πήρανε τα κόκκαλα και φύγανε
απ’το μικρό λιμάνι του Ρέθυμνου.

Κόκκινες μάλλινες κουβέρτες
και νερό για λίγες μέρες – παξιμάδια
και μερικά καλούπια σαπούνι,
και κόκαλα.

Στο λιμάνι, γύρισαν τη ράχη τους στις πέτρες
και στου Ρέθυμνου το κάστρο και στους τοίχους.
Οι γυναίκες θέλησαν να βάλουν στο σεντούκι
δυο τρείς γλάστρες σελλούκες,
δεν το επέτρεψαν οι άντρες τους

Έχωσε στον κόρφο της μια χούφτα γιασεμιά
η Σακιζέ χανουμί, η Σααντέτ χανουμί.
Μαυρίσανε στον κόρφο τους τα γιασεμιά
Όμως μετέφεραν στο Κορδελιό
φυτεμένους στην κοιλιά τους
τους πρασινομάτες Μουσά Κιαζίμ, τους Μεχμέτ Αλί
και μερικά δενδρύλλια ελιάς
μέσα σε ξύλινα κιβώτια.

Μείνανε πίσω οι πρόγονοι, οι μάνες τους
εκείνους τους εμπιστεύθηκαν στις νεραντζιές.
Κρήτη ! Αχ Κρήτη !
Μεγάλωσα με τους αέρηδες που φτάνανε από σένα,
σκεπάστηκα με τη μουσική σου τις νύχτες.
Κοιμήθηκα με γυναίκες μαυροφορεμένες.
Με κάθε πιάτο ραδίκια που έτρωγα,
εσένα θυμόμουνα, Κρήτη !

Μπέρδεψα τη γλώσσα μου στα παιδικά μου χρόνια,
έβρισα τους φίλους μου του δρόμου
αμολώντας ένα `` ας τον διάολο !``
Στενοχωρέθηκα όταν γελάσανε.

Με κάλεσες κι’έφτασα Κρήτη !
Δεν μπόρεσα να επιστρέψω τα κόκαλα
που μεταφέρθηκαν απ’τα μαυσωλεία.
Ψάχνω τα παληά σπίτια του Ρεθύμνου,
ποιο νάναι άραγε ; ποιο νάναι άραγε το σπίτι μου ;

Παράτησα το ψάξιμο του σπιτιού μου
σαν είδα εκείνον τον Κρητικό με τις μπότες
ν’αγκαλιάζεται μ’όλους γύρω του.
Ούτε που τον ένοιαζε αν παρεμπόδιζε την κυκλοφορία.
η ψυχή του κουβαλούσε μέσα της το σπίτι που έψαχνα,
κι’έμοιαζε πολύ του παππού μου !

Με κάλεσες, με κάλεσες κι’ήρτα Κρήτη !
Στα στενοσόκακά σου, πάνω απ’τους βρώμικους πάγκους
ήπια συκόρακο του θείου Στέλιου,
ήταν πολύ πρόθυμο το βλέμμα του δεν έδωσα σημασία
στη βρωμιά του μαστραπά, αφού
πρόσφερε την ώρα εκείνη
τυρί, αμύγδαλα, ρακί, σ’έναν περαστικό
ο θείος Στέλιος .

Πρέπει να ξεχάσουμε τα κόκαλα
ν’ανακαινίσουμε τα παλιά.
Αυτός ο άνεμος είναι της Σοφίας, είναι και δικός μου.
Οι κόρες της μοιάζουν με τις κόρες μου,
τα αγόρια της με τον γυιό μου.
Είμαι Μεσόγεια εγώ, Αιγεοπελαγίτισα.

Για χρόνια πολλά με καλούσες.
Και να ! που ήρτα Κρήτη !
Δεν μπόρεσα να βρώ το σπίτι μου
χάθηκαν τα κόκαλα που φύγανε
Όμως τα γιασεμιά που είχαν ταξιδέψει
στον κόρφο της γιαγιάς μου
τα έφερα πίσω !

Αϊσέ Λαχούρ Κιρτούντς
23 Οκτωβρίου 2004, Ρέθυμνο

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

Από το βιβλίο του Ορχάν Παμούκ : "Ιστανμπούλ, Πόλη και αναμνήσεις", Ωκεανίδα 2005,
σελ. 276-284


Άλωση ή Πτώση: ο εκτουρκισμός της Κωνσταντινούπολης

Όπως τους περισσότερους Τούρκους της Ιστανμπούλ, το Βυζάντιο μ’ ενδιέφερε πάρα πολύ λίγο στα παιδικά μου χρόνια. Όταν ήμουν παιδί, η λέξη Βυζάντιο μου έφερνε στο νου τα τρομακτικά ρούχα και γένια των Ρωμιών ορθόδοξων παπάδων, τα βυζαντινά τόξα και τις καμάρες στα διάφορα μέρη της πόλης, τις παλιές εκκλησίες που ήταν χτισμένες από κόκκινα τούβλα, και την Αγιασοφιά. Όλα αυτά ανήκαν σε μια τόσο παλιά εποχή που δεν υπήρχε λόγος να την ξέρουμε. Ακόμη και οι Οθωμανοί που κατέκτησαν το Βυζάντιο μου φαίνονταν πολύ μακρινοί. Εμείς είμαστε η πρώτη γενιά του «καινούργιου πολιτισμού» που είχε έρθει στην Ιστανμπούλ μετά από κείνους. Τουλάχιστον οι Οθωμανοί, που τις παραδοξότητές τους μας περιέγραφε ο Ρεσάτ Εκρέμ Κοτσού, είχαν ονόματα που μοιάζανε με τα δικά μας, ενώ οι Βυζαντινοί είχαν εξαφανιστεί με την άλωση. Και οι εγγονοί των εγγονών των εγγονών τους ήταν ιδιοκτήτες των ζαχαροπλαστείων και των καταστημάτων που πουλούσαν ρούχα και παπούτσια στο Μπέγιογλου. Όταν ήμουν παιδί, το πηγαινέλα με τη μητέρα μου στο Μπέγιογλου για ψώνια, στα διάφορα καταστήματα των Ρωμιών, ήταν από τις σημαντικότερες διασκεδάσεις μου. Σε κάποια καταστήματα υφασμάτων δούλευε όλη η οικογένεια, πατέρας – μητέρα – κόρες, κι όταν η μητέρα μου πήγαινε για ν’ αγοράσει ύφασμα για κουρτίνες ή βελούδο για να ντύσει μαξιλάρια, τα μέλη της οικογένειας άρχιζαν να μιλάνε μεταξύ τους πολύ γρήγορα ελληνικά. Αργότερα στο σπίτι προσπαθούσα να μιμηθώ την παράξενη γλώσσα τους και τις ανήσυχες κινήσεις των πωλητριών με τους πατεράδες τους. Το ενδιαφέρον που δείχνανε για τις μιμητικές μου προσπάθειες, το ύφος των εφημερίδων όταν αναφέρονταν σ’ αυτούς, το «Μίλα τουρκικά!» που χρησιμοποιούσανε για να τους επιπλήξουν καμιά φορά, μ’ έκανε να υποψιάζομαι ότι οι Ρωμιοί, όπως οι φτωχοί της πόλης και οι κάτοικοι στις παράγκες, δεν ήταν «ευυπόληπτα» άτομα. Σκεφτόμουν πως γι’ αυτό έφταιγε λίγο και το γεγονός ότι ο Φατίχ, με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, τους είχε πάρει την πόλη. Τα πεντακόσια χρόνια της άλωσης, το «μεγάλο θαύμα» όπως λέγανε καμιά φορά, είχαν γιορταστεί ένα χρόνο μετά τη γέννησή μου, το 1953, αλλά τίποτε άλλο, πέρα από τη σειρά γραμματοσήμων που είχε κυκλοφορήσει με αυτή την ευκαιρία, δεν τραβούσε το ενδιαφέρον μου. Στα γραμματόσημα αυτής της σειράς παρήλαυναν όλες οι ιερές φαντασιώσεις που είχαν σχέση με το πορτρέτο του Μωάμεθ του Πορθητή του Μπελίνι, το Ρούμελη Χισάρ, η μεταφορά στον Κεράτιο των καραβιών από την ξηρά.
Παρατηρώντας πώς έχουν ονομαστεί ορισμένα γεγονότα μπορούμε να καταλάβουμε σε ποιο μέρος του κόσμου βρισκόμαστε, αν βρισκόμαστε στη Δύση ή στην Ανατολή. Αυτό που έγινε στις 29 Μαΐου 1453, ενώ για τους Δυτικούς είναι η Πτώση της Κωνσταντινούπολης, για τους Ανατολικούς είναι η Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Κοντολογίς «Πτώση» ή «Άλωση». Έπειτα από πολλά χρόνια, ο Αμερικανός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια όπου σπούδαζε η γυναίκα μου την κατηγόρησε για εθνικισμό, όταν σε μια εργασία της χρησιμοποίησε την λέξη άλωση. Αν και η καρδιά της γυναίκας μου, που η καταγωγή της από τη μεριά της μητέρας της ήταν ρωσική, χτυπούσε λίγο για τους ορθόδοξους, τα μάτια της έβλεπαν το γεγονός με τις λέξεις της τουρκικής εθνικής παιδείας, επειδή είχε τελειώσει το λύκειο στην Τουρκία. Ίσως πάλι να μην έβλεπε το γεγονός ούτε σαν άλωση ούτε σαν πτώση, αλλά να ένιωθε ότι ήταν ανάμεσα σε δυο κόσμους, σαν κάποιους άτυχους αιχμαλώτους πολέμου που έπρεπε να είναι ή χριστιανοί ή μουσουλμάνοι, μιας και δεν είχαν άλλη επιλογή.
Οι κάτοικοι της Ιστανμπούλ έμαθαν να γιορτάζουν το γεγονός ως «άλωση» στις αρχές του εικοστού αιώνα εξαιτίας του εκδυτικισμού και του τουρκικού εθνικισμού. Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ο μισός πληθυσμός της Ιστανμπούλ δεν ήταν μουσουλμάνοι και το μεγαλύτερο μέρος του μη μουσουλμανικού πληθυσμού το αποτελούσαν οι Ρωμιοί που ήταν η συνέχεια των Βυζαντινών. Στα παιδικά και στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια υπήρχε μια κίνηση έντονου τουρκικού εθνικισμού που υποστήριζε ότι η χρήση της λέξης Κωνσταντινούπολη σήμαινε ότι οι Τούρκοι δεν ανήκουν σε αυτή την πόλη, ότι οι πρώτοι ιδιοκτήτες της πόλης αυτής μια μέρα θα έρχονταν και θα έδιωχναν εμάς τους κατακτητές εδώ και χίλια πεντακόσια χρόνια ή, το λιγότερο, θα μας μετέτρεπαν σε υπηκόους δεύτερης κατηγορίας. Για τους οπαδούς του τουρκικού εθνικισμού η χρήση της λέξης άλωση είχε πολύ μεγάλη σημασία. Υπήρχαν βέβαια περιπτώσεις που ακόμη και οι Οθωμανοί λέγανε την πόλη Κωνσταντινούπολη.
Οι Τούρκοι που ήθελαν τον εξευρωπαϊσμό προτίμησαν να μην τονίζουν την «άλωση». Το 1953, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Τζελάλ Μπαγιάρ και ο πρωθυπουργός Αντνάν Μεντερές, για να μη δυσαρεστήσουν τους δυτικούς φίλους των Τούρκων τους Έλληνες, δεν συμμετείχαν στην επέτειο του εορτασμού των πεντακοσίων χρόνων της άλωσης, που η προετοιμασία της είχε κρατήσει χρόνια. Τα πρώτα χρόνια του ψυχρού πολέμου η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, δεν ήθέλε να θυμίζει στον κόσμο την «άλωση». Αν και έπειτα από δύο χρόνια, το 1955, καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν οι περιουσίες των Ρωμιών και των άλλων μειονοτήτων στην Ιστανμπούλ, επειδή ήταν αδύνατο να συγκρατηθούν τα πλήθη που είχαν υποκινηθεί από την τουρκική κυβέρνηση. Τα γεγονότα αυτά που συμπεριλάμβαναν καταστροφές εκκλησιών και δολοφονίες παπάδων, μοιάζουν σε λεηλασία και ωμότητα με τα γεγονότα που περιγράφουν οι «Δυτικοί» ιστορικοί της «πτώσης». Οι Ρωμιοί που εγκατέλειψαν τα τελευταία πενήντα χρόνια την Ιστανμπούλ εξαιτίας των λαθών των τουρκικών και των ελληνικών κυβερνήσεων που συμπεριφέρονταν στις μειονότητές τους, από τότε που η Ελλάδα και η Τουρκία έγιναν εθνικά κράτη, σαν να ήταν όμηροι, είναι περισσότεροι από κείνους που την εγκατέλειψαν στα πενήντα χρόνια μετά το 1453.
Το 1955 όταν οι Εγγλέζοι ετοιμαζόταν να φύγουν από την Κύπρο και οι Έλληνες να αναλάβουν ολοκληρωτικά τη διακυβέρνηση του νησιού, ένας πράκτορας των μυστικών τουρκικών υπηρεσιών έβαλε βόμβα στο σπίτι που γεννήθηκε ο Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη. Όταν οι εφημερίδες με έκτακτες εκδόσεις και μεγαλοποιώντας το περιστατικό κυκλοφόρησαν την είδηση, το εχθρικό προς τις μη μουσουλμανικές μειονότητες πλήθος που μαζεύτηκε στην πλατεία Τακσίμ, έκαψε, γκρέμισε και λεηλάτησε μέχρι το πρωί, πρώτα τα καταστήματα απ’ όπου ψωνίζαμε με τη μητέρα μου στο Μπέγιογλου κι έπειτα όλη την πόλη.
Οι καταστροφικοί τσέτες, στις περιοχές όπως το Ορτάκιοϊ, το Μπαλουκλί, τα Ψωμαθειά, το Φανάρι, όπου ζούσαν πολλοί Ρωμιοί, με βιαιότητα που προκαλούσε φρίκη, έκαψαν και λεηλάτησαν μικρά φτωχικά ρωμαίικα μπακάλικα, γκρέμισαν μάντρες και μπήκαν σε σπίτια, βίασαν Ρωμιές και Αρμένισσες· μπορεί κανείς να πει ότι φέρθηκαν το ίδιο ανελέητα με τους στρατιώτες που λεηλάτησαν την Ιστανμπούλ, όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής μπήκε στην πόλη. Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι οι οργανωτές, τους οποίους στήριζε η κυβέρνηση, για να κινητοποιήσουν τους πλιατσικολόγους, που για δύο μέρες σκόρπισαν την φρίκη στην πόλη και μετέτρεψαν την Ιστανμπούλ σε κόλαση χειρότερη κι από τους πιο κακούς εφιάλτες των χριστιανών και των Ευρωπαίων, τους είχαν πει ότι το πλιάτσικο ήταν ελεύθερο.
Το πρωί της νύχτας όπου στους δρόμους κινδύνευε να λιντσαριστεί όποιος δεν ήταν μουσουλμάνος, το Μπέγιογλου και η λεωφόρος Ιστικλάλ ήταν γεμάτη από αντικείμενα που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν από τα λεηλατημένα μαγαζιά με τις σπασμένες βιτρίνες και πόρτες, αλλά είχαν καταστραφεί με πολλή χαρά. Χρώματα χρώματα, τόπια τόπια τα υφάσματα, χαλιά και φορέματα και από πάνω αναποδογυρισμένα ψυγεία, ραδιόφωνα, πλυντήρια ρούχων, καινούργια ακόμη τότε στην τουρκική αγορά· το οδόστρωμα δε φαινόταν από τις σπασμένες πορσελάνες, τα παιχνίδια (τα καλύτερα καταστήματα παιχνιδιών ήταν στο Μπέγιογλου), τα έπιπλα κουζίνας, τα ενυδρεία που ήταν της μόδας τότε, τα κρύσταλλα φωτιστικών. Ποδήλατα, αναποδογυρισμένα ή καμένα αυτοκίνητα, σπασμένα πιάνα, ακρωτηριασμένες κούκλες που κοίταζαν τον ουρανό, πεσμένες ανάσκελα από τη βιτρίνα κάποιου μεγάλου καταστήματος, και μερικά τανκς που έστω και αργά είχαν βγει στους δρόμους για να επαναφέρουν την τάξη.
Όλα αυτά επειδή περιγράφονταν για πολλά χρόνια συχνά στο σπίτι, είναι ζωντανά στο νου μου, με όλες τους τις λεπτομέρειες, σαν να τα έχω δει ο ίδιος. Το θέμα που συζητούσαν πιο πολύ στην οικογένειά μου, όταν οι χριστιανοί καθάριζαν τα σπίτια τους και τα καταστήματά τους, ήταν πως η γιαγιά μου κι ο θείος μου τρέχανε από το ένα παράθυρο του σπιτιού στο άλλο και κοίταζαν γεμάτοι αγωνία καθώς οι πλιατσικολόγοι σταματούσαν μπροστά στο σπίτι μας, τρέχανε από τη μια άκρη του δρόμου μας στην άλλη, έσπασαν τις βιτρίνες των καταστημάτων φωνάζοντας συνθήματα ενάντια στους Ρωμιούς, στους χριστιανούς, στους πλούσιους. Εξαιτίας του ανερχόμενου τουρκικού εθνικισμού εκείνο τον καιρό ο Αλαντίν είχε αρχίσει να πουλάει στο ψιλικατζίδικο του μικρές πάνινες τουρκικές σημαιούλες. Ο αδελφός μου, που του άρεσαν οι σημαιούλες, είχε αγοράσει μία μερικές μέρες πριν και την είχε βάλει κάπου μέσα στο αυτοκίνητο. Το αποτέλεσμα ήταν να μη σπάσουν τα τζάμια ούτε να αναποδογυρίσουν την Ντοτζ του θείου μου.