Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

"ΙΜΑΡΕΤ". ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΛΠΟΥΖΟΥ

ΙΜΑΡΕΤ” , Στη σκιά του ρολογιού.




Ένεκα των στενότατων κοινωνικών σχέσεων αίτινες ανεπτύχθησαν μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών, ούτοι είχον αποβάλει το ύφος του κατακτητού, όπερ συνήθως διακρίνει την κρατούσαν φυλήν”

ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΠΑΓΑΝΕΛΗΣ
ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Η  στρατιωτική κατάληψις Άρτης (1882)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

...Περί τις εξίμισι χιλιάδες ψυχές. Κάθε φυλή κι ένας ξεχωριστός κόσμος, με τους δικούς του κώδικες και κανόνες. Με αντιθέσεις, διαμάχες, έχθρες, διαφωνίες αλλά κι εκείνα τα στοιχεία που αναμφίβολα επιτρέπουν τη συνύπαρξη. Μπλέκονταν οι κόσμοι, έσμιγαν, όμως την ίδια στιγμή το μικρό ή το μεγάλο γεγονός σ’ έφερνε αντιμέτωπο με την ταυτότητα του «άλλου»...

Του Λιόντου
... Αυτή ήταν η Αγνή και ήμουν υπερήφανος που ήμουν γιος της. Όμως εγώ ευτύχησα να έχω και δεύτερη μάνα. Με το που γεννήθηκα, κόπηκε το γάλα της μητέρας μου, και σαν με πρωτοβύζαξε η Σαφιγιέ ( η μητέρα του Νετζίπ )δε δεχόμουν άλλη. Βρήκαν παραμάνες ένα σωρό. Έσφιγγα το στόμα και δε δεχόμουν άλλο βυζί εκτός της Σαφιγιέ. Την ανά ( μάνα ) Σαφιγιέ , όπως τη φώναζα αργότερα. Εκείνη δεν είχε αντίρρηση να με θηλάζει, αν και χρειάστηκε να έρθει σε σύγκρουση με τους ομοφύλούς της και να υποστεί την κριτική τους. Ο αντίλογός της όμως ήταν ισχυρός: “ Ο Λιόντος Θερσίτης έσωσε τον άντρα μου από τη συμμορία του Μπασούτα και ανταποδίδω το καλό στο παιδί του”...
...Μέχρι το Σεπτέμβρη του 1860 την εικόνα του “άλλου” στη φιλία μου με τον Νετζίπ χαρακτήριζαν οι μη κοινές θρησκευτικές εκδηλώσεις. Κάθε Παρασκευή εκείνος με τα αδέλφια του, τον πατέρα του και τον παππού Ισμαήλ πήγαιναν στο τζαμί του Σουλτάν Μπαγιαζίτ έξω από το κάστρο, ενώ εγώ με τη μητέρα μου , κάθε Κυριακή πότε στην Αγία Θεοδώρα και πότε στον Άγιο Νικόλαο. Ο τρόπος και η συχνότητα της προσευχής των μωαμεθανών ( πεντάκις ημερησίως ) μη εξαιρουμένου του Νετζίπ, φανέρωνε πως ανήκουμε σε ξεχωριστούς κόσμους. Επίσης ό,τι είχε να κάνει γενικότερα με τη λατρεία και την πίστη: γιορτές, έθιμα, νηστείες, και το τελετουργικό των εκκλησιών και των μουσουλμανικών τεμενών. Πέραν αυτών, διαφορετικό τόνο έδινε η ενδυμασία και οι λιγοστές τούρκικες λέξεις που χρησιμοποιούσαν, αν και πολλές τις είχαμε εντάξει και στο δικό μας λεξιλόγιο. Οι μωαμεθανοί ακόμα και μεταξύ τους μιλούσαν ελληνικά. Την τουρκική γλώσσα και την αραβική γραφή γνώριζαν μόνο οι κρατικοί υπάλληλοι, οι ιμάμηδες και ελάχιστοι σπουδαγμένοι, ενώ σ`αυτή γράφονταν οι δικαστικές αποφάσεις και τα δημόσια έγγραφα. Η εικόνα του “άλλου” δεν κατάφερε να γίνει εμπόδιο στη φιλία μας ούτε όταν ήρθε ο καιρός του σχολείου και πρόβαλε πολύ πιο καθαρά και έντονα στη σκέψη μας. Τότε που οι δρόμοι μας χώριζαν κάθε πρωί και ξανάσμιγαν για πολύ λιγότερο χρόνο αργά το απόγευμα...

Του Νετζίπ
... Η απόφαση του Λιόντου και της μητέρας του να πουλήσουν το σπίτι με αναστάτωσε. Αυτό το σπίτι το θεωρούσα μέρος της ζωής μου. Ήταν και δικό μου σπίτι. Μπαινόβγαινα απ` τη μέρα που γεννήθηκα και περνούσαμε ώρες ατελείωτες με τον Λιόντο παίζοντας , διαβάζοντας ή συζητώντας. Το`χα συνδέσει με επισκέψεις, ευχάριστες ή δυσάρεστες στιγμές, ήταν το σπίτι του φίλου και αδελφού μου. Ένιωθα σαν να πουλούσαμε το δικό μου σπίτι...
 ...Είχε το χάρισμα της αφήγησης ο παππούς Ισμαήλ, έτσι που και οι πιο απλές ιστορίες να μεγεθύνονται στη σκέψη μας και ν΄ αποκτούν άλλη διάσταση...
... Σαν μ’ ακούν οι μουσουλμάνοι, πικραίνονται και με κακίζουν. Σαν  μ` ακούν οι χριστιανοί, το ίδιο. Γιατί λέω αλήθειες. Και συνήθως στη ζωή είσαι ή με τον έναν, ή με τον άλλο. Να λες τα πράγματα με το όνομά τους δεν αρέσει σε κανέναν...

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το 30ο κεφάλαιο το οποίο αναφέρεται στο θάνατο του παππού Ισμαήλ και στην αναχώρηση της οικογένειας του Νετζίπ από την Άρτα το 1882.

Του Νετζίπ
... Το ρολόι του κάστρου σήμαινε την πρώτη ώρα όταν το πρωί της Δευτέρας ξεκινούσαμε για την Πρέβεζα με άλογα και άμαξες. Τα βαριά έπιπλα τα πούλησα μαζί με το σπίτι και μεταφέραμε τα πλέον απαραίτητα. Κίνηση , φωνές, χλιμιντρίσματα αλόγων και ποδοβολητά σαν σε γάμο. Ένας γάμος αλλιώτικος με δάκρυα και κλάματα. Χωρίς όργανα, γαμπρό και νύφη. Η μάνα μου αγκαλιάστηκε με τη θεία Αγνή και δεν έλεγαν να χωρίσουν. Η Χουλγιά κρατούσε στην αγκαλιά της τον Τζαφέρ κι ο Μουράτ με τη Ραϊσέ έστεκαν πλάι της με τα μάτια τους ολάνοιχτα και απορημένα.
Η θεία Αγνή χάρισε στη μητέρα μου ένα κέντημα με το γεφύρι της Άρτας κι εκείνη της έδωσε ένα άλλο που απεικόνιζε τα δυο σπίτια και δεξιά κι αριστερά όλα τα ονόματα των δυο οικογενειών τα οποία μ` είχε βάλει να γράψω καθαρά στο χαρτί και τα κέντησε βλέποντάς τα.
Ο Λιόντος μού δώρισε ένα δίκοπο μαχαίρι, όπου στην κάθε του πλευρά χάραξε τα ονόματά μας, κι εγώ του ζήτησα να κρατήσει τον Ίναχο.
«Το δώρο δε δωρίζεται»  μου είπε.
«Δε μου πάει η καρδιά να τον πουλήσω» του απάντησα.
Οι αγωγιάτες τράβηξαν μπροστά και πίσω οι άμαξες. Με τη Χουλγιά, τη μάνα μου και τα παιδιά μπήκαμε στο παετόνι. Ο Λιόντος καβάλησε τον Ίναχο κι ακολουθούσε.
Στο νεκροταφείο των μουσουλμάνων σταματήσαμε για λίγο. Ο παππούς Ισμαήλ , η γιαγιά Σελμά, ο πατέρας μου ο Γιασάρ και η Νιλγκιούν θα έμεναν για πάντα στα χώματα όπου γεννήθηκαν, έζησαν και πέθαναν. Και ποιος ξέρει, ίσως μια μέρα οι Ρωμιοί να έκαναν χωράφια το μέρος ή να έκτιζαν σπίτια και καταστήματα πάνω στα μνήματα. Ίσως οι επόμενες γενιές να μη γνώριζαν καν ότι εκεί υπήρχε νεκροταφείο.
Το Τεκέ τζαμί έρημο. Τέτοια ώρα ο μουεζίνης θα διάβαζε την πρωινή προσευχή. Αντί αυτού, ένα σμήνος κουρούνες πέταξαν από την κορυφή του μιναρέ και κάθισαν στον τρούλο της Παρηγορήτριας.
Τραβήξαμε κατά τη γέφυρα. Μετά τον Μπαϊκούση πρωτοάνθιζαν στα δεξιά μας οι πορτοκαλιές και οι λεμονιές και πολλά αγριολούλουδα. Ευωδιαστός, όπως πάντοτε ο Απρίλιος κι η μέρα ηλιόλουστη και ζεστή.
Στην ανατολική όχθη περιπολούσαν οι Έλληνες στρατιώτες και μερικοί κάτοικοι περνούσαν τη σιδερένια πόρτα για να πάνε στο Μαχαλά ή στα κτήματά τους στον κάμπο. Απ` την απέναντι όχθη έφθαναν οι φωνές των οθωμανικών στρατιωτών καθώς άλλαζαν βάρδιες οι σκοποί. Ανάμεσά τους η θρυλική γέφυρα, σύνορο τόπων και ψυχών.
Ο Λιόντος ξεπέζεψε. Κατέβηκα απ` το παετόνι και τον αγκάλιασα.
«Μέχρι εδώ ήταν , φίλε...»του είπα. «Μια μέρα εγώ θα διηγούμαι στα εγγόνια μου για την Άρτα και τον  Λιόντο κι εσύ για τον Νετζίπ».
«Βουνό με βουνό δεν ανταμώνεται» είπε και τα μάτια του βούρκωσαν.
«Νταγ νταγά καβεσμάζ, αντάμ ανταμά καβουσούρ»επανέλαβα στα οθωμανικά, προσθέτοντας ότι « άνθρωπος όμως με άνθρωπο ανταμώνεται», όπως ήταν ολόκληρη η μουσουλμανική παροιμία.
«Ντελή ντολέ!» είπε προσπαθώντας να σπάσει τη θλίψη μας.
«Ντελή ντολέ!» αποκρίθηκα και μπήκα στο παετόνι.
Διασχίσαμε τη γέφυρα. Κάτω ο Άραχθος κυλούσε τα μανιασμένα αλλά καθαρά νερά του. Απ` την απέναντι όχθη έριξα μια τελευταία ματιά προς την Άρτα. Ξεχώριζαν το ρολόι, το κάστρο, τα καμπαναριά, οι μυτερές κορυφές των μιναρέδων, η Παρηγορήτρια, τα μαύρα κυπαρίσσια, οι κεραμοσκεπές των σπιτιών και ψηλά στο ολόγυμνο από δέντρα Πετροβούνι δέσποζε ο στρατώνας με τους τέσσερις πύργους του, όπου πλέον φιλοξενούνταν Έλληνες στρατιώτες.
Έφευγα κι η ψυχή μου έμενε πίσω. Στους λιθόστρωτους στενούς δρόμους με τη λευκή πέτρα, στα πεπαλαιωμένα σπίτια, στους κήπους με τ` αρώματα των λουλουδιών και των πορτοκαλεόδεντρων , στους ράθυμους κατοίκους και σε ό,τι έζησα επί είκοσι οκτώ χρόνια. Έμενε η ψυχή μου στην Άρτα, την οποία οι ξένοι επισκέπτες την ονόμαζαν «τουρκόπολη» και πια δεν είχε απομείνει κανένας μουσουλμάνος , αν εξαιρέσει κανείς τη Σαλιχά , κι αυτή βαφτισμένη χριστιανή.
Στην Πρέβεζα πήραμε το μεγάλο ατμόπλοιο που ερχόταν από τη Μασσαλία και συνέχιζε προς Κωνσταντινούπολη. Από το κατάστρωμα έριξα το βλέμμα μου κατά την Άρτα. Δε φαινόταν πουθενά. Μόνο τα επιβλητικά Τζουμέρκα όρθωναν το ανάστημά τους, σαν να βαστούσαν τον ουρανό. Πλέαμε κοντά στη Λευκάδα κι ακόμη φαίνονταν στο βάθος του ορίζοντα. Μόνο όταν μπήκαν ανάμεσά μας τα βουνά της Λευκάδας χάθηκαν από το βλέμμα μου, κι από κείνη τη στιγμή όλα αφέθηκαν στα μάτια της ψυχής. Όλα έγιναν εικόνες του νου, ανάμνηση, νοσταλγία και κόμπος στο λαιμό.

Με την είσοδό μας στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης ύστερα από επτά ημέρες ταξίδι, η Χουλγιά κόλλησε επάνω μου τρομαγμένη. Τριγύρω εκατοντάδες πλοία, ιστιοφόρα, ατμόπλοια, μπρίκια, γαλέρες, ποστάλια, ταρτάνες, και πίσω η τεράστια πόλη με τα τετρακόσια εβδομήντα τζαμιά και τους μιναρέδες να εξέχουν στους επτά λόφους.
«Πού ήρθαμε Νετζίπ; Πού είναι η πόλη μας;» ψιθύρισε.
«Αυτή είναι πια η πόλη μας» απάντησα και μέσα μου παρακαλούσα να είναι όλα ένα κακό όνειρο.
Ν` ανοίξω ξαφνικά τα μάτια και να βρεθώ στην Άρτα, στο σπίτι μου, στην αυλή μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου