Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

"ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ" , ΝΙΚΟΥ ΘΕΜΕΛΗ


"Οι αλήθειες των άλλων" , μυθιστόρημα του Νίκου Θέμελη

Οι αλήθειες των άλλων


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

Ο Ισμαήλ δεν μπόρεσε να κρύψει την απορία του διακρίνοντας εκεί ένα μικρό εικόνισμα :
 «Η Παναγία;...» ψιθύρισε.
Ο Μεχμέτ * σιώπησε για μια στιγμή. Διστακτικά επανέλαβε χαμηλόφωνα:
«Η Παναγία».
Ξανακλείδωσε προσεκτικά τα δύο φύλλα, έκρυψε το κλειδί στη ζώνη του και χτύπησε φιλικά τον Ισμαήλ στον ώμο, σαν να τον βεβαίωνε γι` αυτό που είχε ακούσει.
Επέστρεψαν σιωπηλοί στο τραπέζι και από τη φόρτιση της αποκάλυψης σχεδόν σωριάστηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο. Απόμειναν να κοιτιούνται με γερμένο το  κεφάλι. Ο Ισμαήλ αναστατωμένος ήθελε να ακούσει όλη την αλήθεια, κυρίως αυτήν που υποπτευόταν, όμως δυσκολευόταν να αποτολμήσει την ερώτηση που είχε στα χείλια. Δεν άντεξε στο τέλος, με βραχνή φωνή, ξεψυχισμένη, του ξέφυγε κλείνοντας όλες τις απορίες του σε μια μόνο λέξη:
«Γκιαούρης;»
«Χριστιανός», διόρθωσε ο Μεχμέτ ανεβάζοντας ήρεμα και σταθερά τη φωνή του.
Ανασηκώθηκαν, στύλωσαν τη μέση τους στην πλάτη της καρέκλας, πήραν απόσταση ακόμη κι από το τραπέζι που βρισκόταν ανάμεσά τους. Ο Ισμαήλ προσπαθούσε να χωνέψει , παραδέρνοντας ανάμεσα στην έκπληξη και στην αμηχανία, πως ο Μεχμέτ δεν πίστευε στον Αλλάχ και στον προφήτη του, ήταν ένας άπιστος, ότι ίσως δεν ήταν καν Τούρκος, ότι απέναντί του στεκόταν κάποιος από τους άγνωστους εχθρούς του. Ο Μεχμέτ αναρωτιόταν μήπως επιπόλαια είχε βάλει σε κίνδυνο όσα είχε καταφέρει με προσπάθειες, αγωνίες και αυτοαπομονώσεις, ζώντας μια άθλια ζωή σαν Τούρκος. Πώς εμπιστεύτηκε έτσι ασυλλόγιστα έναν ξένο, έναν Τούρκο μετά από όσα είχαν ζήσει και υποφέρει. Το ίδιο τον ρωτούσαν οι φωτογραφίες στις οβάλ κορνίζες που κρέμονταν στους τοίχους, αυτών που απουσίαζαν ή είχαν για πάντα φύγει.
Συνέχιζαν οι δυο τους πότε να κοιτάζονται με πλάγιες ματιές, πότε ν` αποφεύγουν ο ένας τον άλλο, να φουμάρουν και να χαζεύουν στο μισοσκότεινο δωμάτιο, να ζυγιάζονται, να κορυφώνουν προς στιγμή την αναμέτρηση σιωπηλά με όσα όπλα τούς έδινε το παρελθόν τους, οι πληγές που κουβαλούσαν, να ξεφυσούν, να ξεθυμαίνουν τραβώντας πάλι καθένας το δικό του μονοπάτι. Ο Ισμαήλ έγειρε ξαφνικά προς το τραπέζι, άρπαξε το καραφάκι και απογέμισε το ποτήρι του με ρακή. Το ύψωσε μουρμουρίζοντας στα τούρκικα δυο ακατάληπτες κουβέντες και κίνησε αποφασιτικά να το αδειάσει , όμως πάνω στην προσπάθειά του πνίγηκε, η ρακή του βγήκε από το στόμα και τη μύτη. Ξέσπασε σε γέλια. Τον ακολούθησε ο Μεχμέτ με μια γερή γουλιά ρακή δίχως να πνιγεί, δίχως να γελάσει.
«Πώς τα τακίμιασες έτσι , τζάνεμ;» ρώτησε ο Ισμαήλ χαμογελώντας, πείθοντας με το ύφος του για το πραγματικό του ενδιαφέρον.
Ο Μεχμέτ αποφάσισε να του πει όλη την αλήθεια. Ένιωθε ξαφνικά αβάσταχτη την ανάγκη να μιλήσει, να ξανοιχτεί και να εμπιστευτεί στον διπλανό του, σε έναν διαφορετικό, κάτι σημαντικό από τον εαυτό του, να πλησιάσει επιτέλους κάποιον. Δεν τον ένοιαζε πια τι θα διακινδύνευε στην προσπάθειά του να γλυκάνει την ψυχή του, να φέρει έστω έναν αλλόθρησκο, έναν Τούρκο για λίγο πιο κοντά του...

* Ο Μεχμέτ είναι στην πραγματικότητα ο Μανόλης Λινός , Έλληνας στο Αϊβαλί.
Ο παππούς του τού έχει εξασφαλίσει τουρκική ταυτότητα και τον κρατά μαζί του στις Κυδωνίες επιθυμώντας να παραμείνει στην πατρίδα του ,αρνούμενος να ακολουθήσει την οικογένεια στη Μυτιλήνη μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών. Όταν πεθαίνει ο παππούς του κάποια στιγμή , ο Μεχμέτ- Μανόλης αποφασίζει κι αυτός να περάσει απέναντι στη Μυτιλήνη, για να βρει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας.

...«Ισμαήλ, ... πρέπει να φύγω... δεν πάει άλλο ... ήρθε η ώρα» , είπε ο Μεχμέτ και στύλωσε την πλάτη του στην καρέκλα.
Ο Ισμαήλ συνοφρυώθηκε, σοβάρεψε απότομα κι ανασηκώθηκε αργά. Στήριξε τα χέρια του κόντρα στην άκρη του τραπεζιού, σαν να ήθελε να πάρει απόσταση από αυτό που δεν περίμενε να ακούσει.
Ακίνητοι, πετρωμένοι, έμειναν να κοιτιούνται σιωπηλοί. Αναμετριόντουσαν και πάλι, όπως στην αρχή της γνωριμίας τους, όταν αποκαλύφθηκε ότι πίστευαν σε διαφορετικό θεό. Ετούτη τη φορά στεκόντουσαν μπροστά σε μια άλλη αλήθεια. Στο πλήρωμα του χρόνου και στον αναπόφευκτο χωρισμό τους. Ο χωρισμός γινόταν ξαφνικά από μακρινή συνέπεια μιας προαποφασισμένης αναχώρησης η δυσβάσταχτη απειλή που από τη μια στιγμή στην άλλη θα έκοβε το νήμα που τους έδενε και ό,τι είχαν κατακτήσει ανάμεσά τους. Αυτό που δεν μπορούσαν ίσως με ακρίβεια να ονοματίσουν ή να εκτιμήσουν, κι ας είχαν μιλήσει τόσες φορές για τη φιλία. Το πραγματικό απόθεμα της έντασης που έκρυβαν μέσα τους, τα κάθε λογής συναισθήματα που το ακολουθούσαν , την αντοχή και τη δύναμη της αμοιβαίας εξάρτησής τους.

... Άφησε ( ο Μεχμέτ ) για το τέλος την επίσκεψη στο κοιμητήριο όπου ήταν θαμμένοι οι δικοί του. Δεν μπόρεσε να εντοπίσει τους τάφους των γονιών του. Χώματα, ταφόπλακες, σταυροί, ένας σωρός δίχως αρχή και τέλος. Μαζί με τόσους άλλους τους είχανε συθέμελα ξεσκάψει για να τους συλήσουν. Αναρωτήθηκε προς στιγμή πώς δεν το είχε προσέξει στην κηδεία του παππού του. Αναζήτησε αναστατωμένος τον τάφο του, τον βρήκε άθικτο, μα μήτε που παρηγορήθηκε μπροστά στο εφιαλτικό θέαμα της βίας και της ασέβειας απέναντι στους νεκρούς που απλώνονταν γύρω. Θυμήθηκε καταπώς έλεγε η γιαγιά την ευσέβεια των μουσουλμάνων για τους νεκρούς και τις τιμές με τις οποίες περιέβαλλαν τη μνήμη τους κι αναλογίστηκε με πικρία το φανατισμό , το μένος που ένιωθαν για τους αλλόθρησκους που μήτε ο θάνατος μπορούσε να μετριάσει. Σίγουρα δεν ήταν έτσι, σίγουρα και οι δικοί του προελαύνοντας προς τον Σαγγάριο δεν ήταν όλοι άγιοι...

Στη Μυτιλήνη

«Είναι και αυτή η συμπεριφορά των ντόπιων που σε αποκαρδιώνει. Ποιος το περίμενε;» πρόσθεσε με πίκρα ο Μανόλης.
Ο Τάσος κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του. Μήτε εκείνος περίμενε μια τέτοια στάση , αν έκρινε από τη συμπεριφορά των Μυτιληνιών απέναντι στους πρόσφυγες του πρώτου διωγμού, όταν λευτερώθηκε η Μυτιλήνη και ξέσπασε ο πόλεμος του `14. Τότε είχαν περάσει στο νησί μέχρι το 1915 ίσαμε 70.000 πρόσφυγες, κι άλλες 50.000 το `16. Θυμόταν πως οι πιο πλούσιοι με τις περιουσίες τους ρίζωσαν αμέσως. Συνολικά σε μια πόλη 12.000 είχαν προστεθεί πάνω από 18.000. Όμως τότε ήταν νωπή η απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, η συμπόνια ανάβλυζε απ` την καρδιά τους. Όπως περίσσευαν και από τις τσέπες τους οι παράδες.
«Γιατί τώρα σάμπως πεινάνε;»
«Η Μυτιλήνη έζησε και μετά την απελευθέρωση για λίγα χρόνια ακόμη την ακμή την ακμή της με τη φορά που είχε πάρει. Με τα νέα σύνορα, τις φασαρίες, άρχισαν αργά αλλά σταθερά να μαραζώνουν οι δουλειές της. Το `22 ήταν το τέλος. Μέσα σε ούτε δέκα χρόνια τα πράγματα έχουν αλλάξει.»
«Και  πάλι δεν μπορώ να καταλάβω αυτήν τη συμπεριφορά, σα να `μαστε εχθροί και ξένοι», συνέχισε ο Μανόλης να βγάζει το παράπονό του κι άναψε τσιγάρο.
«Οι φασαρίες του `22 έχουν μείνει στη μνήμη τους ολοζώντανες κι ακόμη τους φοβίζουν. Οι στρατιώτες του ελληνικού στρατού που άτακτα υποχωρούσαν και κατέφθαναν στο νησί κατά εκατοντάδες - άλλοι μιλούνε για χιλιάδες - , εξαθλιωμένοι και εξαγριωμένοι με την κυβέρνηση, άρχισαν τις λεηλασίες και τις αρπαγές. Έπιασε πανικός τους ντόπιους, έκλεισαν τα μαγαζιά και αμπαρώθηκαν στα σπίτια»...

... Ο Μανόλης ένιωθε βαθιά απογοητευμένος απ` την αφήγηση του Τάσου. Λύγισε με τους αγκώνες πάνω στα γόνατα και το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια. Το μυαλό του αδυνατούσε να το χωρέσει: Έλληνες απέναντι σε Έλληνες . Πόσα βήματα χωρίζουν αυτήν την εχθρότητα από ένα ανομολόγητο, έστω δίχως αίματα, καλά κρυμμένο διωγμό; Τι συνέβαινε σε άλλα μέρη; Η ανταλλαγή θα άλλαζε την Ελλάδα, όμως προς τα πού θα την πήγαινε; Πόσος χρόνος άραγε θα χρειαζόταν για να γεφυρωθούν οι αντιπαλότητες και οι αποστάσεις;...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου