Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων

Αποσπάσματα από το πρώτο μέρος της εργασίας της Ιωάννας Δρίτσα:
«Οι σχέσεις των Ελλήνων και των Τούρκων πριν την απόβαση του ελληνικού στόλου στη Σμύρνη το Μάϊο του 1919».


Το κλίμα για τους μη μωαμεθανικούς πληθυσμούς, όπως προαναφέρθηκε, στις αρχές του 20ου αι. ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Ειδικά για τον ελληνικό πληθυσμό, ο οποίος βρίσκονταν μονίμως στο στόχαστρο της πολιτικής των Νεοτούρκων, που δεν ήταν άλλη από την πολιτική των εθνικών εκκαθαρίσεων. Μαζικές σφαγές, βασανισμοί, ατιμώσεις γυναικών, αρπαγές περιουσιών ήταν φαινόμενα συνηθισμένα που οι Έλληνες όλης της Μ. Ασίας ζούσαν και γνώριζαν καλά. Το χειρότερο όμως απ’ όλα ήταν τα περίφημα Τάγματα Εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού). Σ’ αυτά αναγκάστηκαν να συμμετέχουν άντρες ηλικίας 20-45 ετών, όλοι τους χριστιανοί, με επίσημο σκοπό τη κατασκευή έργων οδοποιίας κυρίως, σε διάφορα μέρη της Τουρκίας. Στα Τάγματα αυτά πέθαναν εκατοντάδες χιλιάδες από τους εργάτες, εφόσον οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πανάθλιες και εξαντλητικές. Όλα τα παραπάνω ήταν μέτρα, που είτε προβλήθηκαν άλλες αφορμές γι’ αυτά, είτε όχι, εφάρμοζε το επίσημο Τουρκικό κράτος, με σκοπό τον αφανισμό του ελληνικού στοιχείου από την Τουρκία.

            Παρ’ όλες τις κακοτυχίες του όμως ο Έλληνας της Μ. Ασίας φαίνεται να αντέχει και να υπομένει την κατάσταση αυτή. Δεν έχει άλλωστε άλλη επιλογή, εφόσον με κάθε τίμημα επιθυμεί να κατοικεί στη γη των προγόνων του και να τους τιμά, τηρώντας τα ίδια ήθη και έθιμα. Μέσα από τους αιώνες της υποδούλωσης, γνώρισε τον κατακτητή του και έμαθε να ζει μ’ αυτόν.

            Οι σχέσεις των δύο λαών, σύμφωνα με το δείγμα των μαρτυριών που μελετήθηκε, είναι πολύ ομαλές. Έλληνες και Τούρκοι ζουν μαζί, στις ίδιες κοινότητες, ίδιες γειτονιές, δουλεύουν μαζί, συνεργάζονται με άψογο τρόπο και απόλυτη αρμονία. Δεν υπάρχει ούτε ένας ο οποίος φέρει διαφορετική άποψη. Σ’ όλες τις συνεντεύξεις ο Τούρκος αναφέρεται συχνά σαν «αδερφός», «φίλος» και «σύντροφος». Πάντα με καλά λόγια έχουν να χαρακτηρίσουν τους ανθρώπους εκείνους που άφησαν πίσω για πάντα μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Οι δεσμοί τους ήταν στενοί και δυνατοί πολλές φορές. Προβλήματα αποφεύγονταν να δημιουργηθούν ή δεν υπήρχαν καθόλου. Ο καθένας κοίταζε τη δουλειά του ξεχωριστά και δεν προσπαθούσε να ανακατευτεί με τις υποθέσεις του άλλου. Συνεπώς τα πράγματα βρίσκονταν στη θέση τους, σε μια – σχεδόν – φυσική τάξη.

            Και οι δύο λαοί διακρίνονταν για τα αισθήματα σεβασμού και φιλοτιμίας που έδειχναν ο ένας στον άλλο. Δεν υπήρχε διάθεση ή πρόθεση κακόβουλη.

            Από την άλλη πλευρά βέβαια, ο Έλληνα δεν ξεχνούσε ότι βρίσκονταν στη θέση του κατακτημένου και του υπόδουλου. Δεν είχε πραγματική ελευθερία. Ζούσε με τα δικαιώματα και τα προνόμια που του παραχωρούσε ο κατακτητής του. Το αντίστοιχο συμβαίνει και με τον Τούρκο, που γνωρίζει ότι είναι ο κατακτητής και ο αφέντης πλέον άλλου έθνους.

            Αυτό σκίαζε τις σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων. Δεν γίνονταν φανερό, υπέβοσκε όμως στις συνειδήσεις όλων και τις δηλητηρίαζε. Η εικόνα του «βάρβαρου και άγριου» Τούρκου συνυπάρχει χωρίς προβλήματα απ’ ότι φαίνεται με την εικόνα του Τούρκου, του φίλου και αδελφού. Το ίδιο ισχύει και για την εικόνα του Έλληνα στη συνείδηση των Τούρκων» … Οι Τούρκοι ήταν βέβαια τα σκυλιά, αλλά οι Τούρκοι για τη Λωξάντρα ήταν μια έννοια πολύ μπερδεμένη. Οι Τούρκοι ήτανε μια μάστιγα της ανθρωπότητας, μια θεομηνία. Σαν να λέγαμε χολέρα, σεισμός […]. Τι σχέση είχανε όμως αυτά τα πράγματα με τον Αλή ή με τον αυγουλά της το Μουσταφά, που όταν έβγαζε καλαγκάθι ερχότανε και της γύρευε αγίασμα απ’ το Μπαλουκλί».1 Την ίδια εικόνα παίρνουμε και μέσα απ’ τα παιδικά χρόνια της Αλίκης Μάγη στο βιβλίο «Μέσα στις φλόγες» της Διδώς Σωτηρίου, καθώς και στο βιβλίο της «Ματωμένα Χώματα».

            Συνεπώς, άλλες φορές πιο τυπικές κι άλλες φορές πιο ένθερμες κι αυθόρμητες, οι σχέσεις των δύο λαών μπορούν να χαρακτηριστούν πολύ καλές. Οι κοινωνικές επαφές ήταν ομαλές, που σπανίως έφταναν σε οριακό σημείο. Συνήθως αυτές οι εμπλοκές και προβλήματα προκαλούνταν από άτομα με εθνικιστικές τάσεις και φανατισμό, τόσο από το ένα μέρος όσο κι από το άλλο. Επίσης σπάνιο φαινόμενο αποτελούσαν οι έρωτες και οι γάμοι μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Πιο συχνά οι Έλληνες επέτρεπαν τον γάμο με άλλες χριστιανικές εθνότητες (π.χ. Αρμενίους, Φράγκους, Ιταλούς κ.τ.λ.) παρά με Τούρκους. Παρ’ όλα αυτά όμως, υπήρχαν φορές που συνέβαινε κι αυτό. Εκτός του ότι αναφέρεται σε ελάχιστες από τις μαρτυρίες που μελετήθηκαν, το συναντάμε και σε λογοτεχνικά βιβλία, όπως στα «Ματωμένα χώματα» που προαναφέρθηκε, και «Το νούμερο» του Η. Βενέζη.

            Τελικά, Έλληνες και Τούρκοι δεν είχαν τίποτε να χωρίσουν σαν λαοί έως ενός σημείου. Είχαν κοινά χαρακτηριστικά και οι δύο, συνεπώς η συμβίωση μεταξύ τους ήταν εφικτή κι όμως ο πολιτικός ανταγωνισμός ανάμεσα στα αντίστοιχα εθνικά του κράτη τους έφεραν σε μια αντίθεση, η οποία από την εποχή των Βαλκανικών πολέμων και μετά, ουσιαστικά ήταν αναπόφευκτη.

    ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ, ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

            Είναι λογικό, μετά από αιώνες κοινής συμβίωσης, οι λαοί να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πολιτιστικά στοιχεία. Μέσα από τις αφηγήσεις των προσφύγων αντλούνται πολλές πληροφορίες πάνω στο θέμα αυτό. Έλληνες και Τούρκοι παρουσίαζαν αρκετές διαφορές. Ας μη ξεχνάμε ότι ανήκαν και οι δύο σε διαφορετική θρησκεία, γεγονός το οποίο τους έφερνε μονίμως αντιμέτωπους. Η ιστορία τους, αν και κοινή από ένα σημείο και μετά, ήταν τελείως διαφορετική. Και ο τρόπος ζωής του καθενός ορίζονταν από τους δύο παραπάνω παράγοντες: θρησκεία και ιστορία. Σύμφωνα μ’ αυτά, ορίζονταν η θέση τους στο χώρο και στο χρόνο, καθώς και ο ρόλος που είχαν να διαδραματίσουν.

            Η μακραίωνη όμως συμβίωση, όπως προαναφέρθηκε, είχε αμβλύνει αρκετές από τις παραπάνω διαφορές, και γεφύρωνε το χάσμα με τον τρόπο της. Με την πάροδο του χρόνου, ο ένας λαός άρχισε να σέβεται τον άλλο. Βάσει των μαρτυριών, οι Τούρκοι προσκυνούσαν τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Όποτε γίνονταν πανηγύρια προς τιμή τους, πήγαιναν και χαιρετούσαν την εικόνα τους. Έπαιρναν αγιασμό και τον φιλούσαν. Τον χρησιμοποιούσαν σαν φάρμακο και το θεωρούσαν ιερό.

            Εντυπωσιακή είναι η ιστορία που διαδίδονταν στην περιοχή της Απολλωνιάδας, και η οποία φαίνεται να είναι αληθινή. Εκεί, οι Τούρκοι κάποτε ξεκίνησαν την κατασκευή ενός τζακιού. Για να το κάνουν αυτό, γκρέμισαν μια από τις τέσσερις εκκλησίες της περιοχής, αφιερωμένη στην Αγία Παρασκευή. Στα θεμέλιά της λοιπόν, προσπαθούσαν να ανεγείρουν το δικό τους κτίσμα. Μόλις όμως αυτό χτίζονταν, αμέσως γκρεμιζόταν. Διαδόθηκε η φήμη ότι έφταιγε η κατεδάφιση της χριστιανικής εκκλησίας. Αποφασίστηκε λοιπόν, να μπει πάνω στον μιναρέ ένα χριστιανικό σημάδι, ένας σταυρός. Έκτοτε το τζαμί δεν ξαναγκρεμίστηκε.

            Τέτοιου είδους αφηγήσεις οι οποίες είτε βασίζονται σε αληθινά γεγονότα είτε όχι, δείχνουν να έχουν μεγάλη απήχηση τόσο σε Έλληνες όσο και σε Τούρκους. Κάτι παρόμοιο αφηγείται η Δέσποινα Καλαϊτζή από τα Λύγδα του Οδεμάσιου.

            Μεγάλες γιορτές, όπως τα Χριστούγεννα και ιδίως το Πάσχα, οι Τούρκοι, παίρνουν μέρος στους εορτασμούς. Η Κατερίνα Αραβανοπούλου – Αγγελίδου μας πληροφορεί ότι το «Πάσχα, τα παιδιά των Τούρκων παίρνανε αρνί …», ενώ ο Γιώργος Βουζουνάρος υποστηρίζει ότι οι Έλληνες πήγαιναν και γιόρταζαν μαζί με τους μωαμεθανούς το ραμαζάνι.

            Τον Άγιο Ιωάννη, οι Τούρκοι στην Ιωνία τον αποκαλούσαν «Ντεντέ», δηλαδή άγιο, γιατί πιστεύανε στα θαύματά του. Οι χριστιανοί εκτός του «Ντεντέ», τον λέγανε «Αποκεφαλιστή». Χιλιάδες Ορθόδοξοι και πολλοί Τούρκοι, από την παραμονή και ανήμερα, πηγαίνανε στη «Χάρη του».

            Εκτός από τις θρησκευτικές εορτές όμως, υπήρχε και η εθνική εορτή των Ελλήνων, στις 25 Μαρτίου. Η γιορτή αυτή είχε βέβαια και το θρησκευτικό της σκέλος (είναι η μέρα του Ευαγγελισμού), κυρίως όμως αντιπροσώπευε την επανάσταση του 1821. Ο ελληνισμός της Μ. Ασίας, είχε βέβαια κι αυτός τον κρυφό πόθο και ελπίδα της απελευθέρωσης, κι όλες του τις προσδοκίες τις εξέφρασε μέσα από τον εορτασμό της ημέρας αυτής. Η κυρία Γεωργία Καλουμένη από τη Σμύρνη αναφέρει τα εξής σχετικά με το θέμα: «… οι Έλληνες είμαστε ορθόδοξοι. Αυτοί είχανε τους Πασάδες κι εμείς έχουμε το βασιλιά μας, καθένας είχε το δικό του». Και οι υπόλοιποι αφηγητές, αναφορικά με το θέμα αυτό, στο ίδιο επίπεδο κυμαίνονται. Υπήρχε ανοχή, και ο εορτασμός της ελληνικής εθνικής γιορτής γίνονταν ουσιαστικά δίχως περιορισμούς.

            Επίσης, μεταξύ των άλλων κοινωνικοθρησκευτικών εκδηλώσεων υπήρχαν και οι γάμοι μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Φαινόμενο εξαιρετικά σπάνια, ήταν δύσκολο έως αδύνατο να πραγματοποιηθεί. Μια τέτοια περίπτωση περιγράφει σε λίγες γραμμές η Χρύσα Γόμπου από τη Σμύρνη. Στο μυθιστόρημα «Ματωμένα Χώματα» περιγράφεται ένας τέτοιος έρωτας, ο οποίος όμως είχε άδοξο τέλος. Το ίδιο συμβαίνει και στο βιβλίο του Η. Βενέζη «Το νούμερο». Αυτοί οι έρωτες και οι γάμοι, έπαιρναν πάντα μεγάλες διαστάσεις, το γεγονός έμενε στην ιστορία και κατέληγε σε μορφή μύθου. Διαδίδονταν εύκολα από στόμα σε στόμα, και τα άτομα που εμπλέκονταν στην ιστορία έπαιρναν μυθικές διαστάσεις.

            Ουσιαστικά, το εμπόδιο για τους γάμους αυτούς, ήταν η πλήρης αντίθεση στις απόψεις των δύο λαών, στο θρησκευτικό τομέα, όπου ο γάμος με αλλόθρησκο ή απαγορεύονταν ρητά, καθώς επίσης και το γεγονός ότι οι σχέσεις των δύο λαών ήταν σχέσεις κατακτητή και κατακτημένου.


            Τέλος, στα λαϊκά παραμύθια της περιοχής της Ιωνίας5 δεν αναφέρεται ποτέ στη θέση του κακού ήρωα ο Τούρκος. Ουσιαστικά δεν υπάρχει και δεν αναφέρεται καθόλου. Ίσως επειδή δεν δόθηκε ουσιαστικά η αφορμή για να γίνει κάτι τέτοιο, ώστε να χρησιμοποιηθεί ο Τούρκος ως φόβητρο στα ελληνικά λαϊκά παραμύθια για παιδιά. Εάν υπήρχε κάτι τέτοιο, θα αναφέρονταν στο λαϊκό παραμύθι, εφόσον μέσα απ’ αυτό εκφράζονταν ο απλός κόσμος και έφερνε στην επιφάνεια τις φοβίες του, τις ελπίδες του και τους πόθους του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου