Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Kenan Yücel «Anasıyla Babası Ayrılan Çocuk»

Kenan Yücel 

«Anasıyla Babası Ayrılan Çocuk»
biliyor isyanın mızrağını
iri damlalara dönüşüyor suskunluk
 yüreğinde bir arının
durmadan
girip çıkan iğnesi
 aynasında
çıplak gözleri
ürkmüş atların
 tüm boşlukları dolduruyor
 ne yana baksa gördüğü
sinsice çoğalan akrepler


Το παιδί που χωρίστηκε από τη μητέρα και τον πατέρα του
 γνωρίζει τη λόγχη του ξεσηκωμού
 σε πελώριες σταγόνες μετατρέπεται
η σιγή
 στην καρδιά του το κεντρί μιας μέλισσας
που μπαινοβγαίνει χωρίς σταματημό
 στον καθρέφτη του γυμνά μάτια
φοβισμένων αλόγων
 γεμίζουν όλα τα κενά
 όπου κι αν κοιτάξει γύρω του σκορπιοί
που πολλαπλασιάζονται με δόλο



O Τούρκος ποιητής   Kenan Yücel προσεγγίζει ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα μέσα από ένα εξαιρετικά φορτισμένο αντιπολεμικό ποίημα, που εστιάζει στα αθώα παιδιά, τα πλάσματα που υποφέρουν περισσότερο, όταν οι λαοί πολεμούν στο βωμό των κάθε λογής συμφερόντων. Αθώα θύματα που πληρώνουν το τίμημα χωρίς όμως να έχουν ευθύνη ή επίγνωση για ό,τι συμβαίνει γύρω τους.



Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

«Πες μου την ιστορία σου».

Κείμενο της Νεφέλης Καραθανασοπούλου από το 9ο Γυμνάσιο Πατρών, που βραβεύθηκε στο 19ο μαθητικό διαγωνισμό της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόφυγες (2013-2014), με θέμα «Πες μου την ιστορία σου».

«Πάνε κι έρχονται καράβια
φορτωμένα προσφυγιά
βάψαν τα πανιά τους μαύρα
τα κατάρτια τους μαβιά.
Πού να βρίσκεται ο πατέρας
ψάχνει η μάνα για παιδιά
μας εσκόρπισε ο αγέρας
σ” άλλη γη σ” άλλη στεριά».

Αυτό το τραγούδι μου έλεγε θεατρικά, με πολλές παύσεις, η Μικρασιάτισα προγιαγιά Ουρανία. Παύσεις γεμάτες πόνο και εγώ παιδί την άκουγα και με την άκρη του ματιού μου έβλεπα τον σοβαρό, αμίλητο, παππού Βασίλη, να δακρύζει και να καμαρώνει την μάνα του για την δύναμη της.
Συχνά άκουγα στο σπίτι μας τη λέξη ‘‘πρόσφυγας’’. Η κουζίνα μας πάντα μύριζε ιδιαίτερα. Κύμινο, βούτυρο, κουκουνάρια και διάφορα μπαχάρια ήταν και είναι οι πρωταγωνιστές του κυριακάτικου φαγητού, όπως τα σουτζουκάκια και ο σαπουνέ χαλβάς του παππού, το γλυκό που φτιάχνουν οι άνδρες. Τα Χριστούγεννα και το Πάσχα εμφανίζονται πάντα στο τραπέζι μας τα μοσχοβολιστά κουλουράκια, έχοντας την σφραγίδα με τον δικέφαλο αετό, την οποία η μάνα φρόντισε να ανατυπώσει από μια παλιά σφραγίδα της γιαγιάς. Και στο κέντρο τους… το χαρακτηριστικό γαρούφαλλο.
Κάποτε ρώτησα με παιδική αφέλεια τον παππού, «Παππού ποια είναι η Σμύρνη, η πατρίδα σου; Tι θα πει πρόσφυγας;»
Γεμάτος υπερηφάνεια, θυμάμαι, μου απάντησε ότι είναι πρόσφυγας από την Μικρά Ασία, μια πατρίδα με ιδιαίτερο πολιτισμό και σπουδαία ιστορία.
«Ξεριζωθήκαμε από εκεί και γίναμε πρόσφυγες. Όλα ξεκίνησαν το 1922. Ο πατέρας μου, ο Μιχάλης, στρατιώτης στον ελληνικό στρατό, ζει την καταστροφή και παίρνει απολυτήριο στον Σαγγάριο προκειμένου να φύγει από την κόλαση του πολέμου, λέγοντας ψέματα ότι είναι μεγαλύτερος. Τα αδέλφια του, Λευτέρης και Βασίλης, εθελοντές στον πόλεμο, εξαφανίστηκαν, ενώ τα ίχνη ενός ακόμη αδελφού και της αδελφής του, χάθηκαν στον πανικό γιατί δεν γύρισαν ποτέ στο πατρικό σπίτι. Η οικογένεια τους βρήκε μετά από χρόνια. Ο πατέρας μου, ο Μιχάλης, βρέθηκε με τους γονείς του στην Χίο και μετά στον Πειραιά για να καταλήξουν στην Πάτρα. Εδώ τους δόθηκε κλήρος γης για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στον τρίτο προσφυγικό συνοικισμό Πατρών.»
Σε αυτόν τον τόπο, την Πάτρα, ένα μικρό κοριτσάκι που του άρεσε να παίζει κουτσό, η Ουρανία, έμελλε να γίνει η γυναίκα του στα δεκάξι της χρόνια. Μικρασιάτισσα και αυτή, με βάσανα από μικρή, ζει στην Πάτρα με την θεία της Ελένη. Ο πατέρας της, μεσίτης καπνού, χάθηκε σε ταξίδι προς την Πόλη, ενώ η μάνα της πέθανε δυο μέρες πριν την καταστροφή. Η θεία Ελένη την παίρνει από το χέρι και πάνε στο λιμάνι. Η Ελένη, ψηλή, ξανθιά γαλανομάτα, γυναίκα αριστοκρατική, ξυρίζει τα φρύδια της, μουτζουρώνει το πρόσωπο για να δείχνει άσχημη και γριά, ώστε να ξεφύγει από την βιαιότητα του τουρκικού όχλου.
Θεία και ανιψιά καταφέρνουν να έρθουν στην Ελλάδα και στριμώχνονται στο σπίτι της θείας Ελπινίκης, στα προσφυγικά. Η Ελένη, δούλεψε μοδίστρα και έδωσε όλη της τη ζωή στην Ουρανία. Έμεινε ανύπαντρη, κρατώντας την υπόσχεση που είχε δώσει στην αδελφή της, η οποία πεθαίνοντας της είχε πει «να προσέχεις το παιδί μου». Ένα φτωχό δωμάτιο, πάντα καθάριο και περιποιημένο, ήταν το σπίτι της. Μόνη της το είχε βάψει ροζ, σύμβολο ίσως των χαμένων κάπου στην Σμύρνη νιάτων της. Και η πόρτα με τα τρία ασβεστωμένα σκαλοπάτια και γύρω τα λουλούδια… Μια πόρτα και ένα παράθυρο μόνο, αλλά τόσο φωτεινό όπως ήταν και η ίδια, σαν η αγριότητα και η φρίκη του πολέμου να μην ακουμπήσαν το ροδαλό του σώματος και της ψυχής της.
Εσύ γιαγιά, ρώτησα κάποτε την προγιαγιά Ουρανία, ποια εικόνα, ποια ανάμνηση φέρνεις στο μυαλό σου από την Σμύρνη;
«Μου στοίχισε πάνω από όλα το ότι δεν μπόρεσα να πάρω μια φωτογραφία της μάνας μου. Αυτός θα ήταν ο θησαυρός μου. Δυο χαρταβέλες μόνο, κρίκοι στα αυτιά της Ελένης, ήταν το μόνο που φέραμε από εκεί. Δυο μέρες κρυβόμασταν στο νεκροταφείο, στον τάφο της μάνας μου, μαζί με άλλους Έλληνες, καίγοντας για να ζεσταθούμε ακόμα και τους ξύλινους σταυρούς από τους τάφους. Έτσι έχασα την φωτογραφία της μάνας… Όταν γύρισα να πάρω τη φωτογραφία της από το σταυρό, αυτός δεν υπήρχε. Η μάνα πέθανε και εγώ μόνη χωρίς τίποτα δικό της.
Και οι μπόγοι στο λιμάνι παιδί μου… Οι μπόγοι που γέμιζαν την αποβάθρα και έμειναν χωρίς τους ιδιοκτήτες τους που χάνονταν στην θάλασσα. Μια θάλασσα κόκκινη που γέμιζε πτώματα. Βοήθεια από πουθενά. Τα ευρωπαϊκά πλοία στο λιμάνι, μοναδική ελπίδα σωτηρίας για τους Έλληνες, έκοβαν και χτυπούσαν τα απελπισμένα χέρια που αγγιστρώνονταν στα καράβια.
Και εδώ μετά στην Ελλάδα τζεφτέδες και τουρκόσποροι… φτώχεια, εκμετάλλευση και κατακραυγή. Δούλεψα από μικρή, δέκα χρόνων γάζωνα! Πάντα με τον φόβο του επιστάτη που θα με μάλωνε και κυρίως θα μου έκοβε μερικές δεκάρες από το μισθό μου. Αλλά το πιο οδυνηρό για μένα ήταν το ότι δεν με φώναζαν με το όνομά μου, αλλά «προσφυγάκι». Αυτό με σημάδεψε και ποτέ δεν το ξεπέρασα…»
Σωτηρία για την προγιαγιά ήταν ο γάμος. Ο Μιχάλης, σιδηροδρομικός υπάλληλος, μισθωτός, προνόμιο μεγάλο για την εποχή εκείνη, ήταν σπουδαία τύχη για την Ουρανία. Απόφοιτος μάλιστα της Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης, μιλούσε άπταιστα τα Γαλλικά και η μόρφωσή του μαζί με τον μισθό του της διασφάλιζαν το μέλλον της, παρά τη μεταξύ τους διαφορά ηλικίας. Έκαναν πέντε παιδιά στα οποία η γιαγιά Ουρανία ήταν ιδιαίτερα δοτική έως καταπιεστική, αγκιστρωμένη πάνω τους γιατί ποτέ δεν ξεπέρασε την δική της ορφάνια και τον πόνο του ξεριζωμού.
Το ότι μιλάω πιο πολύ για την ιστορία της προγιαγιάς Ουρανίας δεν σημαίνει ότι ο παππούς Μιχάλης δεν είχε βιώσει τη φρίκη της καταστροφής. Στρατιώτης στο μικρασιατικό μέτωπο άφησε σε αυτό την ψυχή του γεμάτη βίαιες εικόνες. Η οργή των Τσετών, ο τρόμος που προκαλούσαν, τα διαμελισμένα σώματα και η ματαιότητα ενός πολέμου που ξεκίνησε νικηφόρος και λυτρωτικός για να καταλήξει εκεί που καταλήγει κάθε πόλεμος… Οι κραυγές των συντρόφων «Που πάμε; ας γυρίσουμε πίσω…», έμειναν χαραγμένες στην μνήμη του. Δεν ήθελε να μιλάει ο παππούς για αυτά, δεν άντεχε να μιλάει. Κι όμως δεν μπορούσε πάντα να κουμαντάρει τον πόνο των αναμνήσεων και το δάκρυ συχνά κυλούσε από τα μάτια του ανεξέλεγκτο.

Εγώ η Νεφέλη είμαι απόγονος προσφύγων. Μακρινή πατρίδα μου η Σμύρνη. Δεν έχω πάει ποτέ σε αυτήν την πόλη με την τεράστια ιστορία που είναι παρούσα στην ζωή μου. Θα ήθελα να την επισκεφθώ σαν τόπο προσκυνήματος για να τιμήσω τους προγόνους μου. Η προγιαγιά μου Ουρανία σε προχωρημένη ηλικία, ογδόντα χρόνων, έκανε το όνειρο της πραγματικότητα και επέστρεψε στην Σμύρνη. Δεν βρήκε φυσικά το σπίτι της αλλά ούτε δυστυχώς και της αναμνήσεις της. Τίποτα πια δεν ήταν ίδιο!! Το μόνο που της έμενε να κάνει ήταν να προσκυνήσει τα ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ… και να πάρει μαζί της μια χούφτα απ’ αυτά ως ενθύμημα μιας πατρίδας που ποτέ δεν λησμόνησε.
Η μάνα μου, που φέρει το όνομα της προγιαγιάς Ουράνιας, με κοιτάζει αυτή την ώρα που γράφω και δακρυσμένη μου λέει «Η Σμύρνη Νεφέλη είναι για εμάς ένας πόνος βουβός που απλά τον κουβαλάς. Για πόσες γενιές άραγε;…»

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Η ΣΥΚΓΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ ΠΟΥ ΤΟ 1922 ΕΓΙΝΕ… ΕΜΙΝΕ


Η ΣΥΚΓΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΑΣ ΕΛΕΝΗΣ ΠΟΥ ΤΟ 1922 ΕΓΙΝΕ… ΕΜΙΝΕ

Η Ελένη είναι η ιστορία μιας Ελληνοπόντιας, της Ελένης, που στην ανταλλαγή των πληθυσμών δεν έφυγε μαζί με τους δικούς της στην Ελλάδα αλλά έμεινε στην Τουρκία και μετά από πολλά χρόνια κάποιοι… Τούρκοι την φέρνουν στο φως της δημοσιότητας για να γίνει κινηματογραφική ταινία με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Maçkalı Eleni» που θα δείχνει και το μεγάλο δράμα χιλιάδων Ρωμιών κατά την διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμών το 1922-23.
Η ιστορία λοιπόν αυτής της Ελένης έχει ως εξής : Το 1920 ζούσε σε ένα χωριό έξω από την Τραπεζούντα ο μεταλλουργός Χαράλαμπος Χρυσοστομιδης με το παρατσούκλι, Lampo Usta, (δηλαδή Μάστορα Λάμπη), με την γυναίκα του Αναστασία και την μικρή τους κόρη την Ελένη. Η ζωή τους κυλούσε ήρεμα και ο μάστορας κέρδιζε αρκετά για να ζει η οικογένεια του χωρίς στερήσεις. Όλα αυτά όμως άλλαξαν με βίαιο τρόπο το 1923, ( εδώ βέβαια οι Τούρκοι δεν κάνουν καμία αναφορά για την φρικτή γενοκτονία των Ποντίων που τότε έχει αποκορυφωθεί), καθώς είχε έρθει η ώρα της αναγκαστικής προσφυγιάς. Το ζευγάρι με την 13 χρονών κόρη τους Ελένη πήραν ότι μπορούσαν μαζί τους και κατευθύνθηκαν μαζί με πολλούς άλλους Ελληνοπόντιους προς την Τραπεζούντα για να αποβιβαστούν στο πλοίο που θα τους έφερνε στην Ελλάδα. Στο δρόμο όμως τους σταμάτησε ένα ένοπλο τμήμα. Οι Τσέτες συγκέντρωσαν κάποια κορίτσια μαζί και την Ελένη που διακρίνονταν για την ομορφιά τους και τα απήγαγαν. Ο καημένος ο Χαράλαμπος χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι έστειλε την σύζυγο του προς το λιμάνι της Τραπεζούντιας ενώ εκείνος έμεινε πίσω για να ψάξει για την κόρη του. Πέρασαν τέσσερις μήνες όμως χωρίς κανένα αποτέλεσμα και η Ελένη δεν είχε βρεθεί. Εντωμεταξύ η γυναίκα του η Αναστασία έφυγε με το πλοίο της προσφυγιάς και έφτασε στην Καβάλα. Στον Πόντο ο Χαραλάμπης συνέχιζε να ψάχνει παντού για την κόρη του. Στο χωριό του όπου ξαναπήγε του είπαν πως δεν έμεινε κανένας Έλληνας καθώς όλοι είχαν φύγει και μάλιστα τον προειδοποίησαν ότι το αν παραμείνει εκεί υπήρχε μεγάλος κίνδυνος για την ζωή του. Τότε ήρθαν κάποιοι και του είπαν πως η Ελένη σκοτώθηκε από τους άτακτους και ότι είχαν δει το πτώμα της μαζί με άλλα πτώματα σε κάποιο ρέμα κοντά στην Τραπεζούντα. Ο καημένος ο Χαραλάμπης χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυα του αποφάσισε τελικά να φύγει από τον Πόντο. Μετά από περιπλανήσεις τριών μηνών έφτασε στο Καντήκιοΐ της Κωνσταντινούπολης.
Εκεί απελπισμένος χωρίς την γυναίκα του που είχε φτάσει στην Ελλάδα και την κόρη του χαμένη, ο Χαράλαμπος γνωρίζεται με ένα επιφανή Τούρκο, τον Süreyya Paşa, ο όποιος τον εκτίμησε και θαύμασε την επιδεξιότητα του στην τέχνη του. Ο Τούρκος τότε του άνοιξε ένα μαγαζί στο Καντήκιοϊ και ο Χαράλαμπος με την μεγάλη του εργατικότητα απέκτησε πολλούς πελάτες και άρχισε να βγάζει πολλά χρήματα. Ο Λάμπης τότε εγκατέλειψε την ιδέα να φύγει στην Ελλάδα και αφού γνωρίστηκε με μια κοντοχωριανή του, την Antusa, που είχε μείνει και αυτή στην Πόλη την παντρεύεται και κάνει μια κόρη την Σοφία. Η Σοφία αφού μεγάλωσε παντρεύτηκε και έκανε ένα γιο. Ο γιός της αγάπησε πολύ τον παπού του τον Λάμπη ο όποιος συνεχώς του μιλούσε για την χαμένη του θεια την Ελένη γιατί ποτέ δεν πίστεψε ότι είχε σκοτωθεί αλλά ότι ζούσε χαμένη κάπου στον Πόντο. Ο γιός της Σοφίας μεγάλωσε έγινε χρυσοχόος και άνοιξε ένα μαγαζί κοντά στο Καπαλί Τσαρσί αλλά συνεχώς σκέφτονταν για την Ελένη που είχε χαθεί. Απευθύνθηκε τότε σε ένα δικηγόρο και του ανέθεσε να ψάξει για την χαμένη του θεια. Πριν περάσει πολύς καιρός τότε ένα τηλεφώνημα έκπληξη ήρθε από την Τραπεζούντα. Αυτοί που τηλεφωνούσαν τον ρώτησαν ότι «εσείς δεν είστε που ψάχνεται για την Εμινέ;», (δηλαδή την Ελένη ). Ο γιος της Σοφίας σάστισε και τότε έμαθε ότι η Ελένη είχε βρεθεί από την οικογένεια του Abdülkadir Sümer που την είχαν υιοθετήσει και την ονόμασαν Εμινέ.
Παράλληλα όμως καθώς έψαχνε για την χαμένη κόρη του παππού του ρωτούσε και για την χαμένη του γιαγιά την Αναστασία. Τότε μαθαίνει ότι η Αναστασία που βρίσκονταν στην Ελλάδα είχε παντρευτεί και αυτή και είχε κάνει δυο παιδιά. Τα παιδιά της Αναστασίας ήθελαν πολύ να έρθουν στην Τουρκία για να ψάξουν για τον Χαραλάμπη και την χαμένη κόρη της Αναστασίας και τελικά κατάφεραν να έρθουν σε επαφή με το γιο της Σοφίας. Εντωμεταξύ από την Τραπεζούντα ο Sümer, δηλαδή ο θετός πατέρας της Ελενης, μόλις έμαθε για όλη αυτή την ιστορία της υιοθετημένης του κόρης ήρθε στην Κωνσταντινούπολη και προσκάλεσε όλους τους συγγενείς της Εμινέ στην Τραπεζούντα. Εδώ αντιλαμβάνεται κανείς τα συναισθήματα όλων αυτών καθώς μετά από πολλά χρόνια τα παιδιά της Αναστασίας και ο γιος της Σοφίας συναντήθηκαν στην Τραπεζούντα και βρήκαν την χαμένη κόρη του Χαραλάμπη, την Ελένη, που τώρα ήταν η Εμινέ. Αλλά το πιο ίσως εντυπωσιακό σε όλη αυτή την συγκλονιστική ιστορία είναι ότι όλοι μαζί πήγαν και προσκύνησαν το μοναστήρι της Βαζελώνας ένα από τα πιο ιερά μέρη του ελληνορθόδοξου Πόντου.
Η συγκλονιστική αυτή ιστορία, (την οποία όταν την διαβάσει κανείς στα τουρκικά πραγματικά συγκινείται), δείχνει για άλλη μια φορά το μεγάλο δράμα των Ελληνορθόδοξων Ποντίων. Αλλά το εντυπωσιακό είναι ότι αποφασίστηκε να την κάνουν ταινία μια ομάδα «Τούρκων» οι οποίοι όταν την έμαθαν είχαν συγκλονιστεί καθώς είχαν γίνει και μάρτυρες της συνάντησης μετά από τόσα χρόνια όλων αυτών των χαμένων συγγενών από την φρίκη ενός πολέμου και μιας γενοκτονίας. Βέβαια το ποιοι είναι αυτοί οι «Τούρκοι» που θα γυρίσουν την ταινία δεν μας γίνεται γνωστό, ίσως για ευνόητους λόγους. Όμως και μόνο που στην σημερινή Τουρκία ένα τέτοιο μεγάλο δράμα των Ελληνοποντίων θα γίνει φιλμ, είναι άλλο ένα δείγμα και σημείο των καιρών και φανερή ένδειξη ότι η πανάρχαια φλόγα της ελληνοορθοδοξίας δεν έχει σβήσει ποτέ σε αυτή την ιστορική μεριά του ελληνισμού.
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος
ΠΗΓΗ:" hellasforce"