Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Άρθρο του Αλέξανδρου Μασσαβέτα

   Αναδημοσιεύουμε από την ιστοσελίδα «News Time» www.newstime.gr άρθρο του δημοσιογράφου και συγγραφέα αλλά και ανταποκριτού μέχρι πρότινος της εφημερίδος «Καθημερινή» Αλεξάνδρου Μασσαβέτα που ζει στην Κωνσταντινούπολη εδώ και έξι χρόνια και όπως προκύπτει από τα γραφόμενά του, βλέπει τα πράγματα και ιδιαίτερα τις σχέσεις Τουρκίας και Ελλάδος από μια διαφορετική σκοπιά.

Το άρθρο του κ. Αλ. Μασσαβέτα

            Την εικόνα που έχουν οι Έλληνες για την Τουρκία, διαμορφώνουν φοβικά σύνδρομα και συναισθηματισμοί και κυρίως, η έλλειψη πληροφόρησης. Συζητώντας με τους περισσότερους Έλληνες για τη γειτονική τους χώρα, είναι αναπόφευκτη η διαπίστωση, πως στο μυαλό τους δεν υπάρχει η εικόνα της σημερινής Τουρκίας, αλλά εκείνη μιας χώρας-τέρατος. Μια εικόνα παραμορφωμένη, στον καθρέπτη της ημιμάθειας και του φόβου.
Στην Κωνσταντινούπολη ζω έξι χρόνια. Πέραν του ότι μιλώ απταίστως την τουρκική και διαβάζω καθημερινά ένα αντιπροσωπευτικό φάσμα του τοπικού τύπου, δε ζω σαν ξένος πάροικος. Όπως πολλοί από τους Ελλαδίτες κατοίκους της Πόλης, έχω πλήρως ενταχθεί στην εδώ κοινωνία. Δεν ξέρω γιατί αυτό φαίνεται περίεργο ή «εξωτικό» σε πολλούς Έλληνες αλλά ναι, οι περισσότεροι φίλοι μου, ο εδώ κοινωνικός μου κύκλος, είναι Τούρκοι.
Το γεγονός φαίνεται πως εντυπωσιάζει πολλούς στην Ελλάδα. Εμένα πάλι μου προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι εντυπωσιάζονται. Εάν έλεγα ότι διατηρώ συχνές ερωτικές επαφές με το Σατανά, λιγότερη έκπληξη θα προκαλούσα. Επί έξι χρόνια, όποτε «κατεβαίνω στην Αθήνα», κατά την προσφιλή έκφραση της εδώ ομογένειας και παροικίας, με αφήνει σύξυλο η ίδια ερώτηση. «Παρέα με Τούρκους κάνετε;» Δεν άντεξα μία φορά και απάντησα σε βαρύ και ασήκωτο από τη σοβαροφάνεια συνάδελφο, «Ξέρετε, βασικά κάνω παρέα με Κολομβιανούς. Είναι πάρα πολλοί στην Πόλη». «Αλήθεια; Είναι περισσότεροι από τους ομογενείς μας;» Προφανώς δεν το έπιασε, προφανώς δεν θα το έπιανε...
Είναι αλήθεια ότι οι Τούρκοι φίλοι μου – οι περισσότεροι τουλάχιστον, αλλά σίγουρα όχι όλοι – ανήκουν στην αστική τάξη της Πόλης, της Σμύρνης και της Αγκύρας. Είναι διανοούμενοι, φιλελεύθερων κοινωνικών αντιλήψεων, αντιεθνικιστές και άθεοι ως το κόκαλο. Αν δεν ήταν, εξάλλου, δε θα μπορούσαμε να κάνουμε στενή παρέα ή να αγαπηθούμε – θα χυμούσαμε ο ένας να βγάλει τα μάτια του άλλου με την πρώτη ευκαιρία. Και όχι λόγω της ελληνικής μου καταγωγής, ας σημειωθεί εντόνως, αλλά λόγω των αντιλήψεών μου σε θέματα κοινωνικά.
Η δουλειά μου, από την άλλη, με αναγκάζει να συγχρωτίζομαι με ευρύτατο κύκλο προσώπων. Μου είναι απαραίτητο να διατηρώ επαφές με άτομα που δε χρειάζεται να αγαπήσω, ή που ενδέχεται να αντιπαθώ. Έτσι, βρίσκομαι σε συνεχή επικοινωνία με διπλωματικούς κύκλους και κύκλους του στρατεύματος και της αστυνομίας, επιχειρηματίες, πολιτικά κόμματα, δημοσιογράφους και αναλυτές, αλλά και με μία ομπρέλα οργανώσεων, που συχνά έχουν αντιλήψεις και οπτική εντελώς διαφορετική από αυτή του κύκλου μου.
Προσπαθώντας να ακτινογραφήσω την τουρκική πραγματικότητα, ήρθα σε επαφή με Κούρδους αγρότες, τσιγγάνους των παραγκουπόλεων, δημαγωγούς διαφόρων κομμάτων, οργανώσεις προσκείμενες στο ΡΚΚ, φασιστόμουτρα παντός είδους σε νόμιμες και υπόγειες οργανώσεις, πανεπιστημιακούς, εκπροσώπους των μειονοτήτων, λαθρεμπόρους, τραβεστί ακτιβίστριες, μαφιόζους, ισλαμιστές κήρυκες και άλλους πολλούς, που συναποτελούν το τουρκικό μωσαϊκό. Με αποτέλεσμα, να μη ζω «μέσα σε μία γυάλινη φούσκα» -όπως αρέσκονται να κατηγορούν πολλοί, φυσικά στην Ελλάδα, εμάς τους Έλληνες που μετοικήσαμε στην Πόλη και που εκφράζουμε απόψεις που τους φαίνονται, λέει, «περίεργες». (sic)
Επί έξι χρόνια, λοιπόν, ασχολούμαι με αυτό που με ενδιέφερε εξ αρχής -από τότε που οικειοθελώς μετοίκησα στην Κωνσταντινούπολη – το να γνωρίσω και να αποκρυπρογραφήσω την Πόλη και την Τουρκία. Τα κείμενά μου τα φαντάστηκα πάντοτε ως οδηγό που θα βοηθούσε το μέσο Έλληνα να κατανοήσει το «μεγάλο άγνωστο», τον ανεπιθύμητο γείτονα.
Ωστόσο, κάθε φορά που επισκέπτομαι την Ελλάδα συμβαίνει το εξής αξιοσημείωτο. Γνωστοί και φίλοι, διπλωμάτες και συνάδελφοι, σπεύδουν αντί να με ρωτήσουν για την Τουρκία, από ειλικρινές ή έστω προσποιητό ενδιαφέρον, να μου «διδάξουν» την Τουρκία. Τη χώρα όπου ζω! Το πλέον ενδιαφέρον δε, είναι ότι ούτε τη γλώσσα κατέχουν, ώστε να παρακολουθούν τον τουρκικό τύπο, ούτε επαφές για να ανταλλάσσουν απόψεις έχουν, ούτε επισκέπτονται την Τουρκία τακτικά. Η σοφία τους, που καλούμαι εγώ μάλιστα να ενστερνιστώ, προέρχεται από τα αναμασημένα στερεότυπα του ελληνικού και, ενίοτε, του αγγλοσαξωνικού τύπου (ο τελευταίος μπορεί να είναι ποιοτικότερος, αλλά σημειωτέον ότι οι περισσότεροι ανταποκριτές του όχι μόνο δε μιλούν, αλλά ούτε διαβάζουν ή κατανοούν την τουρκική, με αποτέλεσμα να στηρίζονται στους βοηθούς τους).
Η κοινή γνώμη στην Ελλάδα, απ’ ότι έχω καταλάβει τόσα χρόνια που βρίσκομαι στην Πόλη, δεν ενδιαφέρεται στο ελάχιστο να κατανοήσει τι διαδραματίζεται στην Τουρκία. Οι ραγδαίες εξελίξεις στην τουρκική πολιτική και κοινωνία έρχονται στο φως αποσπασματικά, πάντοτε σχεδόν μέσω του πρίσματος των ελληνοτουρκικών.
Από το 2005 ως το 2009, έγραφα ως ανταποκριτής της Καθημερινής στην Κωνσταντινούπολη. Συχνά - πυκνά, δεχόμουν την ίδια ερώτηση από πολλούς αναγνώστες. «Γιατί δε γράφετε περισσότερα για τα ελληνοτουρκικά;» Οι άνθρωποι εξέφραζαν μία απορία εύγλωττη, που οι ανταποκριτές των ελληνικών εφημερίδων στην Κωνσταντινούπολη θέταμε συχνά μεταξύ μας. «Γιατί δεν καλύπτουν τα ελληνοτουρκικά οι Έλληνες ανταποκριτές στην Τουρκία;» Την ίδια ερώτηση μας απηύθυναν και οι φοιτητές, Έλληνες και Τούρκοι, του μεταπτυχιακού προγράμματος ελληνοτουρκικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Μπιλγκί της Πόλης.
Η απάντηση πολύ απλή. Γιατί τη σχετική κάλυψη και αναλύσεις την κάνουν οι περίφημοι «τουρκολόγοι» των Αθηνών. Καθεμία από τις μεγάλες ελληνικές εφημερίδες διαθέτει ονόματα που επιδίδονται σε βαθυστόχαστες αναλύσεις, ενίοτε όχι μόνο των ελληνοτουρκικών, αλλά και της τουρκικής εσωτερικής επικαιρότητας. Βασικό τους γνώρισμα ότι δε γνωρίζουν τη γλώσσα και δε διαθέτουν πηγές στην Τουρκία. Τις σπανιότατες, μάλιστα, φορές που επισκέπτονται την Πόλη ή την Άγκυρα, δεν έρχονται σε επαφή με όσους Έλληνες συναδέλφους τους ζούμε εδώ. Αντίθετα, προσπαθούν να πλησιάσουν απευθείας τους αναλυτές και τα πρόσωπα των οποίων δημοσιεύουμε δηλώσεις και συνεντεύξεις, προς έκπληξη και συνήθως περιφρόνηση των τελευταίων.
Το βασικό χαρακτηριστικό των βαθυστόχαστων και βαρύγδουπων αυτών αναλυτών μας είναι η αενάως επαναλαμβανόμενη διαπίστωση (κύριος οίδε πώς έφθασαν σε αυτή) ότι «η Τουρκία δεν αλλάζει». Παραμένει σταθερή και δρα σύμφωνα με ορισμένα μοτίβα, μανθάνουμε από τους μελιρρήτους ποταμούς της σοφίας, από την Οθωμανική εποχή.
Μπρος στον κυκεώνα της σοφίας που από τα στόματα των Τουρκολόγων των Αθηνών ξεχυλίζει τις ελληνικές εφημερίδες, τι νόημα έχουν οι δικές μας αντιρρήσεις, των περίπου τριακοσίων Ελλαδιτών που ζούμε στην Τουρκία, ότι η χώρα αλλάζει ταχύτατα; Τι νόημα έχει να προσπαθούμε να πείσουμε μία κοινή γνώμη που κοιμάται αυτάρεσκα τον ύπνο του ναρκομανούς ότι η Τουρκία του 2009 είναι «μία άλλη χώρα» από εκείνη του 2003;
«Αναρωτιέμαι τι σας κάνουν εδώ και αλλάζετε τις ιδέες σας. Τι παθαίνετε όσοι έρχεστε στην Πόλη και μιλάτε και γράφετε ΠΕΡΙΕΡΓΑ» εξέφραζε την ειλικρινή της απορία συνάδελφος και φίλη που με επισκέφθηκε στην Κωνσταντινούπολη και συνομίλησε με παράγοντες της παροικίας. Προφανώς, αυτό που ξενίζει τους συμπολίτες μας που δε γνωρίζουν την Τουρκία, είναι το γεγονός ότι εμείς εδώ ξεφεύγουμε συχνά - πυκνά από την «εθνική αφήγηση» και τα στενά όρια της μικρής εικονικής πραγματικότητας μέσα στην οποία οι Έλληνες συμπολίτες μας αισθάνονται ασφάλεια και εξυπηρετείται η αυταρέσκειά τους.
Το 2003 έφθασα σε μία Τουρκία όπου δεν ήξερα τι να περιμένω. Βρήκα κατά κύριο λόγο αντιθέσεις, μία κοινωνία σχιζοειδή. Βρήκα το φόβο για την Ελλάδα, φόβο αναμεμειγμένο με ζήλεια και θαυμασμό, στους Τούρκους εθνικιστές. Την Ελλάδα οι Τούρκοι εθνικιστές την φοβούνται τόσο, όσο και οι αντίστοιχοι Έλληνες που μιλούν για τον «εξ ανατολών κίνδυνο».
Όχι φυσικά στρατιωτικά! Στρατιωτικά, όπως διαπίστωσαν οι προηγούμενες γενιές με τρόπο επώδυνο, η Ελλάδα δεν μπορεί να καταφέρει από μόνη της πλήγμα κατά της Τουρκίας. Ωστόσο, έχει παρέλθει η εποχή των στρατιωτικών συγκρούσεων (καθόσον καμία από τις δύο χώρες δε διαθέτει κοιτάσματα πετρελαίου!). Βρισκόμαστε σε μία περίοδο, όπου η ισχύς των κρατών μετράται με όρους προεχόντως οικονομικής και διπλωματικής βαρύτητας. Και η Ελλάδα μπορεί να πλήξει καίρια την Τουρκία πολιτικά. Το έκανε στο παρελθόν, προσφέροντας φιλοξενία στον Οτσαλάν, μπορεί να το κάνει και στο μέλλον, κλείνοντας τις πόρτες της ΕΕ για την Τουρκία.
Το βασικό συναίσθημα που ο μέσος Έλληνας φαίνεται πως τρέφει για τον Τούρκο είναι η περιφρόνηση. Θυμάμαι πώς Έλληνες φίλοι και γνωστοί συνέρρεαν να γνωρίσουν τους Τούρκους φίλους μου, δηλώνοντας άναυδοι με το γεγονός ότι τρώνε χοιρινό, πίνουν, φλερτάρουν (άσχετο αν είναι νέοι ή νέες), δε φορούν μαντήλα, δε μισούν την Ελλάδα, δεν προσεύχονται, προσπαθούν να μάθουν ελληνικά, ταξιδεύουν και δεν είναι εθνικιστές. Η αλήθεια βέβαια είναι πως αντίστοιχα δυσκολεύτηκα να πείσω και πολλούς Τούρκους ότι δεν πηγαίνω στην εκκλησία, παρά μόνο το Πάσχα, και δε χορεύω συρτάκι. Με μια διαφορά: ότι ήταν άτομα ημιμαθή και καλοπροαίρετα, και όχι ταξιδεμένα.
Δε θα ξεχάσω ποτέ τον τρόπο με τον οποίο μία Ελληνίδα φίλη γύρισε φυσικότατα στον καλύτερο φίλο μου, μετά από εκτενή συζήτηση επί πολιτικών, ιδεολογικών και κοινωνικών θεμάτων: «Επίτρεψέ μου να σε ρωτήσω κάτι». «Παρακαλώ» είπε ο Τζιχάν, που δε διέγνωσε την κεραμίδα που ερχόταν, και που εγώ με νοήματα απελπισίας απέτυχα να σταματήσω. «Πόσοι Τούρκοι, άραγε, να είναι σαν εσένα;» «Σαν εσένα, λέγοντας, τι εννοείς» είπε το παιδί, είκοσι ετών τότε, που ακόμη δεν είχε πιάσει το νόημα. «Ε να μωρέ, πολιτισμένοι». Αυτό που η φίλη μου είχε τόσο αυθόρμητα ξεστομίσει, είναι φοβούμαι, μία βαθιά συλλογική στάση: για πολλούς Έλληνες, οι Τούρκοι είναι βάρβαροι, άξεστοι, διπρόσωποι και κακόπιστοι. Και σίγουρα «δε γίνεται» μεταξύ τους να βρίσκοναι και κάποιοι πολιτισμένοι. «Αν υπάρχουν, γιατί δεν τους ακούμε;», με ρώτησαν άπειρες φορές. Ευχαριστήστε γι΄αυτό τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, ήταν η απάντηση που μπόρεσα να δώσω.
Στην Τουρκία δε συνάντησα την περιφρόνηση για τους Έλληνες, ούτε μεταξύ των εθνικιστών. Βασικό θετικό συναίσθημα, ο θαυμασμός όσων θεωρούν τη «δημοκρατική και ευρωπαϊκή Ελλάδα» παράδειγμα προς μίμηση, βασικό αρνητικό συναίσθημα η ζήλεια. Ζηλεύουν τους Έλληνες οι εθνικιστές για ό,τι θεωρούν πως εκπροσωπεί η ευρωπαϊκή Ελλάδα. Η περιφρόνηση για τον «άλλο» είναι το δυσκολότερο συναίσθημα να καταπολεμηθεί, και για το λόγο αυτό οι Έλληνες είναι πιο κλειστοί έναντι των Τούρκων. Η περιφρόνηση προκαλεί ένα σύνδρομο αυταρέσκειας και ανωτερότητας, που καταργεί ακόμη και την περιέργεια γνωριμίας του «άλλου».
Η Τουρκία στην οποία προσγειώθηκα, ήταν μια χώρα στο χείλος της οικονομικής καταστροφής, εσωστρεφής, και ο δημόσιος βίος της έρμαιο των ένστολων και διαφόρων φασιστοειδών οργανώσεων που έπαιρναν τους δρόμους με κάθε αφορμή. Φώναζαν κατά των μειονοτήτων, κατά των ξένων, κατά της ανοικτής οικονομίας, κατά των ιδιωτικοποιήσεων, κατά της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Ο πρόεδρος Σέζερ, όργανο του κεμαλικού κατεστημένου, έσπευδε να θέσει βέτο σε κάθε κυβερνητικό άνοιγμα προς τις μειονότητες, σε κάθε νόμο φιλικό προς το ξένο κεφάλαιο, σε κάθε πρωτοβουλία ανοίγματος της οικονομίας.
Ούτε ο Σέζερ, ούτε οι ένοπλες δυνάμεις, ούτε η ελεγχόμενη από το βαθύ κεμαλιστάν δικαιοσύνη μπόρεσαν, όμως, να κάμψουν τη βούληση της κυβέρνησης να καταλύσει την κηδεμονία των ενόπλων δυνάμεων επί του δημόσιου βίου. Η κυβέρνηση βρήκε σύμμαχο τη φιλελεύθερη διανόηση στο έργο εκδημοκρατισμού της χώρας. Στην πρώτη τετραετία της, η κυβέρνηση Ερντογάν πραγματοποίησε το πιο εκτεταμένο μεταρρυθμιστικό έργο από την εποχή του Κεμάλ Ατατούρκ. Τα τελευταία πέντε χρόνια, βλέπω το στράτευμα να δέχεται αλλεπάλληλα χαστούκια, καθώς κύκλοι του – που δεν ήταν διατεθειμένοι να χωνέψουν τον εξοβελισμό του από την πολιτική – ύφαιναν συνωμοσίες πολιτικής εκτροπής, για τις οποίες τώρα λογοδοτούν ενώπιον της δικαιοσύνης.
Στην Τουρκία του 2003 μπορούσες πια να συζητήσεις τα πάντα ανοικτά στο δρόμο και την τηλεόραση. Ήταν, όμως, ακόμη ελευθέρας βοσκής τα φασιστόμουτρα τύπου Κενάν Κεριντσίζ, που κατέθεταν αγωγές για «προσβολή του τουρκισμού» κατά συγγραφέων, δημοσιογράφων, ιστορικών και διανοουμένων. Ήταν η Τουρκία που είχε διορίσει στην Αθήνα ως εκπρόσωπο τύπου τη Νίσα Μπαϊράμογλου, η οποία αφού με συνάντησε καθώς υπέβαλα αίτηση για δημοσιογραφική διαπίστευση, έκανε εκτενή αναφορά στις υπηρεσίες ασφαλείας. Καθώς ασχολούμαι και γράφω βιβλίο για τις μειονότητες της Πόλης, διεμήνυσε, «σίγουρα είναι κατάσκοπος και δεν πρέπει να διαπιστευθεί».
Στην Τουρκία του 2003 μπορούσες να αγοράσεις, στα μεγάλα βιβλιοπωλεία του Πέρα, βιβλία ιστορικών που μιλούσαν για την Αρμενική Γενοκτονία. Την ίδια στιγμή, το Υπουργείο Εργασίας αρνείτο να δώσει άδειες εργασίας σε Γάλλους, οι αιτήσεις των οποίων πληρούσαν όλες τις σχετικές προϋποθέσεις. Ο λόγος, όπως πληροφορούσε στέλεχος του υπουργείου ανενδοίαστα μεγάλη δικηγορική εταιρεία, ήταν ότι «ήταν Γάλλοι» σε μία περίοδο που η Γαλλία προωθούσε την αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας. Σίγουρα πολλοί στο υπουργείο θα ήταν φίλοι της κυρίας Μπαϊράμογλου.
Η Τουρκία του 2009 είναι ακόμη γεμάτη αντιθέσεις, είναι μία χώρα συναρπαστική και εξαίρετο αντικείμενο μελέτης. Τα τελευταία χρόνια, πάντως, τα άτομα της συνομοταξίας Νίσας Μπαϊράμογλου είτε μας αφήνουν σιγά - σιγά χρόνους, είτε βρίσκονται ή οδεύουν στη φυλακή στα πλαίσια της δίωξης της Εργκένεκον, είτε έχουν τεθεί στο περιθώριο. Προς μεγάλη απογοήτευση πολλών εθνικιστών στην Ελλάδα, η Τουρκία δεν είναι πια η κλειστή φοβική στρατοκρατία με το έλλειμμα δημοκρατίας.
Είναι ένας περιφερειακός παίκτης που το άστρο του λάμπει, έναντι σε μία Ελλάδα παγκοσμίως ασήμαντη και πανταχού απούσα. Η Τουρκία συμμετέχει στο G20 και οι τουρκικές επιχειρήσεις έχουν σαρώσει τη Μέση Ανατολή, την Ανατολική Ευρώπη, την Κεντρική Ασία, τη Βόρεια και Μαύρη Αφρική. Είναι μία χώρα που διέρχεται μία μακρά και επίπονη πορεία ενδοσκόπησης, με μία διανόηση τολμηρότατη που θέτει συνεχώς σε αμφισβήτηση κάθε θεμέλιο λίθο της επί δεκαετίες κρατικής γραμμής. Είναι μία κοινωνία όπου όλοι διεκδικούν περισσότερη ελευθερία, και όπου παρά τις εντάσεις και τα εμπόδια, όλα συζητώνται ελεύθερα.
Είπα κι εγώ λοιπόν, έξι χρόνια μετά, να γράψω κάτι σύντομο στον απαγορευμένο και γεμάτο κόκκινες γραμμές χώρο των Ελληνοτουρκικών ("ένα γράμμα από την Άγκυρα και μία χρυσή ευκαιρία"). Και έγραψα ότι η ανύπαρκτη στη διεθνή σκακιέρα χώρα μας, χώρα του ρουσφετιού, των τζακιών και της αναξιοκρατίας, καλό θα ήταν να σπεύσει (βλέπε τσακιστεί) να ανταποκριθεί στην πρόταση της Άγκυρας για κοινές διπλωματικές πρωτοβουλίες στην ευρύτερη περιφέρεια. Με τη λογική, βεβαίως, ότι θα μπορούσε η Ελλάδα, διεθνώς απαξιωμένη, καθώς χάνει το χρόνο της με διαμάχες με τα πλέον ασήμαντα κρατίδια της περιοχής, να επωφεληθεί των τουρκικών ανοιγμάτων στη Μέση Ανατολή και την Καυκασία. «Να χώσει τη μύτη της», όπως λέει αγαπημένη Ελληνίδα συνάδελφος, «στα γκλαμουράτα αυτά παιχνίδια εξουσίας».
Γιατί αν μόνη της η Ελλάδα μπορούσε να παίξει τα παιχνίδια της Τουρκίας, φλερτάροντας με όλες τις πλευρές και καλλιεργώντας σχέσεις αμοιβαίου συμφέροντος, δε θα είχε ανάγκη τη σύμπραξη με το επιτελείο του Νταβούτογλου. Και δε θα ήταν σήμερα απούσα, ακόμη και πολιτιστικά, από τον παγκόσμιο χάρτη.
Είπα και εγώ, και άκουσα, από οικογένεια, φίλους και γνωστούς, τα εξ αμάξης. Ότι πάω κάθε πρωί στο τουρκικό σχολείο και μου κάνουν κατήχηση. Ότι γράφω σα γνωστή (και κατ’ εμένα σαχλή) μιντιακή περσόνα της Τουρκίας. Ότι έχω εκτουρκισθεί. Ότι τα παίρνω (εδώ, για την πηγή της οικονομικής συνεισφοράς υπήρξε μεγάλη ποικιλία). Ότι ζητώ από τους Έλληνες να απαρνηθούν την ιστορία τους, την ταυτότητά τους και τη μνήμη τους, να διαγράψουν το παρελθόν. Σίγουρα, το ότι πρότεινα να επαναληφθεί σχέδιο ελληνοτουρκικής ειρηνευτικής παρέμβασης στη Μέση Ανατολή, που είχε επιχειρηθεί επί κυβέρνησης Σημίτη, απεδείκνυε πως δεν έχω ούτε ιερό ούτε όσιο, ούτε βέβαια ταυτότητα.
Όλα αυτά πολύ με διασκέδασαν, καθώς έμοιαζαν, mutatis mutandis, με όσα σέρνει στους Τούρκους συναδέλφους το βαθύ κεμαλιστάν. Ότι είναι πουλημένοι στο Σόρος, ικέτες της Δύσης, άθεοι, παραδόπιστοι, προδότες, έχουν χάσει την ταυτότητά τους, είναι όργανα ξένων δυνάμεων (των Αμερικανών και της Μοσάντ) και του διεθνούς ιμπεριαλισμού. Έμεινα δε με δύο απορίες. Πόσες Νίσες Μπαϊράμογλου έχει η Ελλάδα; Και τι θα κάνει η χώρα μας χωρίς τους βαρβάρους της, που έχουν βρει πια άλλες, πιο κερδοφόρες ασχολίες;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου