Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013


Φιλιώ Χαϊδεμένου, «Τρεις αιώνες μια ζωή»

Το βιβλίο αυτό της Φιλιώς Χαϊδεμένου είναι μια προσωπική ματιά στη ζωή στη Μικρά Ασία, στα Βουρλά πριν την καταστροφή, στην καταστροφή έτσι όπως την έζησε η αφηγήτρια, στον ερχομό και στην ένταξη των προσφύγων στην Ελλάδα. 
Το μεγάλο ενδιαφέρον βρίσκεται στην ειλικρίνεια με την οποία η αφηγήτρια θυμάται και ξαναβλέπει το παρελθόν αλλά και στην τόλμη ν` αναγνωρίζει «αρνητικές» πτυχές της ιστορίας. Σημαντικό ακόμα είναι ότι η ανθρωπιά δεν είναι  κατ` αποκλειστικότητα χαρακτηριστικό των Ελλήνων.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

... Τον Αύγουστο του 1922, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά. Ετοιμάζαμε βέβαια τις σοδειές μας, κάναμε τις δουλειές μας, αλλά τα νέα που έρχονταν ήταν άσχημα. Οι φήμες που κυκλοφορούσαν, οι ειδήσεις που έρχονταν από το μέτωπο, τα πράγματα που ακούγαμε ήταν πολύ δυσοίωνα...

... Όπως σας είπα και παραπάνω, δεν ήταν λίγοι οι αλητήριοι στρατιώτες μας που κατέκλεβαν τους ανθρώπους, κατέστρεφαν τα σπίτια τους ή βίαζαν Τουρκάλες. Αυτά όχι μόνο τα βλέπαμε, αλλά μας τα έλεγαν και άλλοι Έλληνες στρατιώτες. Και βέβαια αυτά γίνονταν με την ανοχή των αξιωματικών τους - των βασιλικών αξιωματικών - που έκαναν τα στραβά μάτια στα αίσχη των αντρών τους. Οι βασιλικοί αξιωματικοί περηφανεύονταν ότι τον πρίγκιπα Ανδρέα τον έλεγαν «Καψοκαλύβα», επειδή δεν άφηνε τουρκικό χωριό που να μην του βάλει φωτιά. Έτσι ήταν τα πράγματα στη Μικρά Ασία εκείνη την εποχή κι εμείς οι Μικρασιάτες ήμασταν αυτοί που το πληρώσαμε με την καταστροφή μας. Εμείς δεν είχαμε κάνει ό,τι μπορούσαμε για να προετοιμάσουμε το έδαφος να έρθουν οι Έλληνες; Γιατί τώρα έπρεπε να ξεπέφτει η Ελλάδα στα μάτια όλων;
Όλα αυτά που σας λέω έγιναν στ` αλήθεια πιστέψτε με. Γι` αυτό οι Τούρκοι, όταν τους δόθηκε η ευκαιρία, δε σεβάστηκαν τίποτα απολύτως- οι περισσότεροι- τουλάχιστον. 

... Αρκετά αργότερα, στον Πειραιά πια, συνάντησα τη θεία μου και τη ρώτησα πώς γλίτωσε απ` τη φωτιά και το μαχαίρι των Τούρκων. Εκείνη μου διηγήθηκε πως μαζί με αρκετούς άλλους είχαν κρυφτεί στο νεκροταφείο στην περιοχή Μπαμπατζάνη, μέσα στα μνήματα! Ναι μέσα στα μνήματα! Μαζί με τις δύο εγγονές της, την Ελένη και τη Θέκλα, άνοιξαν μια ταφόπετρα, μπήκαν μέσα κι έβαλαν το στόμα τους κοντά στον αρμό, για ν` αναπνέουν. Πέντε μέρες έμειναν θαμμένες ζωντανές! Οι Τούρκοι ήρθαν και στο νεκροταφείο, βρήκαν πολλούς χριστιανούς κρυμμένους στους τάφους και τους τουφέκισαν. Κυνήγησαν τις γυναίκες και τους έπαιρναν τα μωρά από τις αγκαλιές, τα έσφαζαν και πετούσαν τα κορμάκια πίσω στις μανάδες τους! Τόση κτηνωδία... Σας έχω πει πως και οι Έλληνες έκαναν μεγάλες βαρβαρότητες. Η απορία μου για το πώς γίνονται οι άνθρωποι δεν αφορά μόνο τους Τούρκους, αφορά κι εμάς. Όλη αυτή η φροντίδα για πλούτο... Όλη αυτή η αδιαφορία για τους γύρω μας... Τόση κακία; Πού είναι η καλοσύνη; Πρέπει να έχουμε λόγο για να είμαστε συμπονετικοί με τους συνανθρώπους μας; «Τα σάβανα δεν έχουν τσέπες», λέει ο λαός. Δεν παίρνουμε μαζί μας τίποτα από τα πλούτη που μαζέψαμε. Μόνο την καλοσύνη της ψυχής μας παίρνουμε. Όσο και να έχω ψάξει μέσα μου , δε βρήκα καμιά απάντηση σ` αυτό το «γιατί». Θα το λέω, όμως, μέχρι να κλείσω τα μάτια μου : «Μην κάνετε θρησκεία σας το χρήμα! Μη γίνεστε άπονοι! Μην αναγκάσετε ποτέ κάποιον να πάθει ό,τι πάθαμε όλοι εμείς στην Καταστροφή!»

... 3 Αυγούστου 1998. Ο νους μου φεύγει ξανά και πηγαίνει σε μέρη που πονάνε , σε μέρη που δε θα ξεχάσω ποτέ. Ο πόνος θα σταματήσει μόνο όταν πεθάνω. Το σώμα μου βρίσκεται εδώ, στο τώρα, αλλά το μυαλό μου συνεχίζει να τριγυρνάει στο τότε, στην αγαπημένη μου πατρίδα, που δεν ξέχασα ούτε για μια στιγμή. Η ζωή μου όλα αυτά τα χρόνια κινείται μόνη της, μηχανικά. Νομίζω ότι όλοι εμείς που διωχτήκαμε, που υποφέραμε, που ξεσπιτωθήκαμε, που αποκτήσαμε βίαια μια νέα πατρίδα, δε θα λησμονήσουμε ποτέ τον τόπο μας, τη Μικρά Ασία. Πάντα θα μας πονάει η θύμησή της, όσα κι αν περάσαμε από τότε, και πάντα το μυαλό μας θα ξαναγυρίζει σ` εκείνα τα χρόνια, στις ρίζες μας. 

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012


ΑΛΗ ΣΑΝΤΙΚ 

[ Απόσπασμα από το βιβλίο της Ευαγγελίας Γ. Γεωργοπούλου
Ο ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ που εκδόθηκε το 1972 από τις εκδόσεις ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ.
Χωριό του νομού Αϊδινίου, απέναντι από τη Σάμο, ήταν ο Γέροντας της Μικράς Ασίας. Τα σπίτια του ήταν χτισμένα γύρω από τα ερείπια του εντυπωσιακού ναού του Διδυμαίου Απόλλωνα, που ήταν το θρησκευτικό κέντρο της Μιλήτου και φημισμένο μαντείο κατά την αρχαιότητα. Τόσο το ελληνικό όνομα του παλιού χωριού Γέροντας, όσο και το τουρκικό της σημερινής πόλης Didim, προέρχονται από το «Εν Διδύμοις Ιερόν» όπως αποκαλούσαν το μεγαλοπρεπή ναό οι Μιλήσιοι. 
       
                                                Κωστής Χατζηφωτεινός  ]

Ένας άνθρωπος βρέθηκε τότε, εκείνες τις ανήσυχες ημέρες, στο Γέροντα. Και ήταν Τούρκος! Ήταν ο νέος διοικητής της περιοχής. Ήταν ο Αλή Σαντίκ εφέντης.
Ο νόμος τον διέταζε να προσχωρήσει σε ενέργειες τρομερές : « Να μας βγάλει όλους από τον τόπο ή να μας σκοτώσει».
Έτσι διέταζε ο Νόμος και ο Αλή Σαντίκ εφέντης έπρεπε να εκτελέσει το Νόμο. Μα πώς; Διάβαζε τη διαταγή ο Αλή Σαντίκ και κρύος ιδρώτας έλουζε το πρόσωπό του. Να διώξει του ανθρώπους από τον τόπο τους;...
Να τους σκοτώσει;... Μ` αυτός δεν είναι πλασμένος από την πάστα των φονιάδων. Αυτός είναι γεννημένος για ν` αγαπά, για να χαρίζει την ελπίδα, για να δίνει τη χαρά... Έπειτα υπάρχει απάνω απ` όλους  ο Θεός, που βλέπει τα πάντα, που δε θέλει να γίνεται το κακό, που αργά αλλά σίγουρα τιμωρεί. Γιατί λοιπόν αυτός θα ενεργήσει αντίθετα από το θέλημά Του; Όχι. Ας διατάζουν οι νόμοι, ας απαιτούν οι ανώτεροι. Αυτός όχι μόνο δε θα βάψει τα χέρια του με αίμα αθώων, αλλά και θα αγωνιστεί, όσο γίνεται, για ν` αποτρέψει και τους άλλους. Δε θ` αφήσει, έτσι αποφασίζει, καθώς σκυφτός από τη συλλογή αγρυπνεί όλη τη νύχτα, να εξευτελιστούν γέροντες, να ατιμασθούν παρθένες, να βουτηχτούν στο αίμα μικρά παιδιά. Γιατί κι αυτός έχει μικρά παιδιά που τ` αγαπάει, γιατί κι αυτός έχει κορίτσι που το καμαρώνει, γιατί είναι άνθρωπος και πρέπει κάποτε να παραδώσει ολοκάθαρη στα χέρια του Θεού την ψυχή του. Αναμετράει την ευθύνη του ο Αλή Σαντίκ εφέντης. Ξέρει πως η παράβαση της διαταγής έχει βαρύτατες επιπτώσεις στη σταδιοδρομία του, πως μπορεί να την πληρώσει με τη ζωή του. 
Μα αυτή η σκέψη δεν τον κάνει διστακτικό . Γιατί ξέρει πως η ζωή δεν έχει καμιά αξία, δεν μπορεί να είναι ήσυχη, όταν συνοδεύεται από τις κατάρες και τα αναθέματα των αθώων. Γι` αυτό παίρνει ηρωικά την απόφασή του. Θα σώσει αυτούς τους ανθρώπους. Όχι μόνο δε θα τους βλάψει , αλλά - όσο μπορεί - θα τους ωφελήσει. Θα τους προστατεύσει από τις χυδαιότητες των διεφθαρμένων, θα τους γλιτώσει από το μαχαίρι του διψασμένου για αίμα τσέτη, από τις διαρπαγές και τις βιαιότητες του ληστή. Θα τους σώσει. Γιατί μόνο έτσι θα σώσει και τον εαυτό του, σώζει τον Αλή Σαντίκ εφέντη. Γιατί ο Αλή Σαντίκ είναι εκείνος που κινδυνεύει, ο Αλή Σαντίκ είναι εκείνος που σπρώχνεται στον αιώνιο αφανισμό από τα άγρια πάθη που υπαγόρευσαν την άνομη διαταγή που κρατάει στα χέρια του. 
Κρατάει λοιπόν στα χέρια του τη μαύρη διαταγή ο Αλή Σαντίκ εφέντης και δεν την εκτελεί. Υποκρίνεται όμως στους δικούς του πως απλώς αναβάλλει την εκτέλεσή της και δίνει και στους δικούς μας, που δεν τα έχουν χαμένα, να καταλάβουν πως δεν πρέπει να κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια, πως πρέπει ν` αντιστέκονται στα λεφούσια των τσέτηδων, που πέφτανε τις νύχτες επάνω στο χωριό διψασμένα για πλιάτσικο και για γυναίκα. Έβγαλε μάλιστα και διαταγή:
«Αν γίνει επίθεση τσέτηδων στο χωριό, οποιαδήποτε ώρα κι αν είναι, να ζητάμε αμέσως βοήθεια».
Η διαταγή τελείωνε με την υπόσχεση πως αμέσως θα έστελνε στρατό ν` αποκαταστήσει την τάξη. 
Και την υπόσχεσή του την τήρησε πέρα για πέρα.

Από τα σχετικά με τη διαταγή επεισόδια πολλοί Γεροντιανοί θυμούνται ακόμα και τώρα το ακόλουθο.


Κάποια νύχτα, που όλοι ήταν κλειδομανταλωμένοι από το φόβο, πλήθος συμμορίτες γυρόφερναν το σπίτι της κυρά Σκάρου, της Κατσκαντάναινας. Ξεγελασμένοι από την απόλυτη ησυχία, νομίζοντας πως δεν υπήρχε ψυχή μέσα ετοιμάζονταν να ξεμακρύνουν, όταν ακούστηκε το κλάμα μωρού παιδιού. Έτσι οι συμμορίτες κατάλαβαν πως δεν ήταν άδειο και χωρίς να χάσουν καιρό όρμησαν απάνω του. 
Ο πρώτος, που με μια κλωτσιά άνοιξε την πόρτα, ρίχτηκε αμέσως στο πεντάμορφο κορίτσι, που δεν πρόλαβε να κρυφτεί. Μα η κυρά Σκάρου, η μάνα του, μια λεβεντογυναίκα, δεν τάχασε. Με μια δυνατή σπρωξιά τον έφερε στη γη ανάποδα. Ώσπου να καλομπούν οι άλλοι, έφτασε το καρακόλι και ο Αλή Σαντίκ εφέντης, που ενθουσιασμένος από το θέαμα του  ξαπλωμένου αντάρτη, είπε στην κυρά Σκάρου:
- Καλά τον πλήρωσες, για να μάθουν και οι άλλοι να είναι στρατιώτες κι όχι ληστές.


Ολοζώντανη παραμένει στο νου πολλών Γεροντιανών ακόμη και σήμερα η ανάμνηση του αγαθού Αλή Σαντίκ, του προστάτη τους. Μερικοί τον μνημονεύουν και στην προσευχή τους, Πιστεύουν πως έχει τοποθετηθεί «εν χώρα δικαίων», σε μια από τις πιο όμορφες γωνιές της αιώνιας γαλήνης και παρακαλούν το Θεό να δροσίζει το συλλογισμένο μέτωπό του με το μυρωμένο αέρι , που απαλά κατεβαίνει από τις πλαγιές και τα ρουμάνια των Δίδυμων βουνών. 


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το ΑΦΗΓΗΜΑ της Έλλης Αλεξίου 
       «Η ΒΡΥΣΗ του ΜΠΡΑΗΜ-ΜΠΑΜΠΑ»

Χρόνος δεν είχε περάσει από τότε που ξέσπασε στον τόπο η διαταγή να σηκωθούν οι Τούρκοι να περάσουν στην Τουρκία κι οι Ρωμιοί πάλι από κει να περάσουν δώθε. Στην αρχή αρχή κανένας δεν μπορούσε να το πιστέψει  ούτε να το χωνέψει ένα τέτοιο πράμα. Οι εφημερίδες γράφανε και ξαναγράφανε τα καθέκαστα με μεγάλα χτυπητά γράμματα και τις διάβαζαν Τούρκοι και Ρωμιοί μαζί, μαζεμένοι δω και κει, σε γωνιές δρόμων και σε καφενεία. Μα οι εφημερίδες γράφουν ό,τι θέλουν! Γίνονται τέτοια πράγματα; Γίνεται να ξεσηκώσεις ολόκληρο το λαό, να τον βγάλεις από το σπίτι του , να τον ξεριζώσεις από τον τόπο του; Τι `ναι κανένα μπαούλο, να το πάρεις να το μετατοπίσεις; Ξεχωρίζεις, λέγανε, το λάδι από το νερό, μα το γάλα από το νερό δεν ξεχωρίζει, γιατί με τόσα χρόνια συμβίωσης είχανε μπερδευτεί συναμεταξύ τους με λογής δεσμούς, εμπόρια , αγοραπωλησίες, φιλίες, ήτανε σα δύο φυτά διαφορετικά που τα σπέρνεις στην ίδια γλάστρα, και μ` όλο που νιώθουνε να`ναι ξένα, όμως περιπλέκουνε κάτω από τη γης οι ρίζες τους και πάνω από το χώμα τα κλαδιά τους, και άμα τραβήξειςνα ξεριζώσεις το `να , ακολουθά και τ` άλλο.
Τύχαινε να σου ψιθυρίσουν στ` αφτί ακόμα και το πως η τάδε Τουρκοπούλα αγαπάει τον τάδε Ρωμιό.
Ο Μπραήμ -μπαμπάς δεν έδειχνε πως σκοπεύει να φύγει. Ούτε ξεπουλούσε ούτε βιαζότανε. Κάθε που έφταναν τα τούρκικα καράβια και γέμιζαν λαό, κατέβαινε και αυτός στο λιμάνι, μαζί με τους Ρωμιούς, και παρακολουθούσε σα θεατής. Σαν να μην ήτανε δική του τούτη η υπόθεση. 
Τούτη η υπόθεση όμως είχε διορίες και οι διορίες τελειώνανε σήμερα αύριο. Τότες πια ο Μπραήμ -μπαμπάς σηκώθηκε και πήγε στον Μητροπολίτη. Είχε κρεμάσει τις ελπίδες του ,κι ήτανε ήσυχος. Σα` δω πια κι από δω πως δε γίνεται τίποτα - έτσι θα το` χε πει από μέσα του - , θα χριστιανέψω. 
« Εγώ, εφέντη μου», είπε στον Μητροπολίτη, «δεν μπορώ να φύγω, δε θέλω να φύγω! Γίνομαι καλύτερα χριστιανός».
«Καταλαβαίνω», του ` πε κι ο Μητροπολίτης, « μόνο που μας έχει απαγορευτεί να εκχριστιανίζουμε τους ανταλλάξιμους. Τι να σου κάμω; Ήρθε κι άλλος ένας με τον ίδιο σκοπό».
«Τούρκικα δεν ξέρω. Είμαι γέρος ολομόναχος - η χανούμη μου δε λογαριάζεται πια, ένα κουβάρι είναι στην άκρη του καναπέ. Πού να πάω; Είδες του λόγου σου , εφέντη μου, κανέναν άνθρωπο να πιάσουνε να του ξεριζώσουνε την καρδιά του κι ύστερα να του πούνε σήκω περπάτα; Έτσι πασκίζουνε να μου το κάνουνε».
Την τελευταία μέρα, ο Μπραήμ -μπαμπάς δεν είχε πια τη δύναμη να κρατηθεί , καλά είχε βαστάξει ως την ώρα, μα τώρα πια είχε αφήσει λεύτερη την καρδιά του. Βγήκε στους δρόμους κι έκλαιγε φωναχτά σα μωρό παιδί - είχε ξεχειλίσει. Έπαιρνε στη σειρά τα μαγαζιά, και ρώταγε έναν έναν τους Ρωμιούς, και ζητούσε κλαίοντας , μιαν απόκριση:
« Έχεις, αδέρφι, κανένα παράπονο από λόγου μου; Σού` καμα κανένα κακό»;
«Τι κακό να κάμεις μπέη μου; Εσύ ήσουνα σαν άγιος στον τόπο...»
Και πάλι ξαναρώταγε παρακάτω : « Μήπως, αφεντικά, έβλαψα κανένα σας χωρίς να το καταλάβω; Δίχως να το θέλω»;
Τι να του πουν;
«Αφού δεν έχομε έχθρητα συναμεταξύ μας, αφού σας θέλομε και μας θέλετε, γιατί δεν κάνετε χαρτί να στείλετε, να μείνω το ελάχιστο εγώ στον τόπο, που είμαι γέρος και δεν έχω πού να πάω; Εμείς δεν έχομε το ελεύθερο να ξεθάβουμε τον άνθρωπό μας, δεν το επιτρέπει η θρησκεία μας, σαν ελόγου σας, για να παίρναμε μαζί μας του λιγόχρονου τα κόκαλα!»
Τίποτα δεν πέτυχε με αυτά ο γέρο- Μπραήμ. Ανέβηκε στα πλοία, έστω και από τους τελευταίους...

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012





Γιώργος Σεφέρης

 Ο Σεφέρης υπήρξε πρόσφυγας. Ο Σεφέρης έχασε τη πατρίδα του. Και ποτέ δεν γιατρεύτηκε ο πόνος αυτής της απώλειας. 
Γράφει...

«Όπως, αν τύχει 

και μπεις μια νύχτα
 στην πολιτεία που σ’ ανάθρεψε
 κι έπειτα συθέμελη τη χάλασαν και την ξαναχτίσαν 
και παλεύεις να μετακινήσεις άλλους καιρούς
για να ξαναβρεθείς» 

«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να ναι τα χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ο κυνηγὸς βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιὰ κάποτε δεν τα βρίσκει- το κυνήγι
ήταν καλὸ στα χρόνια μου, πήραν πολλοὺς τα σκάγια-
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.
Μή μου μιλάς για τ᾿ αηδόνι μήτε για τὸν κορυδαλλὸ
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
Που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της-
δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα απὸ σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.»


...Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου
   τη σκέψη
του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτὸς πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
Ίσως και να θελε να μείνει βασιλιὰς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανεὶς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν᾿ ακούει τα τουμπελέκια κάτω ἀπ᾿ το δέντρο του μπαμπού,
καθὼς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ο τόπος που τὸν  πελεκούν και που τον καίνε σαν
    το πεύκο, και τον  βλέπεις
είτε στο σκοτεινὸ βαγόνι, χωρὶς νερό, σπασμένα τζάμια,
   νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θὰ βουλιάξει καθὼς το δεί-
    χνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλὸ και δεν αλλάζουν
ετοῦτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτὰ καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν-
ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας
λεύγες καὶ λεύγες-
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.
Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολὲς
είναι γιατὶ τ᾿ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατὶ είναι ζωντανὴ
γιατὶ είναι αμίλητη και προχωράει-
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος...