Παρασκευή 3 Μαΐου 2013


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου
" ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ"

Αρχίσαμε να βαδίζουμε πιασμένοι απ΄ το χέρι , κοντά ο ένας στον άλλον, χαμένοι, μουδιασμένοι, δισταχτικοί, σαν να ΄μαστε τυφλοί και δεν ξέρουμε που θα μας φέρει το κάθε βήμα που αποτολμούσαμε. Γυρεύαμε ξενοδοχείο στο λιμάνι για ν΄ ακουμπήσουμε και να περιμένουμε τους δικούς μας. Όπου όμως κι αν ρωτούσαμε, παίρναμε την ίδια στερεότυπη απόκριση:
-Απ΄ τη Σμύρνη έρχεστε; Δε δεχόμαστε πρόσφυγες.
-Μα θα σας πληρώσουμε καλά, άνθρωποι του Θεού, έλεγε η θεία Ερμιόνη.
Εκείνοι επέμεναν στην άρνησή τους:
-Φοβόμαστε τις επιτάξεις . Δε μάθατε λοιπόν πως στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στη Σάμο έφτασε προσφυγολόι, κι επιτάξανε όλα τα σχολεία, τα ξενοδοχεία, τα πάντα;
-Τι θέλαμε, τι γυρεύαμε μεις να ΄ρθούμε σε τούτον τον αφιλόξενο τόπο, έλεγε η κυρία Ελβίρα. Τι θέλαμε και τι γυρεύαμε να χωριστούμε από τους άνδρες μας!
Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε.
Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ΄ άλλο και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, το λιμάνι οι εκκλησιές, τα σχολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι .
Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ΄ την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δένδρα και στα χωράφια το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν να φεύγουν κυνηγημένοι απ΄ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί  τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ΄ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της  Σαλονίκης, της Καβάλας του Βόλου, της Πάτρας.
Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπαρκάρανε στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!» Που να ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; τι να ξεχάσουν; τι να πράξουν; που να δουλέψουν; πώς να ζήσουν;
Τρέμαν ακόμα απ΄ το φόβο. Τα μάτια τους  ήταν κόκκινα απ΄ το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της.  Μ΄ αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές….
Κι είπαν : περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως  όπως , κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα σαν το ψωμί το νερό και τ΄ αλάτι.
Τόσοι ήταν, ενάμισι  εκατομμύριο ρωμιοί μικρασιάτες, που στριφογύριζαν τώρα στο καύκαλο της Ελλάδας, σαν περιπλανώμενοι ιουδαίοι διωγμένοι από τη γη της Χαναάν. Χωρίς  πατρίδα χωρίς δουλειά χωρίς σπίτι. Και μόλις χτες να θυμάσαι πως ήσουνα νοικοκύρης.
Ψάχναν για τον αίτιο , αναθεμάτιζαν τον ουρανό, τη γης ,τον Κεμάλ το Βενιζέλο τον Κωνσταντίνο, την Αντάντ, τον πόλεμο. Μα πριν  απ΄ όλα τον ύπουλο τον Άγγλο ,τον υπολογιστή ,το διπλοπρόσωπο, το σφετεριστή που έκανε μπίζνες και αυτοκρατορική πολιτική με το αίμα και τη δυστυχία ενός λαού….

[ Η ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ τιμήθηκε με το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί, το 1983.Το 2001 η Εταιρεία Συγγραφέων καθιέρωσε προς τιμήν της το βραβείο "Διδώ Σωτηρίου", το οποίο απονέμεται "σε ξένο ή Έλληνα συγγραφέα που με τη γραφή του αναδεικνύει την επικοινωνία των λαών και των πολιτισμών μέσα από την πολιτισμική διαφορετικότητα". Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Επιτροπής για την ελληνοτουρκική φιλία ].






Πέμπτη 2 Μαΐου 2013


... Είναι ψυχές που έχουνε
γαλάζια αστέρια,
μαραμένα πρωινά
ανάμεσα στου χρόνου τα φύλλα,
και κόχες αγνές
που φυλάνε μια παλιά
μουσική νοσταλγίας
κι ονείρων...

Φρεντερίκο Γκαρσία Λόρκα

Αυτοί οι στίχοι έρχονται στο νου , όταν αναπολούμε  ένα πρωινό του Απρίλη στα Αλάτσατα της Τουρκίας όπου συναντήσαμε τον Τζαζίμ με καταγωγή από την Κρήτη  να μιλαέι άπταιστα ελληνικά.Τη ζεστασιά, την απλότητα , τη   φιλόξενη παρουσία του στην Παναγία την Αλατσατιανή αλλά κυρίως τις μαντινάδες του  κουβαλήσαμε στις αποσκευές μας πίσω στην Ελλάδα.


 







Φωτογραφίες από τα Αλάτσατα


Αποσπάσματα από το βιβλίο της Σωτηρίας Μαραγκοζάκη
«Ο ΥΠΑΤΟΣ της ΣΜΥΡΝΗΣ»

Ο «κύριος Αμετάκης» ( Τουρκοκρητικός προσωπικός φρουρός του Αριστείδη Στεργιάδη ) , όπως τον αποκαλούσε ο εξοχώτατος , δεν δυσκολεύτηκε να βρει τον καφενέ του Μουσταφά Καραγκιουλάκη. 
Κι εκείνος ο μπεσαλής Χανιώτης, ομορφάντρας ακόμα παρά τα πρώτα γεράματα, λεβεντάνθρωπος, με το ωραίο στριφτό μουστάκι, μόλις αγρίκησε τον σύντεκνο από την πατρίδα, πάτησε γερά στα δύο του πόδια και άνοιξε διάπλατα τις μακριές του χέρες να τον υποδεχτεί. 
«Χος γκελντινίζ, σύντεκνε Αμέτη. Καλωσόρισες. Είντα κάνεις;»
«Καλώς σε βρήκα. Χος μπολντούκ, σύντεκνε Μουσταφά. Μέρχαμπα. Τι χαμπάρια;»
...
«Πώς από τούτα δω τα μέρη, τα μέρη μας τώρα πια, σύντακνε Αμέτ;» τον ρώτησε παπαρίζοντάς τον στην πλάτη.
«Όλα με τη σειρά τους θα σ`τα είπω, Μουσταφά. Να κάτσω πρώτα επαέ. Αγάλι αγάλι. Και φέρε να χαρείς, ένα κανάτι με νερό να ξαποστάσω. Απόκαμα στην ανηφόρα.»
Ο καφετζής χάθηκε πίσω από ένα ξεθωριασμένο παραβάν κι εμφανίστηκε με το νερό , μια γαβάθα τσακιστές ελιές κι ένα κομμάτι ψωμί. Όσο ο άλλος έπινε κι έτρωγε, ξεκρέμασε το βιολί από τον αντικρινό τοίχο κι έπιασε το δοξάρι. Ο Μουσταφάς Καραγκιουλάκης, από τα Καλλεργιανά Κισάμου, ήταν από τους πιο γνωστούς Χανιώτες Τουρκοκρητικούς μουσικούς. Στην Κρήτη η μουσική των υπόδουλων χριστιανών τον είχε κατακτήσει. Μερακλής. Έπαιζε το βιολί του και τραγουδούσε γλυκά σε κάθε χαρά. Δεν έκανε διάκριση σε χριστιανούς και Τούρκους. Σκορπούσε τη γλυκάδα του δοξαριού του σε οντάδες και σε κατώγια και των δύο φυλών. Έτσι  , με μια μουσική μονοκοντυλιά έσβηναν τα μίση, σιγούσαν τα πάθη. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα διασκέδαζαν μαζί χριστιανοί και Τούρκοι.
Ήταν πλούσιος. Είχε σαράντα μαζώχτρες και πολλούς μετοχάρηδες στα σπαρτά του και στ` ανοιχτά χωράφια του. Οθωμανός από πάππου προς πάππου αλλά αφανάτιστος. Γι` αυτό είχε παραχωρήσει μεγάλο κομμάτι από το χωράφι του για να επεκταθεί ο περίβολος της εκκλησίας του χωριού. Ήταν κοντά το αλώνι του και , έτσι όπως λίχνιζαν τα άχυρα, έμπαιναν στον χριστιανικό ναό. Μετέφερε λοιπ[όν αλλού το αλώνι και χάρισε στον άγιο το μεγαλύτερο μέρος από το χωράφι του. Κάποιοι τότε είπαν πως φανερώθηκε στον ύπνο του ο Αϊ Γιώργης, τον έδειρε, τον λόγχισε, γι αυτό φάνηκε γενναιόδωρος, αμά δεν τον ήξεραν καλά. 
Με τις κρητικές επαναστάσεις κρύφτηκε κι αυτός με άλλους ομοεθνείς του στα κάστρα. Μετά είδε κι απόειδε, το πήρε απόφαση. Πήρε των ομματιών του για το Καστέλι στην αρχή, για τα Χανιά κατόπιν, για τη Σμύρνη στη συνέχεια. Τι κι αν ήταν μέγας και τρανός στα μέρη του κάποτε; Τι κι αν είχε κτήματα, χωράφια, αλώνια, μετοχάρηδες, σαράντα μαζώχτρες; Τι κι αν ήταν σαϊτιές μες την καρδιά οι δοξαριές του; Τι κι αν ήξερε τον Ρωτόκριτο απόξω και τον τραγουδούσε με μισόκλειστα τα μάτια; Όπως τώρα, που για μια στιγμή σιγομουρμούρισε:

Σαν τραγουδήσω και να πω τον πόνο που με κρίνει 
Μου φαίνεται πως είν`νερό και τη φωτιά μου σβήνει.
...
Του τα είπε με μια ανάσα ο Μουσταφάς , ο αγαθός καφετζής, που πίστευε πως οι αλληλοδιαχωρισμοί και οι φανατισμοί τίποτα καλό δεν προμηνύουν ποτέ. «Τα καυτά λόγια καίνε πόλεις και χωριά και καταστρέφουν μιλέτια ίσαμε να πεις μια μαντινάδα» , έλεγε με τον δικό του τρόπο. 
...
Μιλούσε ώρα πολλή ο Μουσταφάς, πότε ψιθυριστά και πότε βροντερά, αλλά έφτασε ένα νεύμα του Αμέτ και ξεκρέμασε τη φωνή απ` τα ύψη , τη χαμήλωσε, τη μέρωσε. Δεν ήταν αυτός φανατικός, δεν έβαζε φερετζέ στο νου του. Ήθελε να έχει ξάστερο μυαλό κι ανάλαφρη καρδιά, να αφουγκράζεται, να γρικάει τα πάθη, τους καημούς, τους φόβους των ανθρώπων. Δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους σε μιλέτια. 
Τι τον ένοιαζε αυτόν σε ποιο Θεό πίστευε ο διπλανός του;
...
«Εγώ ,μπρε, τώρα είμαι Σμυρνιός, μα Κρητικός για πάντα. Από τότενες που ήρθα ,ρίζωσα εδώ. Τ` ακούς; Οθωμανός είμαι , αμά την Κρήτη φυλαχτό στην καρδιά μου» . Κι αυτό λέγω σ` όσους απ` αυτούς μπορούν να μ` ακούσουν, γιατί μερικοί έχουν κάτι δίκοπες κάμες,  ο Αϊ - Γιώργης να φυλάει! Τα λέω βέβαια, μα μέσα μου με καίει κι αναρωτιέμαι κι εγώ ο ίδιος κάθε μέρα: ρωμαίικα κρένω, τον Αλλάχ δοξάζω, από την Κρήτη κρατάει η ρίζα μου, στη Σμύρνη ήρθα και άραξα. Για πες μου, το λοιπόν, τι είμαι; Κι άλλες φορές, πάλι, λέω : τι σημασία έχει... Φτάνει που είμαι άνθρωπος».
...
«Βάι, ανεσίκα μ`, βάι, πότε θα καταλάβουν οι άνθρωποι, πότε θε να  φιλιώσουν οι λαοί; Πότε, μαθές , θα δώσουνε τα χέρια μωαμεθανοί και χριστιανοί, Ρωμιοί και Τούρκοι, που βύζαξαν από την ίδια μάνα, την Ανατολή, και θα σβηστούν οι έχθρες; Πότε , μαθές , θα καταλάβουν πως η γη που έχει σύνορα ποτέ της δεν καρπίζει; Αχ Ανα-ντολού Αν- ντολού, « μια αγκαλιά από μάνες» σημαίνει το όνομά σου, κι όμως αυτές αντί να φιλιώνουν μεταξύ τους , να ειρηνεύουν τους γιους και τους άντρες τους, σπέρνουν το φόβο και θερίζουν μίσος. Καλά λέγανε οι παλιοί ο κόσμος ντροπή δεν έχει, συμφέρον έχει. Αλλά και όποιος κλαίει για τον κόσμο στο τέλος μένει δίχως μάτια».

Ο ΥΠΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013



Προσφυγικός Μονόλογος  
της Άννας Ιωαννίδου

Ανασκαλεύω την ιστορία στον χρόνο.
Εγκλωβισμένος σε μία ζωή  που αποφάσισαν «άλλοι».
Η προσφυγιά  ένα αταίριαστο ρούχο.
Η  θύμησή μου χαραγμένη ανεξίτηλα σ’ ένα μισοτελειωμένο καμβά…
Αναρωτιέμαι.  Άφησα οριστικά τα ίχνη μου;
Φυγή χωρίς επιστροφή;

Ανίερες οι συμμαχίες των «δυνατών».
Έγινα  πιόνι, έρμαιο  στα  εξουσιαστικά παιχνίδια τους.
«Επιτεύγματα»  μίσους  κι  αιματοχυσίας
στον  Πόντο , στην Μικρά Ασία ,στην Βιθυνία
στην Καππαδοκία, στη Θράκη.

Ο  αέρας βαρύς , πένθιμος  ραπίζει σκληρά το πρόσωπό μου.
Τρέχω πανικόβλητος  σ’ ένα «ταξίδι» σωτηρίας,
«ταξίδι» εγκατάλειψης
με μια εικόνα στο χέρι μου.
Τρέμω… Πρέπει να  φυλάξω την πατρογονική  παρακαταθήκη.

Φωνές απειλητικές  κραυγάζουν στον εφιάλτη μου:
«Φύγε»! «Τώρα»!
Αμείλικτο , αιώνιο  το  δίλημμα
ένα δίλημμα  ζωής-θανάτου:
Ν’αρνηθώ να εγκαταλείψω
την μυρωμένη αγκαλιά της γενέθλιας γης μου;
Αλλά τότε θ΄ αντικρίσω
την βία, την φωτιά ,τον θάνατο.
Ή  μήπως να φύγω για μια ζωή λαθρεπιβάτη;
Σώμα, πνεύμα ακρωτηριασμένο.
Η άδεια μου ψυχή σ’ έναν εικονικό τάφο…

Η προσφυγική μου οδύσσεια.
Ψηφίδες  αγάπης,
ψηφίδες  διδαχής,
στιγμές ελληνικές  οι ρίζες μου, επιγραφές  ορθοδοξίας.
Η αλήθεια στην αφήγησή μου πολύτιμη κληρονομιά.

Μύρο  λυτρωτικό  η  αναπόληση
Οι ίσκιοι μου χαμένοι στους χρυσούς αιώνες
σ’ ένα αθάνατο μεγαλείο πολιτισμού.
Κι εγώ να προσκυνώ το αιώνιο και το άφθαρτο,
την πεμπτουσία του ελληνισμού.

από το mikrasiatis.gr

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

ΠΛΑΤΑΝΙ [ ΚΕΡΜΕΝΤΕΣ ] στην ΚΩ


ΤΟ ΧΩΡΙΟ της ΑΡΜΟΝΙΚΗΣ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ 
και ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ

Άντεξε στο χρόνο και συνεχίζει να μαγεύει τους επισκέπτες


Ένα εβραϊκό νεκροταφείο, ένα μουσουλμανικό, μια χριστιανική εκκλησία, ένα τζαμί και τα σπιτάκια των κατοίκων, συνθέτουν το σκηνικό στο γραφικό χωριό Πλατάνι δίπλα στην πόλη της Κω, λίγο πριν τον αρχαιολογικό χώρο του Ασκληπιείου. Είναι το χωριό, όπου διαμένουν οι περισσότεροι από τους 1.500 μουσουλμάνους όλου του νησιού και αποτελεί μικρογραφία της πολυμορφίας και της αρμονικής συνύπαρξης ανθρώπων και πολιτισμών, που άντεξε στα χρόνια και συνεχίζει να προσκαλεί και να μαγεύει τους επισκέπτες της Κω.

Οι μικτοί γάμοι είναι συνηθισμένο φαινόμενο στο Πλατάνι, όπως, άλλωστε, και οι κοινές συντροφιές. Ο πρόεδρος του Συλλόγου Μουσουλμάνων Κω «Η αδελφότης», Μασλούμ Παϊζάνογλου, αδερφικός φίλος μουσουλμάνων και χριστιανών, επισημαίνει πως χορευτικά και μουσικά σχήματα από τον Σύλλογο με αιγαιοπελαγίτικους χορούς παίρνουν μέρος στα «Ιπποκράτεια», ενώ στην πόλη της Κω τουρκόφωνοι και ελληνόφωνοι συνυπάρχουν πλάι πλάι με τα εμπορικά τους καταστήματα και τους καφενέδες. «Ο πολιτισμός είναι πλούτος σε μια χώρα» λέει ο κ. Παϊζάνογλου και συμπληρώνει πως σε τούτο τον τόπο από παλιά οι μουσουλμάνοι της Κω γιορτάζουν τόσο το Μπαϊράμι, όσο το Πάσχα, παίρνουν μέρος στα πανηγύρια. Όσο δε για τους όρους «ρατσισμός» και «διακρίσεις» δεν υπάρχουν στο δικό τους λεξιλόγιο.

Οι τουρκόφωνοι, μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, Έλληνες υπήκοοι, είναι κατά κύριο λόγο κάτοικοι του νησιού, οι οποίοι δεν συμπεριλήφθηκαν στην ανταλλαγή των πληθυσμών, που επιβλήθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάνης το 1923, καθότι τα Δωδεκάνησα βρίσκονταν τότε υπό ιταλική κατοχή. Το χωριό ονομαζόταν Κερμεντές έως το 1964, όταν οι ελληνικές Αρχές άλλαξαν την ονομασία του σε «Πλατάνι» ακολουθώντας τη μετατροπή των τοπωνυμίων τουρκικής προέλευσης πολλών περιοχών στον ελλαδικό χώρο, που είχε ήδη ξεκινήσει αρκετές δεκαετίες πριν. Το 1971 η δικτατορία έκλεισε τα μικτά σχολεία, όπου οι τουρκόφωνοι παράλληλα με το ελληνικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα διδάσκονταν και τούρκικα. Έκτοτε δεν ξαναλειτούργησαν.

Ο Σερίφ Καραβετζίρ διατηρεί μια από τις παραδοσιακές ταβέρνες στην πλατεία του χωριού. Τα λεχματζούν, άντανα κεμπάπ, ισμίρ κεφτέ ή σουτζουκάκια στα κάρβουνα, μπουρεκάκια μαντί, γιαουρτλού, εκμέκ κανταϊφ, καζάν ντιπί και άλλα πολλά εδέσματα αποτελούν απαραίτητες γαστρονομικές ... εμπειρίες τόσο των τουριστών όσο και των ντόπιων. Ο κ. Καραβετζίρ αναφέρει πως οι σχέσεις μουσουλμάνων και χριστιανών ήταν πάντα εξαιρετικές. Το 1960 που άνοιξε η ταβέρνα, στον τότε Κερμεντέ, κατοικούσαν πολύ λιγότεροι άνθρωποι από ό,τι σήμερα και όλοι σχεδόν ήταν μουσουλμάνοι. Τώρα η αναλογία είναι 50-50. Η αύξηση του πληθυσμού και η αλλαγή της σύνθεσής του οφείλεται κατά κύριο λόγο στους μικτούς γάμους χριστιανών-μουσουλμάνων και δευτερευόντως, στο ότι το Πλατάνι έγινε, στο μεταξύ, τόπος μετεγκατάστασης για άλλους ελληνόφωνους Κώες. «Εξάλλου, αρκετοί μουσουλμάνοι Κώες έφυγαν για την Τουρκία, ενώ ήρθαν ελληνόφωνοι Τουρκοκρητικοί, καθώς και τουρκόφωνοι Μικρασιάτες, Μποντρουμιανοί (Μπόντρουμ = Αλικαρνασσός)» εξηγεί ο κ. Καραβετζίρ.

Τόσο ο κ. Καραβετζίρ, όσο και ο κ. Παϊζάνογλου, όπως και όλοι οι τουρκόφωνοι Κώες έχουν συγγενείς και φίλους στα μικρασιατικά παράλια και επισκέπτονται πολύ συχνά τη γειτονική χώρα. Άλλωστε, το Μπόντρουμ απέχει το πολύ μισή ώρα από το λιμάνι της Κω.

Από τα βασικά αιτήματα των μουσουλμάνων Κώων είναι, σύμφωνα με τον κ. Παϊζάνογλου, η έλλειψη σχολείων. Όπως λέει, στο παρελθόν υπήρξαν διαβεβαιώσεις ότι θα λειτουργήσουν δίγλωσσα σχολεία, αλλά δεν έγινε κάτι τέτοιο. Για την κάλυψη του κενού, ο Σύλλογος Μουσουλμάνων λειτούργησε σχολείο εκμάθησης τουρκικής γλώσσας. «Δεν είναι το ίδιο με το σχολείο, που πηγαίνουν έτσι κι αλλιώς τα παιδιά. Θα μπορούσαν αυτά τα μαθήματα να ενταχθούν στο πρόγραμμα, όπως παλιότερα. Τώρα, έτσι κι αλλιώς, οι μη χριστιανοί, αν το επιθυμούν, βγαίνουν από το μάθημα των θρησκευτικών» αναφέρει ο κ. Παϊζάνογλου.

Από το "Newsbeast". gr / ΕΛΛΑΔΑ  /Tρίτη 2-4-2013




Click image to close
Είσοδος σπιτιού στο χωριό Πλατάνι στην Κω
Πλατανι
Άποψη του γραφικού χωριού Πλατάνι στην Κω

Click image to close
Πέτρινος ανεμόμυλος στο χωριό Πλατάνι στην Κω
Click image to close
Το εβραϊκό νεκροταφείο κοντά στο χωριό Πλατάνι στην Κω
   

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013



"Προσφυγιά" - "Mülteciler"
Γιώργος Νταλάρας

  
                                            


"Σαν τον μετανάστη" - "Kardeşin Duymaz"
Γιώργος Νταλάρας- Ζulfu Livaneli
  
                                             



                                                 Σαν τον μετανάστη στη δική σου γη
                                                 μέρα νύχτα λύνεις δένεις την πληγή
                                                 κι όλα γύρω ξένα κι όλα πετρωμένα
                                                 και δεν ξημερώνει να `ρθει χαραυγή

                                                Στράγγισε η ζωή σου που αιμορραγεί
                                                κάθε ώρα τρόμος πόνος και κραυγή
                                                και σ’ ακούν οι ξένοι κι ο αδερφός σωπαίνει
                                                αχ δεν είναι άλλη πιο βαθιά πληγή

                                                Σύρμα κι άλλο σύρμα και χοντρό γυαλί
                                                μάτωσε ο ήλιος την ανατολή
                                                κλαις κι αναστενάζεις αχ ξενιτιά φωνάζεις
                                                μα η ελπίδα μαύρο κι άπιαστο πουλί

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013


Η Προσφυγιά [ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ]

Ήταν φθινόπωρο του 1922. Τα πρώτα κίτρινα φύλλα είχαν πέσει κιόλας απ` τα δένδρα. Είχαν πέσει επίσης οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές που πότισαν τη διψασμένη γη και το αεράκι που ’ρχονταν απ` τα γύρω βουνά ήταν υγρό και παγωμένο. Παγωμένες όμως και βαριές ήταν και οι καρδιές των ανθρώπων που ήταν έτοιμοι για το μεγάλο ξεκίνημα.
Έμπαιναν και ξαναέμπαιναν στα σπίτια τους να πάρουν κάτι ακόμα απ’ αυτά που θ’ άφηναν πίσω τους: κάποιο αγαπημένο αντικείμενο, κάποιο παλιό κειμήλιο, το εικόνισμα του Χριστού, της Παναγίας ή κάποιου Αγίου που λάτρευσαν τόσα χρόνια οι ίδιοι, οι γονείς και οι παππούδες τους.
Τα μικρά παιδιά που δεν καταλάβαιναν από τέτοια βρίσκονταν ήδη πάνω στα βοϊδάμαξα, κουκουλωμένα με μπατανίες ή κιλίμια. Oι γονείς γύρισαν όλο το σπίτι, κλείδωσαν καλά πόρτες και παράθυρα, μη μπει κανένας κλέφτης, μη φυσήξει αέρας δυνατός και τους τ’ ανοίξει, μη μπούνε τα νερά της βροχής και τους λερώσουν τους τοίχους και τα πράγματα που άφηναν πίσω τους. Θα ξαναγύριζαν τάχα κάποια μέρα κι έπρεπε να μείνουν όλα εκεί, όρθια να τους περιμένουν.
Α ξανανέρτουμ’ να τα νέβρουμ’, έλεγαν. Οι γεροντότεροι έσκυψαν και φίλησαν την ευλογημένη γη που τόσα χρόνια τους χάριζε τους καρπούς της.
Άντε, πάμι, κι ο Θεγιός βοηθός, ακούστηκε η φωνή του αρχηγού.
Ανέβηκαν στα κάρα οι νοικοκυραίοι, τράβηξαν τα σχοινιά των βοδιών τους, τα χτύπησαν απαλά να μην πονέσουν, έτριξαν οι ρόδες των αμαξιών και το καραβάνι ξεκίνησε για το άγνωστο. Όλοι τους έκαναν το σταυρό τους, όταν περνούσαν από την πλατεία μπροστά απ’ την εκκλησιά του Αη Θανάση. Προσευχήθηκαν σιωπηλοί και παγωμένοι. Αποχαιρετούσαν τα ιερά τους και συγχρόνως ζητούσαν τη βοήθειά τους. Είχαν μεγάλη ανάγκη. Ένοιωθαν ανίσχυροι…
Αριστερά στο δρόμο τους το φτωχικό κοιμητήριο του χωριού. Τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι από τα μάτια τους. Αποχαιρετούσαν τώρα και τους προγόνους τους, τους γονείς τους, τ’ αδέλφια τους ή τα παιδιά τους που χάνονταν από τις επιδημίες που σάρωναν εκείνη την εποχή την ανθρωπότητα.
Πιο πέρα είδαν τη σπλούχα, όπως έλεγαν μια σπηλιά που την επισκέπτονταν όταν είχαν κάποιο πόνο, κυρίως πονοκέφαλο. Ήταν θαυματουργή η σπλούχα κι όποιος περνούσε από μέσα τρεις φορές, θεραπεύονταν το κεφάλι του, ο λαιμός του, το αυτί του.
Το χωριό που άφηναν πίσω τους το έλεγαν Κρυόνερο. Ήταν ένα ορεινό χωριό της Ανατολικής Θράκης, κοντά στη Βιζύη, πατρίδα του Βιζυηνού. Το κέντρο του διέσχιζε ένας ξηροπόταμος, που, όταν έβρεχε πολύ, γινόταν ορμητικός χείμαρρος κι έκανε καταστροφές σε σπίτια και χωράφια. Πολλές φορές τα νερά του παρέσυραν ζώα κι ανθρώπους που τύχαινε να βρίσκονται κοντά στην κοίτη του.
Ο ήλιος άρχισε να ρίχνει τις ακτίνες του λαμπερές και καυτές πάνω στο καραβάνι με τους Κρυονερίτες που έφευγαν. Τα βόδια έσερναν τα κάρα και προχωρούσαν αργά αργά, ενώ οι επιβάτες γυρισμένοι προς τα πίσω έβλεπαν για τελευταία φορά το αγαπημένο τους χωριό με τ’ άσπρα σπίτια και τα πανύψηλα δέντρα να χάνεται σιγά σιγά από τα μάτια τους τα βουρκωμένα. Αργότερα έβλεπαν μόνο τις στέγες των σπιτιών και μετά χάθηκαν όλα.
Σε λίγο βρέθηκαν στον κάμπο, έβλεπαν τα χωράφια τους, τη σοδειά τους που δεν πρόλαβαν να μαζέψουν, τη γη που είχαν ποτίσει με ιδρώτα τόσα χρόνια. Έφευγαν βουβοί, αμίλητοι, δακρυσμένοι, χωρίς να ξέρουν πού πάνε πού θα εγκατασταθούν, ποια θα είναι η νέα τους πατρίδα. Έφευγαν όμως με μια ελπίδα στην καρδιά, ότι θα ξαναγύριζαν γρήγορα στον τόπο τους, στο χωριό τους.
Πού α μας πάν’ άραγες; Πού α μείνουμ’ οι αρίσκοι;
Το ταξίδι ήταν ατέλειωτο. Μέρες και νύχτες έρχονταν και έφευγαν κι αυτοί προχωρούσαν. Οι πιο νέοι και δυνατοί χωριανοί περπατούσαν ώρες πολλές σέρνοντας τα ζεμένα ζώα απ’ τα σχοινιά τους. Άλλοι πήγαιναν παρέα κουβεντιάζοντας, γελώντας, σφυρίζοντας ή τραγουδώντας κι ας έκλαιγε μέσα τους η ψυχή τους. Ήθελαν να ενθαρρύνουν τους ηλικιωμένους, τις γυναίκες, τα παιδιά τους. Τα μεσημέρια ξεπέζευαν τα ζώα τους κοντά σε κάποιο ποτάμι ή στη σκιά κάποιων δέντρων. Άνθρωποι και ζώα έπρεπε να φάνε, να πιουν νερό, να ξεκουραστούνε.
Περίπου τριάντα μέρες και τριάντα νύχτες κράτησε εκείνο το μαρτυρικό ταξίδι των γονιών μας που μικρά παιδιά τότε γνώρισαν τον ξεσηκωμό και την προσφυγιά, τον εξευτελισμό και την ταπείνωση. Άλλοι πριν από μένα, μεγάλοι λογοτέχνες, ποιητές και πεζογράφοι, έγραψαν για τα δεινά της εποχής εκείνης, για την καταστροφή, για τον ξερριζωμό των Ελλήνων, όπως τα ’ζησαν οι ίδιοι. Εμείς τ’ ακούσαμε από τους γονείς μας κι απ’ τους παππούδες μας. Τα διαβάσαμε, τα είδαμε στον κινηματογράφο.
Σαν τους Κρυονερίτες και μαζί μ’ αυτούς ταξίδευαν κι άλλοι πολλοί Έλληνες απ’ όλη την Ανατολική Θράκη, από τη Μικρά Ασία, από τα παράλια της Ιωνίας κι από άλλα μέρη που εκτείνονταν μέχρι τον Εύξεινο Πόντο. Όλοι αυτοί έφτασαν κάποτε γυμνοί και τρισάθλιοι σε διάφορες περιοχές της Βορείου Ελλάδος, στη Φλώρινα, στην Κοζάνη, στο Κιλκίς, στη Δράμα, στην Καβάλα, στη Θεσσαλονίκη. Γέμισε ο τόπος πρόσφυγες, Θρακιώτες, Καυκάσιους, Καραμανλήδες και άλλους. Εγώ θ’ ασχοληθώ μόνο με τους Θρακιώτες, που είναι οι πρόγονοί μου.
Όταν οι Κρυονερίτες έφτασαν στην πεδιάδα της Δράμας, όπου είχαν πάρει εντολή να εγκατασταθούν, είδαν τον απέραντο κάμπο που απλωνόταν μπροστά τους και χάρηκαν. Ξεπέζεψαν, το καραβάνι σταμάτησε. Οι γυναίκες κατέβηκαν να ξεμουδιάσουν. Έπλεξαν τα χέρια τους μπροστά στο στήθος τους κι έπιασαν κουβέντα μεταξύ τους. Οι μικρομάνες θήλασαν τα μωρά τους. Τα παιδιά άρχισαν τα τρελά παιχνίδια τους. Οι άντρες συγκεντρώθηκαν να ν’ αποφασίσουν πού ακριβώς θα μείνουν, πού θα χτίσουν το νέο τους χωριό. Κάλεσαν και τους γέροντες, τους πιο έμπειρους, τους πιο μυαλωμένους, να ζητήσουν τη γνώμη τους.
Τι λέτι κι σεις που ξέρ’τι πιο πολλά. Θα είμαστι καλά ιδώ; Θα περάσουμ’ καλά;
Ήρθαν όλοι οι γέροντες, περήφανοι που οι νέοι αναγνώριζαν την αξία τους, την εμπειρία τους, φορώντας τα ποτούρια τους. Αγρότες όλοι από γεννησιμιού τους, ήξεραν να διαλέγουν αυτό που χρειάζονταν, τα χωράφια. Είδαν τον κάμπο που απλωνόταν ανάμεσα σε Δράμα και Καβάλα, στα βόρεια του όρους Παγγαίου. Είδαν την πυκνή βλάστηση, τα νερά, τα δένδρα, κατάλαβαν πως είναι τόπος παραγωγικός, πως θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί δουλεύοντας σκληρά ετούτη τη γη και αποφάσισαν.
Ιδώ α μείνουμ’, είπαν οι γέροντες και χτύπησαν με τα μπαστούνια τους το χώμα. Ιδώ α νέβρουν κι τα ζωντανά χορτάρ’ κι μεις χουράφια να δουλέψουμ’ για να ζήσουμ’.
Έτσι τελείωσε η ταλαιπωρία του ταξιδιού τους. Τα βάσανα του ταξιδιού τους αργότερα τα έκαναν τραγούδι οι Κρυονερίτες και τα τραγούδησαν. Το άκουσα το τραγούδι από τη γιαγιά Φωτή, τη θεία της μάνας μου, που το ’λεγε:
Κούγιε δα Θεγιέ μ’, κι η γης να τ’ απομέξει,
Κούγιε δα Θεγιέ μ’.
Σαββατόβραδο μας διώξαν οι εχθροί μας ’πο τα σπίτια μας,
’πο μέσ” απ’ τις αυλές μας, ’πο τα σπίτια μας.
Το τραγουδούσε η γριούλα η γιαγιά Φωτή και τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι απ’ τα μάτια της!
Εκτός από τους Κρυονερίτες εγκαταστάθηκαν στο Καλαμπάκι και άλλοι Θρακιώτες από την περιοχή Καλφά της Κωνσταντινούπολης, οι Καλφακιώτες, και η γειτονιά τους ονομάστηκε «τα Κωσταντινοπολίτ’κα», καθώς και πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, οι Καραμανλήδες. 
Τα πρώτα χρόνια της συγκατοίκησης στο χωριό υπήρχε ένα μίσος, μια έχθρα μεταξύ των κατοίκων. Οι Θρακιώτες θεωρούσαν τους Καραμανλήδες καθυστερημένους και οι Καραμανλήδες δεν ανέχονταν τους Θρακιώτες. Οι Θρακιώτισσες κοπέλες δεν παντρεύονταν με Καραμανλήδες και οι Καραμανλήδες δεν ήθελαν να παντρευτούν με Θρακιώτισσα. Οι νέοι έτρεφαν μίσος μεταξύ τους. Θυμάμαι ένα βράδυ που είχαν ξημερωθεί στο σπίτι μας οι φίλοι του αδελφού μου, γιατί οι Καραμανλήδες τους έκλεισαν τους δρόμους και τους έστησαν καρτέρι.
Όλα αυτά όμως έχουν ξεπεραστεί τώρα, τα παιδιά και τα εγγόνια των προσφύγων κατοίκων παντρεύτηκαν μεταξύ τους και ενώθηκε το χωριό και οι κάτοικοι. Δεν υπάρχουν τώρα Κρυονερίτες και Καραμανλήδες αλλά μόνον Καλαμπακιώτες. Ζουν όλοι ειρηνικά και αγαπημένα και όλοι μαζί καταβάλλουν φιλότιμες προσπάθειες να κάνουν το χωριό τους όσο γίνεται πιο όμορφο και πιο άνετο. Ήδη το Καλαμπάκι είναι από τα πιο όμορφα χωριά της περιοχής, με ωραία σπίτια, με ωραία πλατεία, με ασφαλτοστρωμένους δρόμους, με Δημόσιες Υπηρεσίες, Δημοτικά Σχολεία, Γυμνάσιο, Λύκειο και όλα τα απαραίτητα.
Μαρτυρία της κ. Φούλας Στράντζαλη


*Η κ. Γαρυφαλλιά Στράντζαλη (στο βαπτιστικό της καταγράφεται το όνομα της γιαγιάς της, Καρυοφυλλιά, ενώ οι συγγενείς και φίλοι τη φωνάζουν Φούλα) γεννήθηκε το 1933 στο Καλαμπάκι από γονείς πρόσφυγες, καταγόμενους από το Κρυόνερο Ανατολικής Θράκης. 

** To Καλαμπάκι είναι κωμόπολη του νομού Δράμας με περίπου 3.110 μόνιμους κατοίκους.
Βρίσκεται 13χμ νότια της Δράμας, πρωτεύουσας του νομού. 
Στην πλειονότητά τους οι κάτοικοί του είναι απόγονοι προσφύγων κυρίως από τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη (κυρίως από το χωριό Κρυόνερο), τον Καλφά της Κωνσταντινουπόλεως γνωστοί και ως Καλφακιώτες και τη Μικρά Ασία (κυρίως από την Καππαδοκία, τουρκόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί, γνωστοί και ως Καραμανλήδες) που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους όταν υπεγράφη η Συνθήκη της Λωζάνης (1923).