Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

ΕΚΔΗΛΩΣΗ με τον κο Κ.ΧΑΤΖΗΦΩΤΕΙΝΟ στο 1ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ





ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ του 1ου ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΧΑΛΑΝΔΡΙΟΥ

Τη Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014 στη Βιβλιοθήκη του σχολείου μας , του 1ου Γυμνασίου Χαλανδρίου, ο κος Κωστής Χατζηφωτεινός, συγγραφέας μεταξύ άλλων και του αγαπημένου μας «Νισάφι πια», μίλησε στους μαθητές της Γ τάξης για το ρατσισμό , τα στερεότυπα, τη διαφορετικότητα και τη στάση μας προς τον «άλλον». Τα παιδιά ευαισθητοποιήθηκαν  και ακολούθησε ένας γόνιμος διάλογος. Ήταν ένα όμορφο και εποικοδομητικό πρωινό. 
Ακολουθεί η ομιλία του συγγραφέα, που έδωσε και το έναυσμα για τη συζήτηση, καθώς και φωτογραφίες από την εκδήλωση.


  Είμαι ευτυχής, θέλω πριν ξεκινήσω να πω, που επισκέπτομαι για δεύτερη φορά το σχολείο που χτίστηκε χάρη στη δωρεά της Σεβαστής Καλλισπέρη, και οφείλω γι’ αυτό να ευχαριστήσω τους καθηγητές σας για την πρόσκλησή τους. 
   Η χώρα μας, όπως σας είναι γνωστό, έχει μια μακραίωνη ιστορία που την κοσμούν πολλά και θαυμαστά κεφάλαια, με κορυφαία σίγουρα εκείνα που αναφέρονται στη λαμπρή περίοδο της αρχαίας Ελλάδας, με τον ασύγκριτο πολιτισμό, την εκπληκτική άνθιση των Γραμμάτων και των Τεχνών και την πρόοδο όλων των επιστημών. Ζηλευτές πνευματικές κατακτήσεις που προκαλούν και σήμερα τον παγκόσμιο θαυμασμό και την δική μας υπερηφάνεια, που θα την έχετε κι εσείς, φαντάζομαι, και θα έχετε ακούσει, σίγουρα, πολλούς γύρω σας να υπερηφανεύονται για τους αρχαίους μας προγόνους. Η υπερηφάνεια αυτή είναι σημαντικός παράγοντας προόδου όταν μας οδηγεί στο να θέλουμε να τους μοιάσουμε και να δημιουργήσουμε κι εμείς ανάλογο πολιτισμό στις μέρες μας. Μπορεί όμως και να μας εκθέσει, όταν είναι μια κούφια προγονολατρία χωρίς αντίκρισμα σ’ αυτό που είμαστε εμείς σήμερα. Και το συναντούμε συχνά αυτό, δυστυχώς. Ένα σχετικό ποίημα λέει:

                               Των αρχαίων, αλλά μόνο των σοφών,
                    κατ’ ευθείαν απόγονοι οι σύγχρονοι Έλληνες
            νοιώθουμε υπερήφανοι που όλοι στον κόσμο για κείνους μιλούν.
                    Και τι που δεν τους διαβάσαμε ακόμη;
                    Ως φυσικοί κληρονόμοι, σε μας καταλήγει
                    (κι ας είμαστε λίγοι)
                    ο παγκόσμιος θαυμασμός!


   Έτσι νομίζουν, πράγματι, αυτοί προς τους οποίους κάνει την κριτική του ο ποιητής. Και δεν είναι λίγοι, δυστυχώς. Η υπερηφάνεια σ’ αυτή την περίπτωση δεν είναι παρά “ένα πουκάμισο αδειανό” που λέει και ο Σεφέρης.
   Οι αρχαίοι μας πρόγονοι πίστευαν στο Δωδεκάθεο, βέβαια, αλλά ήθελα, παρόλα αυτά, να σταθώ σε ένα από τα προσωνύμια του Δία. Το Ξένιος. Ξένιος Ζευς. Εκείνος που προστάτευε τους ξένους, δηλαδή. Ανάλογα ήταν και τα αισθήματα των πιστών. Ο ξένος που κατέφευγε σ’ ένα τόπο, με ειρηνικούς σκοπούς, φυσικά, ήταν ιερό πρόσωπο που έπρεπε να το βοηθήσουν και να του συμπαρασταθούν.
   Στην πόλη Καμάρα της Ανατολικής Κρήτης, την περίοδο του λαμπρού επίσης Μινωικού πολιτισμού, ζούσε ένα ζευγάρι απλών ανθρώπων, ο Απελλάς και η Ρόδα. Από το ρόδο, το τριαντάφυλλο, δηλαδή, το όνομα της γυναίκας. Η ύπαρξή τους έγινε γνωστή σ’ εμάς από το επίγραμμα που βρέθηκε πάνω στην επιτύμβια στήλη του τάφου τους. Ακούστε το σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση, για να μην σας δυσκολέψω με τα αρχαία ελληνικά:

                              Ο Απελλάς του Πάτρωνος
                             και η Ρόδα, η σύζυγός του,
                             κάτω απ’ αυτήν εδώ τη γη κοιμούνται.
                                          Καλή μαζί τους στάθηκε η ζωή
                                          κι υπήρξαν καταδεχτικοί
                                          μ’ όλους τους συμπολίτες
                                          κι αγαπητοί από τους ξένους.
                                          Χαίρε Καμάρα πόλη μας
                                          παντοτινά να ευημερείς
                                          για να χαιρόμαστε κι εμείς,
                                        αν χαίρονται και οι πεθαμένοι… 

   Αυτά είχαν πει να γράψουν στον τάφο τους ο Απελλάς και η Ρόδα. Και ποιες ήταν οι αρετές τους, που τις είχαν σε μεγάλη υπόληψη, και ήθελαν μ’ αυτές να τους θυμούνται οι συμπατριώτες τους; Το ότι «υπήρξαν καταδεχτικοί με όλους τους συμπολίτες τους και αγαπητοί από τους ξένους.»
   Τις αξίες αυτές μας τις διδάσκει και ο χριστιανισμός με εκείνα τα αξεπέραστα «Αγαπάτε αλλήλους» και «Αγαπάτε τους εχθρούς ημών» του Χριστού, που είναι όμως άπιαστο όνειρο ακόμη. Η παγκόσμια ιστορία είναι γεμάτη από ανθρωποκτόνους πολέμους, που συνεχίζονται και σήμερα, δυστυχώς.
   Αλλά και εμείς έχουμε μελανές σελίδες στην ιστορία μας, που εγώ τουλάχιστον, που είμαι οπαδός της ρήσης του Διονυσίου Σολωμού που λέει πως «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθές» δεν συνηθίζω να κρύβω. Εννοώ τις διχόνοιες, τους εμφυλίους πολέμους και τις δικτατορίες που έχει περάσει η πολύπαθη χώρα μας. Με ιδιαίτερη προσοχή και χωρίς πάθος οφείλουμε να στεκόμαστε σ’ αυτά τα γεγονότα και να τα μελετούμε με τη μεγαλύτερη σοβαρότητα και αντικειμενικότητα με σκοπό να διδαχθούμε από τα λάθη των προηγούμενων και να μην τα αφήσουμε να συμβούν και επί των ημερών μας, και επί των δικών σας ημερών. Αυτό σημαίνει αγαπώ την πατρίδα μου και θέλω το καλό της. Αγαπώ την πατρίδα μου, όμως, δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση μισώ την πατρίδα του άλλου.
   Εδώ θέλω να σας διηγηθώ την προσωπική μου ιστορία. Έχω μικρασιατική καταγωγή. Ο παππούς μου, ένας ήσυχος νοικοκύρης που κοίταζε τη δουλειά του και δεν πείραξε κανέναν ποτέ του, αναγκάστηκε ξαφνικά να πάρει την οικογένειά του, να εγκαταλείψει άρον άρον τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε, και να βγει στον απάνθρωπο δρόμο της προσφυγιάς αφήνοντας πίσω το σπίτι του με όλα του τα υπάρχοντα και την αγροτική του περιουσία. Στη Μικρασιατική Καταστροφή, όπως ονομάστηκαν αργότερα τα δραματικά γεγονότα του 1922, έγινε αυτό. Δώδεκα χρονών ήταν ο πατέρας μου τότε. Περιπλανήθηκαν από νησί σε νησί στις Κυκλάδες προσπαθώντας να βρουν ένα φιλόξενο τόπο να μείνουν, αλλά δεν ήταν εύκολο και για την Ελλάδα τότε, που δέχθηκε ένα τεράστιο κύμα ενάμιση εκατομμυρίου προσφύγων από την Μικρά Ασία, πέθανε και η γιαγιά μου στην Ίο, κάνοντας ακόμη πιο τραγική την κατάσταση του παππού μου, που έπρεπε να φροντίσει μόνος τα έξι παιδιά του και να τους βρει τροφή και στέγη, τα κατάφερε κάποτε, όμως, για να μην σας λέω πολλά, και ξαναρίζωσε στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης, όπου και γεννήθηκα εγώ.
   Μεγάλωσα με τις ιστορίες της χαμένης μας πατρίδας, που ήταν για μένα κάτι σαν τον χαμένο παράδεισο των ανθρώπων, έκανα την δική μου οικογένεια στη συνέχεια, και κάποια στιγμή αποφάσισα να επισκεφθώ τη Μικρά Ασία για να γνωρίσω τα θρυλικά για μένα μέρη στα οποία ζούσαν και μεγαλουργούσαν οι πρόγονοί μου. Με επιφυλάξεις και δισταγμούς, πρέπει να ομολογήσω, αφού οι άνθρωποι που θα συναντούσα εκεί ήταν αυτοί που μας νίκησαν στον πόλεμο, οι εχθροί μας, δηλαδή, στα χέρια των οποίων βρισκόταν, εκτός των άλλων, και το σπίτι του πατέρα μου. Οι εμπειρίες μου ήταν τέτοιες όμως, που με έκαναν να επανεξετάσω πολλά πράγματα από τότε. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού του πατέρα μου είναι φίλος μου σήμερα, που με παίρνει στο τηλέφωνο και μου παραπονιέται πως τον ξέχασα, αν καθυστερήσω να πάω και να μείνω στο σπίτι του πατέρα μου, όπως το λέει κι αυτός. Μια πανέμορφη πανσιόν που τη λένε Μέδουσα είναι αυτό το σπίτι τώρα. Με μια δίγλωσση πινακίδα που πληροφορεί τους επισκέπτες του πως βρίσκονται στο σπίτι της Ελληνοτουρκικής Φιλίας, με ένα μικρό μουσείο ενθυμημάτων σε ένα του δωμάτιο, στην κεντρικότερη θέση του οποίου βρίσκεται η φωτογραφία της οικογένειάς μου, και με ένα μεγάλο και καλοφροντισμένο κήπο ολόγυρα, στον οποίο διοργανώνουμε εξαιρετικές μουσικές και λογοτεχνικές βραδιές όποτε πάω. Την πανσιόν αυτή την έχει επισκεφθεί και ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος και έδωσε τις ευχές του στον ιδιοκτήτη του γι’ αυτά που κάνει για την ειρηνική συνύπαρξη και την αγάπη των ανθρώπων.
   Στον Μικρασιατικό Γέροντα, όπως έλεγαν οι δικοί μου το χωριό τους, ή στο Didim, όπως λένε τη σημερινή πόλη των 26.000 κατοίκων οι Τούρκοι, ονομασία που προέρχεται από την ελληνική λέξη δίδυμα, λόγω του εντυπωσιακού μνημείου του Διδυμαίου Απόλλωνα που δεσπόζει στην περιοχή, εγώ είμαι επίτιμος δημότης σήμερα, έπειτα από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης. Και δεν είναι χωρίς σημασία το γεγονός πως είμαι επίτιμος δημότης εκεί απ’ όπου έφυγε κυνηγημένος ο πατέρας μου. Χρειάζεται όμως να ανοίξουν περισσότερο τα μυαλά των ανθρώπων για να συμβαίνουν αυτά. Ο ίδιος δήμαρχος ανακαίνισε και την μικρή εκκλησία της αγίας Σοφίας, που ήταν έτοιμη να καταρρεύσει. Πρόσφυγας κι εκείνος στο Ντιντίμ, ξέρει πως νιώθουμε οι Έλληνες όταν πηγαίνουμε εκεί, και αποφάσισε να την φτιάξει, για να μας ευχαριστήσει και να μας τιμήσει, όπως μου είπε.
   Για όλα αυτά τα σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν από τότε στη ζωή μου, μου διεύρυναν τους ορίζοντές της και μου την έκαναν πλουσιότερη, έγραψα αργότερα το βιβλίο ΝΙΣΑΦΙ ΠΙΑ που αφιέρωσα στην ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων. Δεν είναι της ώρας όμως να πω περισσότερα γι’ αυτό, τα πρόσωπα που περιγράφω και τον θετικό τους ρόλο στη διαμόρφωση των σημερινών μου απόψεων. Με μια αρνητική εμπειρία θα τελειώσω, αντίθετα. Ένα περιστατικό που συνέβη σ’ εμένα και σε ένα Τουρκοκρητικό φίλο που με συνόδευε σε ένα ταξίδι μου στη Σμύρνη.
   Τουρκοκρητικούς λέμε τους μουσουλμάνους Κρητικούς που έφυγαν αναγκαστικά από την Κρήτη και εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία ύστερα από τη συμφωνία ανταλλαγής των πληθυσμών που εφαρμόστηκε μετά το 1922. «Μιλούν θαυμάσια ελληνικά κι έχουν μεγάλη νοσταλγία για το νησί τους» όπως γράφει στο ημερολόγιό του και ο Γιώργος Σεφέρης. Το ίδιο και ο δεύτερης γενιάς Τουρκοκρητικός φίλος μου με τον οποίο πήγα στη Σμύρνη για ένα μαγαζί παραδοσιακών μουσικών οργάνων που ενδιαφερόμουν εγώ. Χαθήκαμε όμως μέσα στα στενά της πολύβουης πόλης και δεν μπορούσαμε να το βρούμε μέχρι που συνάντησε κάποιον γνωστό του ο φίλος μου, ο οποίος και προθυμοποιήθηκε όχι μόνο να μας δείξει πώς να πάμε, αλλά και να μας πάει ο ίδιος στο μαγαζί που ψάχναμε. Είχε, όμως, την ατυχή, όπως αποδείχθηκε, έμπνευση να με συστήσει στο δρόμο στον γνωστό του ο φίλος μου, και άλλαξαν δραματικά τα πράγματα και η φιλική διάθεση του συνοδού μας. Αρνήθηκε το χέρι που του είχα απλώσει, και έφυγε φανερά ενοχλημένος λέγοντας διάφορα, ίσως και βρισιές, που δεν καταλάβαινα. Θιγμένος ο φίλος μου από την αγενή συμπεριφορά του γνωστού του, τον πήρε από πίσω και τον σταμάτησε πιο πέρα ζητώντας να του εξηγήσει τη στάση του. Φανερά στενοχωρημένος επέστρεψε σε μένα. Από ένα χωριό που είχαν κάψει οι Έλληνες στρατιώτες, του είπε πως ήταν, πως δεν είχαν σεβαστεί ούτε τους άμαχους γέρους του χωριού και τους σκότωσαν όλους, ανάμεσα στους οποίους και την ανήμπορη γιαγιά του, που ήταν η καλύτερη γυναίκα του κόσμου…
   Αυτός ήταν ο λόγος που αρνήθηκε να μου δώσει το χέρι του και να με εξυπηρετήσει, όταν άκουσε πως είμαι Έλληνας.
   Μ’ αυτό το περιστατικό επέλεξα να τελειώσω και να ζητήσω την γνώμη σας για το δίκιο ή το άδικο, το δικαιολογημένο ή το αδικαιολόγητο αυτής της συμπεριφοράς. 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου