Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

"Sürgün" / "Εξορία" : τουρκική ταινία

Sürgün: Έρωτας στα χρόνια των απελάσεων

Το τουρκικό φιλμ «Εξορία» αγγίζει το θέμα της απέλασης των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1964.
Αρχές της δεκαετίας του '60. Παρότι οι μνήμες είναι ακόμη νωπές από τo πογκρόμ του '55, η ελληνική κοινότητα ζει ειρηνικά και αγαπημένα με τους γείτονές της στην Κωνσταντινούπολη. Το ίδιο και η Ελένη. Κόρη εργοστασιάρχη, απολαμβάνει τις όμορφες στιγμές της νιότης με τον παιδικό της φίλο και νυν αγαπημένο, τον Σεντάτ. Τον γιο του αμαξά. Σπουδαστές του Τμήματος Φιλολογίας και οι δύο, ονειρεύονται την ημέρα που θα παντρευτούν και θα διδάσκουν μαζί σε κάποιο μακρινό σχολείο της Ανατολίας, ενώ απολαμβάνουν ρομαντικά ηλιοβασιλέματα στο ειδυλλιακό τοπίο της Πριγκήπου. Τα σχέδιά τους ανατρέπονται αιφνιδίως όταν η κρίση στην Κύπρο φέρνει ως αποτέλεσμα την απέλαση των ελλήνων υπηκόων από την Τουρκία. Θα καταφέρει, όμως, μια ελληνοτουρκική κρίση να τους χωρίσει;

Η «Εξορία» (Sürgün στα τουρκικά) θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η τουρκική «Πολίτικη κουζίνα». Προβλήθηκε πρόσφατα στην Τουρκία και, σύμφωνα με την εταιρεία παραγωγής, θα έχουμε πιθανότατα την ευκαιρία να τη δούμε και στις ελληνικές αίθουσες. Τα ιστορικά γεγονότα που παρουσιάζονται στην ταινία βασίζονται στο βιβλίο του δημοσιογράφου και ερευνητή Ριντβάν Ακάρ «Οι τελευταίοι εξόριστοι της Κωνσταντινούπολης», το οποίο συνυπογράφει με την επίσης δημοσιογράφο και ακαδημαϊκό Χούλια Ντεμίρ. Το βιβλίο κυκλοφορεί και στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Τσουκάτου, σε μετάφραση του Γιάννη Τοπτσόγλου. 

Η κυβέρνηση Ινονού, αν και σχεδίαζε να επιτεθεί στην Κύπρο, δεν μπορούσε να το πράξει λόγω του αμερικανικού παράγοντα και των πενιχρών στρατιωτικών μέσων που διέθετε την εποχή εκείνη. Ετσι, για να οδηγήσει την Ελλάδα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την ελληνική κοινότητα που ζούσε στα εδάφη της. Η τουρκική κυβέρνηση στις 16 Μαρτίου του 1964 ανακοίνωσε μονομερώς την κατάργηση της Σύμβασης Εγκατάστασης, Εμπορίου και Ναυτιλίας που είχαν υπογράψει ο Βενιζέλος και ο Ατατούρκ και επέτρεπε την ελεύθερη διαβίωση των ελλήνων υπηκόων στην Τουρκία: 12.000 έλληνες πολίτες απελάθηκαν. Μαζί τους επιτρεπόταν να πάρουν μόνο προσωπικά αντικείμενα βάρους 20 κιλών και 22 δολάρια. Σύντομα ακολούθησαν και οι οικογένειές τους που είχαν τουρκική υπηκοότητα, με αποτέλεσμα ο πραγματικός αριθμός όσων εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους να υπολογίζεται στις 40.000. 

Τα σύνορα της αγάπης

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας γυρίστηκε το καλοκαίρι στην Πρίγκηπο. Πρόκειται στην ουσία για μια δραματική, ερωτική ιστορία πλούσια σε νοσταλγικά στοιχεία, με φόντο τα ιστορικά γεγονότα που πυροδότησε το Κυπριακό. Η περιπέτεια των δύο πρωταγωνιστών βασίζεται στο μοτίβο του παλιού τουρκικού κινηματογράφου: «Το ζευγάρι από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα που δεν μπορεί να ανταμώσει». Η καθημερινή ζωή των Ελλήνων, οι σχέσεις καλής γειτονίας με τον τουρκικό πληθυσμό, αλλά και οι αδικίες που υπέστησαν μετά το '64 και κατά τη διάρκεια των απελάσεων είναι μερικά από τα στοιχεία που τονίζονται. 

Η ταινία θεωρείται σημαντική για την τουρκική βιομηχανία θεάματος, καθώς σηματοδοτεί την επιστροφή ενός πολύ γνωστού σκηνοθέτη και παραγωγού πλέον, του Τουρκέρ Ινάνογλου, στον κινηματογράφο. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο συγκεκριμένος παραγωγός φέρνει κοντά τους Ελληνες με τους Τούρκους. Το 2005 η τηλεοπτική σειρά «Τα σύνορα της αγάπης» («Yabancı Damat») που προβλήθηκε και στην Ελλάδα φέρει τη δική του υπογραφή. Ο κ. Αβραμόπουλος, που ήταν εκείνη την εποχή υπουργός Τουρισμού, είχε καλέσει στο γραφείο του τον κ. Ινάνογλου για να τον συγχαρεί αυτοπροσώπως.

Οπως προκύπτει από τις συνεντεύξεις των πρωταγωνιστών, εκτός από το σενάριο, αυτή η «ιστορική επιστροφή» του μύθου του τουρκικού κινηματογράφου συνέβαλε σε μέγιστο βαθμό στο να αποδεχθούν την πρόταση που τους έγινε. Ολοι οι συντελεστές δήλωσαν το ίδιο εντυπωσιασμένοι από τον τρόπο με τον οποίο ο κ. Ινάνογλου τους αποκάλυψε το όραμά του. Τους συνεπήραν οι αναμνήσεις και τα προσωπικά του βιώματα, γεγονός που τροφοδοτεί ακόμη περισσότερο την περιέργειά μας.

Ζητήσαμε από τον κ. Ινάνογλου να μοιραστεί μαζί μας τα γεγονότα που τον σημάδεψαν τόσο. Ηταν ιδιαίτερα φειδωλός στις λεπτομέρειες σχετικά με την προσωπική του ζωή. Μας εκμυστηρεύτηκε, όμως, ότι την εποχή εκείνη ήταν ερωτευμένος με μια Ελληνίδα της Πόλης, μια «Ρωμιά». «Με αγαπούσε κι εκείνη» λέει. «Ο πατέρας της, όμως, είχε ελληνικό διαβατήριο. Οταν έφθασε η ώρα που έπρεπε να εγκαταλείψουν την Τουρκία, ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει την οικογένειά της». Και έτσι αυτή η αγάπη έληξε άδοξα. 

Οπως «έληξε» και η άδεια παραμονής πολλών ακόμη φίλων του, επιχειρηματιών, κινηματογραφιστών, ιδιοκτητών εστιατορίων. Είχε την ευκαιρία να τους συναντήσει πολλά χρόνια αργότερα στην Αθήνα, στη Ρώμη και στο Λονδίνο. Θυμάται με νοσταλγία τους φίλους του και μιλάει με αγάπη για εκείνους. «Οι περισσότεροι όταν με βλέπουν θυμούνται την Πόλη και δακρύζουν» λέει. Στις σύντομες επισκέψεις του στην Αθήνα, μέσα στο ίδιο βράδυ τύχαινε να πάει δύο και τρεις φορές σε δείπνο, για να προλάβει να τους δει και να κάνει το χατίρι σε όλους.  

Ο Ινάνογλου μπορεί να έχασε το κορίτσι που αγαπούσε εξαιτίας του Ινονού, αλλά τον Νοέμβριο του 1964 παντρεύτηκε την πρώτη του γυναίκα, την ηθοποιό Φιλίζ Ακίν. Την Αλίκη Βουγιουκλάκη της Τουρκίας. 

Χτυποκάρδια στην οθόνη

Αντίστοιχα με αυτό που συμβαίνει σήμερα, με τις τουρκικές σειρές να έχουν κατακλύσει την ελληνική τηλεόραση, στις αρχές της δεκαετίας του '60 οι ελληνικές ταινίες προβάλλονταν στον τουρκικό κινηματογράφο και οι τουρκικές ταινίες στον ελληνικό. Ο Ινάνογλου, μάλιστα, εξήγαγε τις τουρκικές ταινίες στη χώρα μας. Ο θρυλικός αυτός σκηνοθέτης και παραγωγός γνώρισε όλα τα μεγάλα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου. Η ταινία «Χτυποκάρδια στο θρανίο» είχε γυριστεί και σε τουρκική εκδοχή και τον ρόλο που υποδύεται ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ ενσάρκωσε ο Ορχάν Γκιουνσιράι. Ολες αυτές οι εκδηλώσεις χαράς και αγάπης, ωστόσο, διεκόπησαν το '64 και η προβολή της ταινίας στην Τουρκία απαγορεύτηκε όπως απαγορεύτηκαν λίγα χρόνια αργότερα και οι τουρκικές ταινίες στην Ελλάδα. 

Τα χρόνια, όμως, πέρασαν και σήμερα ο γιος του Ορχάν Γκιουνσιράι, ο Μαχίρ Γκιουνσιράι, ενσαρκώνει τον ρόλο του Σταύρου, τον πατέρα της Ελένης: «Ηθελα πάντα να ασχοληθώ με αυτά τα θέματα που πραγματεύονται τoν πόνο που βίωσαν οι Αρμένιοι, οι Ελληνες, οι Κούρδοι και οι άλλες μειονότητες που έζησαν σε αυτή τη χώρα» δήλωσε σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Milliyet». «Ενα από τα πιο δυνατά σημεία της ταινίας είναι η σκηνή της απέλασης του κ. Σταύρου» μου είχε πει ο Αλέξανδρος Σενκοποπόβσκι, που παρακολούθησε την ταινία με τα αδέλφια και τους φίλους του. Ο αδελφός του, ο Νίκος, ελπίζει όσοι παρακολουθήσουν το φιλμ να πάρουν μαθήματα από όσα συνέβησαν στο παρελθόν και να μην αναλωθούν μόνο στην ερωτική ιστορία.

«Σε αυτού του είδους τις ιστορικές ταινίες επιχειρείται να διατηρηθεί μια ισορροπία, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις πεποιθήσεις και τα πιστεύω των τούρκων θεατών. Σε αυτή την ταινία, όμως, κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η αλήθεια παρουσιάζεται σε όλο της το μεγαλείο» δηλώνει ο Ριντβάν Ακάρ και προσθέτει πως «τόσο η σκηνή της απέλασης όσο και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζαν την περίοδο εκείνη την ελληνική μειονότητα, το γεγονός ότι το κράτος έβλεπε σαν απειλή τους Ελληνες της Πόλης, καθώς επίσης και όσα συνέβησαν πριν από 50 χρόνια παρουσιάζονται σαν χαστούκι στους τούρκους θεατές».    

Σεντάτ και Ελένη

Οπως μας δήλωσε ο πρωταγωνιστής της ταινίας, Τολγκαχάν Σαγισμάν, τα νυχτερινά γυρίσματα που πραγματοποιήθηκαν στη λίμνη των Δέρκων για τη σκηνή όπου ο Σεντάτ, ο ήρωας που υποδύεται, διασχίζει κολυμπώντας τον Εβρο προκειμένου να βοηθήσει την οικογένεια της Ελένης, θα του μείνουν αξέχαστα. Οταν ο σκηνοθέτης της ταινίας, Ερόλ Οζλεβί, διαπίστωσε ότι ο πρωταγωνιστής κολυμπούσε ανάμεσα στα νερόφιδα, επιστρατεύτηκε αμέσως ο κασκαντέρ. Ο κασκαντέρ, ωστόσο, είχε ξεγελάσει την παραγωγή για τις κολυμβητικές του ικανότητες και παραλίγο να πνιγεί. Τελικά, ο Τολγκαχάν αποφάσισε με τόλμη να βουτήξει ξανά στα γλυκά και επικίνδυνα νερά της λίμνης και να παίξει ο ίδιος τις ριψοκίνδυνες σκηνές, μέχρι να ολοκληρωθούν τα γυρίσματα. Ο δημοφιλής ηθοποιός έπρεπε να χάσει δέκα κιλά προκειμένου να υποστηρίξει τον ρόλο του «πρωταθλητή κολύμβησης». Ο «ωραίος» της τουρκικής τηλεόρασης, που ξεκίνησε την καριέρα του ως μοντέλο, διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα fan clubs στην Τουρκία. Δηλώνει ότι έρχεται συχνά στην Ελλάδα και επισκέπτεται τον τόπο καταγωγής του, τη Θεσσαλονίκη, όπου ζούσε ο προπάππος του, ο οποίος ήταν καδής (δικαστής). Με την ανταλλαγή των πληθυσμών οι πρόγονοί του εγκαταστάθηκαν στη Σμύρνη.  

Η Σααντέτ Ισίλ Ακσόι, η ηθοποιός που ενσαρκώνει την Ελένη, ενώ είχε, όπως μας λέει, στις παρέες της φίλους που ανήκαν στις μειονότητες, όταν αποφάσισε να συμμετάσχει στην «Εξορία» ήταν η πρώτη φορά που ενημερώθηκε πραγματικά για αυτό το «δυσάρεστο πολιτικό γεγονός». Διαβάζοντας το σενάριο αναρωτιόταν «αν θα μπορούσε να υπάρξει κάτι πιο τραγικό από το να είσαι υποχρεωμένος να εγκαταλείψεις το σπίτι όπου ζούσαν οι πρόγονοί σου για αιώνες, εξαιτίας μιας πολιτικής κρίσης για την οποία δεν ευθύνεσαι». Επειτα από αυτή την εμπειρία δηλώνει πως θα αποδεχόταν με μεγάλη χαρά «κάποιο πρότζεκτ που θα είχε στόχο να προάγει την ειρήνη και τη φιλία των λαών», επειδή πιστεύει πως «η διαφορετικότητά μας είναι το χαρακτηριστικό που για αιώνες καθιστά ξεχωριστή τη γεωγραφική περιοχή στην οποία κατοικούμε».

Η Ακσόι, κόρη αστυνομικών, που έχει κάνει και ένα «πέρασμα» από τον «Σουλεϊμάν», αυτό το διάστημα δεν μπορεί να κρύψει την ευτυχία της, καθώς κατάφερε να ανοίξει τον δρόμο για την πολυπόθητη διεθνή καριέρα που πάντα ονειρευόταν. Συμμετείχε σε πολλά διεθνή φεστιβάλ, τόσο στο διαγωνιστικό μέρος όσο και ως μέλος της κριτικής επιτροπής. Στην τελευταία ταινία της, «Twice Born», έπαιξε στο πλευρό της Πενέλοπε Κρουζ, της ηθοποιού που πάντα θαύμαζε. Οταν ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα, η Κρουζ τής έστειλε ένα e-mail στο οποίο έγραφε εμψυχωτικά σχόλια για την καριέρα και το υποκριτικό της ταλέντο. «Αυτό το e-mail θα το κρατήσω για πάντα» λέει. 
Για τις ανάγκες τις «Εξορίας» η Σααντέτ Ακσόι δούλεψε εντατικά με την Κωνσταντινουπολίτισσα Ηβη Δερμαντζή, η οποία τη βοήθησε στο θέμα της προφοράς. Μελέτησε επίσης πολλά βίντεο και φωτογραφίες για να κατανοήσει την κινησιολογία των γυναικών την εποχή εκείνη. «Τη δεκαετία του '60 ο τρόπος με τον οποίο οι γυναίκες μιλούν, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο σηκώνονται και κάθονται, ήταν τελείως διαφορετικός» σημειώνει. «Πόσω μάλλον η Ελένη, που είναι και κόρη καλής οικογενείας».

Η πολιτική διάσταση

Η συγγραφέας του βιβλίου «Yeşilçam'da Öteki Olmak» (σε ελεύθερη απόδοση, «Η έννοια του άλλου στον τουρκικό κινηματογράφο») Ντιλαρά Μπαλτσί αναλύει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι μειονότητες στον τουρκικό κινηματογράφο από τα τέλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι το 1980. Παρότι οι μειονότητες και γενικότερα οι «ξένοι» συνέβαλαν σε μέγιστο βαθμό στην έλευση και διάδοση της τέχνης του κινηματογράφου στην Τουρκία, σημειώνει η συγγραφέας, οι μειονότητες αποτελούν έννοιες αρνητικά φορτισμένες. Οι Ελληνίδες στις τουρκικές ταινίες παρουσιάζονται ως «ελευθέρων ηθών», ενώ οι άνδρες είναι ταγμένοι στον αγώνα υπέρ της «Μεγάλης Ιδέας». Δεν προβάλλονται η καθημερινότητα των μειονοτήτων, το παρελθόν τους, η οικογενειακή ζωή τους, η θρησκεία και η κουλτούρα τους. 

Στις μέρες μας μπορεί να γράφονται πολλά βιβλία για τις μειονότητες στην Τουρκία, όταν όμως αποφάσισε ο Ριντβάν Ακάρ να ερευνήσει πριν από 20 χρόνια τα γεγονότα και τις πολιτικές που οδήγησαν στις απελάσεις των Ελλήνων δεν μπόρεσε να βρει ούτε ένα βιβλίο με το θέμα αυτό. Τα αρχεία του κράτους ήταν ερμητικά κλειστά. Η τουρκική διανόηση δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα. Ακόμη και οι αριστεροί, που θα περίμενε κανείς να δείξουν μια μεγαλύτερη ευαισθησία, έβλεπαν τους Ελληνες ως μέρος της μπουρζουαζίας. «Ηταν μια πολύ επικίνδυνη περίοδος» θυμάται ο συγγραφέας των «Τελευταίων εξόριστων της Κωνσταντινούπολης». «Το να ασχοληθείς με αυτό το θέμα θα μπορούσε να σε φέρει αντιμέτωπο με το κράτος». 

Μετά τη δεκαετία του '90, όταν το κουρδικό πρόβλημα έκανε την εμφάνισή του στην Τουρκία, οι άνθρωποι άρχισαν δειλά δειλά να αναζητούν την ταυτότητά τους. «Η έρευνά μου σχετικά με τον φόρο περιουσίας και τις απελάσεις του '64 αποτελούν τα πρώτα βιβλία που έχουν γραφτεί αντίστοιχα για τα δύο αυτά θέματα. Αυτή τη στιγμή, στην προσωπική μου βιβλιοθήκη διαθέτω 1.500 βιβλία σχετικά με τις μειονότητες της Τουρκίας».  

Ο Ριντβάν Ακάρ ήταν για πολλά χρόνια συνεργάτης του Μεχμέτ Αλί Μπιράντ και συμπαρουσιαστής του στη μακροβιότερη ιστορική-ενημερωτική εκπομπή της Τουρκίας, την «32η ημέρα» («32. gün»). Τα τελευταία χρόνια υπηρετεί την ενημέρωση από τη θέση του διευθυντή ειδήσεων του ειδησεογραφικού σταθμού CNN Türk και παράλληλα παρουσιάζει εκπομπές ντοκιμαντέρ. Την εποχή που δημοσιεύθηκε το βιβλίο του ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Από τη μία οι εθνικιστές τον είχαν ανακηρύξει προδότη. Και από την άλλη οι αριστεροί κεμαλιστές, κάποιοι εκ των οποίων γνωστοί ως δημοκράτες και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τον κατηγορούσαν ότι «ξύνοντας παλιές πληγές συμπεριφέρεται ως εχθρός του κράτους και ξεχνάει πόσο επικίνδυνοι είναι οι Ελληνες στην εξωτερική πολιτική».

Τις παροχές που δίνονται το τελευταίο διάστημα, όπως η σταδιακή επιστροφή της ακίνητης περιουσίας στα μειονοτικά ιδρύματα, τις παρομοιάζει με μια τουρκική έκφραση: «Βρίσκεις το γαϊδούρι που είχες φροντίσει νωρίτερα να χαθεί». Τι πιο φυσικό από το να επιστραφούν στους ιδιοκτήτες τους οι περιουσίες που δεν θα έπρεπε σε πρώτη φάση να έχουν καταπατηθεί. «Παρ' όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια, όποια και αν είναι τα αίτια, παρατηρούμε πως έχει σημειωθεί μια σημαντική πρόοδος στα δικαιώματα των μειονοτήτων, πρωτοφανής στην 90χρονη ιστορία της τουρκικής δημοκρατίας». Ο Ριντβάν Ακάρ ελπίζει αυτή να είναι η απαρχή μιας περιόδου όπου οι μειονότητες θα είναι ισότιμοι πολίτες. Οσον αφορά την επαναλειτουργία της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και την ανέγερση τεμένους στην Αθήνα, ο Ριντβάν Ακάρ επιθυμεί από τις κυβερνήσεις των δύο χωρών να καταλάβουν πως οι ανάγκες των ανθρώπων είναι σημαντικότερες από τις συμφωνίες των κρατών. 
ΠΗΓΗ: ΒΗΜΑmagazino 9-2-2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου